©Karol Jarek
Ένα κλασικό έργο του Τσέχοφ μπορεί να λειτουργήσει σήμερα ως ζωντανός μηχανισμός που εξακολουθεί να παράγει νόημα, συγκίνηση και σύγκρουση; Ο "Ιβάνοφ!" του Άντον Τσέχοφ αποδεικνύει —και στη σκηνική ανάγνωση του Γιάννη Χουβαρδά το κάνει με εμφατικό τρόπο— ότι το κλασικό δεν ανήκει στο παρελθόν, αλλά επανενεργοποιείται κάθε φορά που συναντά μια κοινωνία έτοιμη να αναγνωρίσει τον εαυτό της μέσα του.

"Ο Τσέχοφ περιέγραψε, σχεδόν 150 χρόνια πριν από μας, με τέτοια ακρίβεια, ενσυναίσθηση αλλά και χιούμορ την πιο διαδεδομένη στην εποχή μας ψυχική ασθένεια: την κατάθλιψη. Και βέβαια το γεγονός ότι —παρ’ όλο που θεωρείται πρωτόλειο— προαναγγέλλει με πάταγο τη μοναδική και πολυδιάστατη θεατρική ιδιοφυΐα του συγγραφέα του: σκηνές ζοφερού δράματος ακολουθούνται από άλλες γεμάτες εξωφρενική κωμωδία, μονόλογοι ιδιαίτερης σκληρότητας διακόπτονται από κοφτούς, υπαρξιακούς διαλόγους που θα ζήλευε και ο Μπέκετ, ενώ το μελόδραμα και η καυστική κοινωνικοπολιτική σάτιρα διαλύονται εκ των έσω με ένα εντελώς απροσδόκητο φινάλε", σημειώνει ο Γιάννης Χουβαρδάς μιλώντας για το έργο που παρουσιάζεται στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Στον "Ιβάνοφ" δεν υπάρχουν ήρωες με τη συμβατική έννοια. Υπάρχουν πρόσωπα σε κρίση, εγκλωβισμένα σε έναν κόσμο που δεν τους χωρά πια. Η τσεχοφική δραματουργία λειτουργεί ως ένα ανοιχτό πεδίο, όπου η δράση δεν κορυφώνεται γραμμικά αλλά διαχέεται μέσα από μικρές πράξεις, επαναλήψεις, παύσεις και φαινομενικά ασήμαντες καθημερινές κινήσεις. Αυτό ακριβώς το υλικό αναδεικνύει ο Χουβαρδάς, επιλέγοντας να μη "συμμαζέψει" το έργο, αλλά να αφήσει τις αντιφάσεις του να συνυπάρχουν: το κωμικό δίπλα στο τραγικό, το ρεαλιστικό δίπλα στο εξωπραγματικό, τη φάρσα δίπλα στον υπαρξιακό τρόμο.

Στο κέντρο του έργου βρίσκεται ο Νικολάι Ιβάνοφ, ένας άντρας μόλις 35 ετών, που κάποτε πίστεψε βαθιά στη ζωή, στην εργασία, στον έρωτα και στις μεγάλες ιδέες. Σήμερα, βρίσκεται οικονομικά κατεστραμμένος, ψυχικά εξαντλημένος και συναισθηματικά ανίκανος να ανταποκριθεί σε όσα τον περιβάλλουν. Ζει με τη σύζυγό του Άννα, βαριά άρρωστη, την οποία αγάπησε με πάθος αλλά πλέον αδυνατεί να στηρίξει, ενώ γύρω του κινείται ένας κύκλος φίλων, συγγενών και γνωστών που άλλοτε τον συμπονούν, άλλοτε τον κατηγορούν και άλλοτε τον χρησιμοποιούν ως καθρέφτη για τις δικές τους αποτυχίες.

Καθώς οι κοινωνικές συναναστροφές, οι επισκέψεις, οι γιορτές και οι μικρές καθημερινές συναλλαγές διαδέχονται η μία την άλλη, ο Ιβάνοφ εμπλέκεται σε έναν νέο έρωτα, που δεν λειτουργεί ως διέξοδος αλλά ως επιπλέον βάρος. Οι οικονομικές πιέσεις, οι ηθικές προσδοκίες των άλλων και η αδυναμία του να αισθανθεί "όπως θα έπρεπε" τον οδηγούν σε έναν φαύλο κύκλο ενοχής και αυτοϋπονόμευσης. Κανείς δεν είναι αθώος σε αυτό το σύμπαν — αλλά κανείς δεν είναι και καθαρά ένοχος. Όλοι παλεύουν να επιβιώσουν μέσα σε μια κοινωνία που απαιτεί διαρκώς ρόλους, στάσεις και επιβεβαιώσεις, ενώ η εσωτερική φθορά προχωρά αθόρυβα.
Ένα ιδανικό ανσάμπλ ηθοποιών υπηρετεί αυτή τη συλλογική ανάγνωση του έργου. Ο Αργύρης Ξάφης ερμηνεύει τον Ιβάνοφ, πλαισιωμένος από τους Γιάννη Νταλιάνη, Μαρία Σκουλά και Νίκο Χατζόπουλο, μαζί με τη νεότερη γενιά των Αλεξάνδρας Καζάζου, Πηνελόπης Τσιλίκα, Κατερίνας Λυπηρίδου, Χάρη Φραγκούλη, Θανάση Δόβρη, Νικόλα Χανακούλα και Ευάγγελου Βογιατζή. Στο κέντρο αυτής της συνάντησης, ο Blaine Reininger είναι παρών επί σκηνής ως ζωντανό, οργανικό στοιχείο της δράσης.

