«Πειραγμένα» ή όχι, τα έργα του αρχαίου δράματος εξελίσσονται όλο και πιο έντονα σε κομμάτι του χειμερινού ρεπερτορίου. Με αφορμή την αποδομημένη «Αντιγόνη / Lonely Planet» της Λένας Κιτσοπούλου, που ανεβαίνει αυτήν την εβδομάδα στη Στέγη, η Τώνια Καράογλου εστιάζει σε ένα φαινόμενο που μπορεί να μην είναι τόσο... πρωτοποριακό όσο ακούγεται, θα μπορούσε όμως να αποτελέσει κομμάτι της διασύνδεσης πολιτιστικής και τουριστικής πολιτικής.

Ήταν το (όχι και τόσο) μακρινό 1992, όταν ο σπουδαίος αναμορφωτής του νεοελληνικού θεάτρου Λευτέρης Βογιατζής αναμετρήθηκε για πρώτη φορά με την τραγωδία. Επέλεξε τότε να ανεβάσει την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή στη στέγη του, το Θέατρο της Οδού Κυκλάδων (που ανασκευάστηκε σχεδόν εκ βάθρων γι’ αυτόν το σκοπό), και όχι στην Επίδαυρο. Η παράσταση, πέραν της νέας ανάγνωσης που ούτως ή άλλως κόμιζε, μνημονεύεται μέχρι και σήμερα για την αναθεώρηση της σχέσης του αρχαίου δράματος με το χώρο. Μπορεί το σωζόμενο θέατρο της Επιδαύρου να είχε ήδη καθιερωθεί ως κατεξοχήν τόπος παράστασής του, όμως η πρωτοκαθεδρία του θα αμφισβητούνταν έκτοτε όλο και συχνότερα.

Είναι ενδιαφέρον, βέβαια, να θυμηθούμε ότι το ανέβασμα αρχαίου δράματος σε κλειστή σκηνή ήταν κανόνας προτού θεσμοθετηθούν τα Επιδαύρια στα μέσα της δεκαετίας του ’50, και μάλιστα στην πλήρη του μορφή, με όλα τα δραματικά πρόσωπα και τον Χορό. Μια τέτοια παράσταση σηματοδότησε την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Θεάτρου την άνοιξη του 1932: ο αισχυλικός «Αγαμέμνονας» παρουσιάστηκε στη σκηνή της Αγίου Κωνσταντίνου, εντυπωσιάζοντας τους θεατές με τη σκηνική τεχνολογία του νέου θεάτρου, εγείροντας όμως αντιρρήσεις για το «βαρύ» θέμα του. Αυτό το τελευταίο φέρνει στο προσκήνιο ένα ερώτημα που δεν φαίνεται να μας απασχολεί: θα μπορούσε στις μέρες μας μια παράσταση αρχαίου δράματος να έχει σταθερή παρουσία στο ρεπερτόριο του κρατικού θεάτρου, ακόμη και μεταφρασμένη για λόγους εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής;
Παρ’ όλ’ αυτά, το ανέβασμα μιας αρχαίας τραγωδίας ή κωμωδίας σε κλειστό θέατρο δεν παύει να είναι κάτι «διαφορετικό». Η δομή του αρχαίου δράματος υπαγορεύτηκε και από τη μορφή της κυκλικής ορχήστρας, καθώς δραματουργία και σκηνικός χώρος αλληλοεξαρτώνται. στην ιστορία του θεάτρου, κάθε εποχή, κάθε δραματουργική τάση δηλαδή, έχει τη δική της αρχιτεκτονική. Η προσαρμογή σε κλειστό χώρο μοιραία επηρεάζει τη σκηνοθεσία, οδηγεί σε κάποιου είδους διασκευή, συνήθως περικοπές στα πρόσωπα του Χορού, δημιουργεί εγγύτερη σχέση με το κοινό κι ευνοεί τους πειραματισμούς.

Δεν είναι τυχαίο πως οι νέοι κάθε γενιάς σκηνοθέτες είναι που συνήθως καταπιάνονται με τέτοιες απόπειρες, στηριζόμενοι στη δυνατότητα (και την ασφάλεια) που προσφέρουν οι ελέγξιμες διαστάσεις των κλειστών σκηνών. Ειδικά τα τελευταία χρόνια που η σκηνοθετική οπτική στο αρχαίο δράμα έχει γνωρίσει αναγνώσεις διαφορετικές των «κλασικών» –ολιγοπρόσωπες, με έμφαση στη λεπτομέρεια παρά στο μέγεθος– τα κλειστά θέατρα αποδεικνύονται όλο και πιο κατάλληλα για τη φιλοξενία παραστάσεων αρχαίου δράματος, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τη «Μήδεια» του Δημήτρη Καραντζά το περασμένο καλοκαίρι, που δημιουργήθηκε μεν για ανοιχτό θέατρο, αλλά φιλοξενήθηκε και σε κλειστό χωρίς απώλειες.
Στο φετινό ρεπερτόριο μετράμε ήδη πέντε παραστάσεις που αναμετρώνται, λιγότερο ή περισσότερο πιστά, με τα έργα της αρχαίας κληρονομιάς μας. Ο «Αίας» από τον Χρήστο Σουγάρη επιχειρεί να φωτίσει το διαχρονικό ζήτημα της στάσης των πολιτών απέναντι σε αποφάσεις της εξουσίας που τους βρίσκουν αντίθετους και αντίστοιχα την ανικανότητα αυτής να ενεργήσει για το καλό του συνόλου (η παράσταση επαναλαμβάνεται στο Από Μηχανής Θέατρο). Η αποδομητική ματιά της Λένας Κιτσοπούλου διαβάζει την πιο πολυπαιγμένη τραγωδία της θεατρικής μας ιστορίας, την «Αντιγόνη», ως μια τραγικωμωδία του «εδώ και τώρα», κρύβοντας για ακόμη μία φορά κάτω από το σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό χιούμορ την απόγνωση του σύγχρονου ανθρώπου («Αντιγόνη / Lonely Planet», Στέγη, από 14/12). Η «Μήδεια» από τον Δημήτρη Γεωργαλά ανεβαίνει ως μια τελετουργική τελετή αφιερωμένη στην «ιερή», «βακχική» μανία που προκαλεί ο θεός Έρωτας (Θέατρο Αλκμήνη, από 20/12).
Το πιο εκστατικό κείμενο του Ευριπίδη, οι «Βάκχες», το οποίο σηματοδοτεί παράλληλα ένα κομβικό σταυροδρόμι μεταξύ μιας εποχής που πεθαίνει και μιας νέας που ανατέλλει, θα ανεβεί με την προσωπική, ακραιφνώς μουσική ματιά του Άρη Μπινιάρη, ως ένας «οργισμένος ύμνος» πάνω στο διχασμό λογικής κι ενστίκτου (Στέγη, από 21/3). Ο Νίκος Χατζόπουλος διασκευάζει τους «Βατράχους» μόνο για τέσσερις ηθοποιούς, για να δώσει τη δική του απάντηση στο ερώτημα: πώς θα παιζόταν ένα έργο του Αριστοφάνη σε μια μικρή κλειστή σκηνή δίχως την υποχρέωση του «μεγάλου θεάματος» («Βάτραχοι project», Από Μηχανής Θέατρο, από 16 Απριλίου). Η απάντηση θα δοθεί προφανώς στη σκηνή...