© Γκέλυ Καλαμπάκα
Το νέο έργο του Ανέστη Αζά, "Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν", μια από τις πιο πολυσυζητημένες παραγωγές της φετινής σεζόν στο Θέατρο Προσκήνιο, μπαίνει στην τελική του ευθεία. Οι παραστάσεις ολοκληρώνονται την Κυριακή των Βαΐων, 5 Απριλίου, κλείνοντας έναν κύκλο που προκάλεσε έντονες συζητήσεις γύρω από την ελληνική οικογένεια και την ανδρική ταυτότητα.
Με αφετηρία τον εμβληματικό τίτλο της ταινίας του Ζαν-Λικ Γκοντάρ ( "Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν", 1967) —ενός ριζοσπαστικού κινηματογραφικού δοκιμίου που εξερεύνησε την αποξένωση και την κατανάλωση— ο Αζάς δανείζεται την ίδια ανατομική ματιά για να στρέψει τον φακό του σε ένα θέμα που "καίει": το "φάντασμα" του πατέρα.

Σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, πέντε ηθοποιοί, ο Γιώργος Βαλαής, ο Κωνσταντίνος Μωραΐτης, η Μάρω Σταυρινού, η Κωνσταντίνα Τάκαλου, ο Ρίνο Τζάνι και ο μουσικός Παναγιώτης Μανουηλίδης συναντιούνται επί σκηνής σε ένα περιβάλλον που θυμίζει λαϊκό καφενείο —τον κατεξοχήν χώρο όπου οι άνδρες έμαθαν να σωπαίνουν για όσα τους πονούν— για να αναμετρηθούν με τα κληρονομημένα πρότυπα της πατριαρχίας. Τι μας παρέδωσε η προηγούμενη γενιά; Πώς βίωσαν την αρρενωπότητά τους οι πατέρες μας και γιατί οι σιωπές τους μας στοιχειώνουν ακόμα;
Η παράσταση δεν περιορίζεται σε μια απλή αφήγηση. Βασισμένη στις αρχές του θεάτρου-ντοκουμέντο που υπηρετεί πιστά ο Αζάς, συνθέτει ένα μωσαϊκό από προσωπικές ιστορίες των ίδιων των ηθοποιών και στοιχεία μυθοπλασίας. Το κείμενο, καρπός συλλογικής δουλειάς με τον Μιχάλη Πητίδη, ισορροπεί ανάμεσα στο πικρό χιούμορ και την ωμή τρυφερότητα, αποφεύγοντας την παγίδα της εύκολης καταγγελίας.
Προπώληση εισιτηρίων: more.com
Περισσότερες πληροφορίες
Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν
Με αφετηρία την προσέγγιση του ρόλου του πατέρα και του αποτυπώματος που αφήνει στις επόμενες γενιές, το νέο έργο του Ανέστη Αζά καταπιάνεται με τη λεγόμενη κρίση της ανδρικής ταυτότητας. Πέντε ηθοποιοί, που έχουν συμβάλλει ενεργά στη δημιουργία του κειμένου, παίζουν σε αυτό το σύγχρονο, πρωτότυπο έργο που προσεγγίζει μέσα από προσωπικές αφηγήσεις αλλά και στοιχεία μυθοπλασίας την κρίση της αρρενωπότητας. Το έργο θέτει ερωτήματα με όχημα προσωπικές ιστορίες, χιούμορ και τρυφερότητα: Γιατί δυσκολεύονται τόσο πολύ τα αγόρια να βρουν τη θέση τους σε έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτατα και προσπαθεί να απαλλαγεί από τους παραδοσιακούς κανόνες της πατριαρχίας; Πώς η μνήμη μπορεί να λειτουργήσει ως σύμμαχος, προκειμένου να γίνουν κατανοητά τα λάθη του παρελθόντος και πώς τελικά ο σύγχρονος άντρας βιώνει την μοναξιά που μοιάζει να είναι μονόδρομος;