Οι πρώτες φωτογραφίες της παράστασης αποτυπώνουν μια βασική σκηνοθετική επιλογή: την κατάργηση της θεατρικής απομόνωσης των σκηνών. Τα πρόσωπα είναι σχεδόν πάντα παρόντα επί σκηνής, ακόμα και όταν δεν "συμμετέχουν" άμεσα στη δράση. Έτσι διαμορφώνεται ένα σύμπαν συνεχούς παρατήρησης και αλληλεπίδρασης, όπου ο χρόνος δεν είναι γραμμικός και οι ζωές μοιάζουν να συνυπάρχουν ταυτόχρονα και η φθορά γίνεται ορατή.
Ο σκηνικός χώρος της Εύας Μανιδάκη λειτουργεί ως βασικός παραγωγός νοήματος: ένα ενιαίο περιβάλλον που μετασχηματίζεται χωρίς να αλλάζει, φιλοξενώντας όλες τις εκδοχές της ανθρώπινης συνύπαρξης — γιορτή, εργασία, ύπνο, έρωτα, κατάρρευση. Το σπίτι παύει να είναι καταφύγιο και μετατρέπεται σε τόπο έκθεσης. Σε έναν χώρο που θυμίζει ταυτόχρονα κατοικία, ίδρυμα και κοινόχρηστο πεδίο, οι ήρωες δεν μπορούν να κρυφτούν ούτε από τους άλλους ούτε από τον εαυτό τους.

Η μουσική παρουσία του Blaine Reininger δεν λειτουργεί συνοδευτικά αλλά δραματουργικά. Σαν μια παράλληλη φωνή, ένας σχολιασμός που δεν εξηγεί, αλλά αποκαλύπτει. Η μουσική γίνεται ο τόπος όπου μεταφέρεται ό,τι δεν μπορεί να αρθρωθεί λεκτικά: η αδυναμία, η ντροπή, η εξάντληση.
Σε αυτή την ανάγνωση, ο "Ιβάνοφ" είναι το σύμπτωμα μιας εποχής που εξάντλησε τα οράματά της πρόωρα και ο Γιάννης Χουβαρδάς δεν τον αντιμετωπίζει με ψυχολογικό οίκτο, αλλά με θεατρική διαύγεια. Η βίαιη έξοδός του αποκαλύπτει έναν κόσμο που αδυνατεί να παραγάγει νόημα.

Έτσι, ο Τσέχοφ σήμερα δεν μας μιλά για τον 19ο αιώνα. Μας μιλά για την κόπωση, τη ματαίωση και τη συλλογική αμηχανία απέναντι στη ζωή. Και αυτή η παράσταση δείχνει καθαρά πώς ένα κλασικό έργο συνεχίζει να λειτουργεί: όχι επειδή "αντέχει στον χρόνο", αλλά επειδή ο χρόνος εξακολουθεί να του μοιάζει.
Δείτε φωτογραφίες από την παράσταση







Προπώληση εισιτηρίων: more.com
Περισσότερες πληροφορίες
Ιβάνοφ!
Η σπάνια παιζόμενη τραγικωμωδία του Τσέχοφ έρχεται μπροστά μας ως ζωντανός, αιχμηρός καθρέφτης της εποχής μας, που συνομιλεί άμεσα με τη σύγχρονη υπαρξιακή κρίση, με μια σημαντική ομάδα ηθοποιών, μουσική και τραγούδια ειδικά γραμμένα για την παράσταση από τον Blaine L. Reininger και εκτελεσμένα από τον ίδιο αλλά και όλο τον θίασο. Το έργο ζωντανεύει μια πολύχρωμη κοινωνική τοιχογραφία του περασμένου αιώνα, που παραμένει όμως συνταρακτικά επίκαιρη. Οδυνηρή κωμωδία και ξεκαρδιστικό δράμα συνδυάζονται ιδανικά σε ένα βαθιά ανθρώπινο έργο, που εκθέτει με τόλμη τα υπαρξιακά άγχη ενός κόσμου που νιώθει ότι μια ριζική αλλαγή είναι αναγκαία, αλλά αισθάνεται αδύναμος, χάνει τον προσανατολισμό του και καταλήγει στην απελπισία.

