Τα «Λαμπρά παράσιτα» κατοικούν στο Tempus Verum-Εν Αθήναις από 18/11. Ο Χάρης Αττώνης, σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής της παράστασης μας αποκαλύπτει το σκοτεινό μεγαλείο του Φίλιπ Ρίντλεϊ

Αυτό που σκέφτηκα όταν πρωτοδιάβασα το έργο ήταν: «Πώς ανεβαίνει ένα τέτοιο έργο;» - ο όγκος του κειμένου προκλητικός, τα θέματα που θίγει πολύ λεπτά και συχνά ακραία, οι υποκριτικές και σκηνοθετικές απαιτήσεις μεγάλες, ο τρόπος γραφής του καταιγιστικός μα παράλληλα άκρως γοητευτικός.
Ο κόσμος του Φίλιπ Ρίντλεϊ είναι τόσο σύγχρονος και συνάμα βγαλμένος από τα πιο σκοτεινά κλασικά παραμύθια. Γεμάτος εικόνες, ήρωες παραβατικούς, καθημερινούς ή – θα μπορούσε και – υπερφυσικούς, πολυδιάστατους, αστείους και τραγικούς μαζί. Ένας κόσμος τόσο αληθινός όσο και η ζωή γύρω μας και τόσο φανταστικός όσο τα όνειρα που θα θέλαμε να ζήσουμε ή οι εφιάλτες που θα θέλαμε να αποφύγουμε.
Παράσιτο στην κοινωνία. Μια λέξη που με γεμίζει τρόμο. Όλοι μας ίσως είμαστε – εν δυνάμει – παράσιτα και συχνά η ζωή μας είναι μόλις ένα βήμα από μια μοιραία ανατροπή. Το θέμα είναι τι κάνουμε για όλους αυτούς που από ένα λάθος βρέθηκαν στο περιθώριο, που η παρουσία τους και μόνο μας προκαλεί αμηχανία. Πού σταματάνε τα δικαιώματα και η ελεύθερη βούληση και που ξεκινάει η κόλαση για τον καθένα από μας;

Ο ρόλος που ερμηνεύω είναι ο Όλιβερ, πατέρας, σύζυγος, πραγματιστής, κυνικός, μάλλον σπασίκλας και σίγουρα έτοιμος για όλα. Ακόμα και αν δεν το γνωρίζει εξ αρχής. Αν και η γυναίκα του, η Τζιλ, φαίνεται ο «εγκέφαλος» της όλης ιστορίας τους, εκείνος θέτει σε εφαρμογή – έστω και άθελά του εν αρχή – το σχέδιό τους και σαφώς το συνεχίζει. Ένας άνθρωπος που μάλλον η ευτυχία του συνοψίζεται σε μια αγκαλιά μπροστά στη μεγάλη καινούργια τηλεόρασή του μα πάντα θα υπακούει στις ακόρεστες ορέξεις της συζύγου του.
Το παράλογο. Καθημερινότητα στη ζωή μου, σίγουρα. Στα «Λαμπρά παράσιτα» είναι πολύ προφανές και συγκεκριμένο και είναι αυτό που ξεδιπλώνει όλη την ανηθικότητα των ηρώων, τους βάζει σε πειρασμό και τους βυθίζει βαθιά στην αμαρτία. Κάτι που δε θα μπορούσε να συμβεί στην πραγματική ζωή με αυτόν ακριβώς τον τρόπο αλλά σίγουρα συμβαίνει με ένα σωρό άλλους και ίσως πιο σκληρούς τρόπους. Οι αντιστοιχίες πάντως είναι αποκαλυπτικές.
Η πιο σοκαριστική στιγμή του έργου νομίζω οτι είναι η στιγμή που βλέπουμε την ιστορία της Κ – της άστεγης που μας αφηγείται άκρως γλαφυρά το πώς έφτασε στο δρόμο και το τι είναι διατεθειμένη να κάνει για την εξιλέωσή της.
Η μοναδική ελπίδα επιβίωσης για τους ήρωές μας είναι σίγουρα το να πατάς επί πτωμάτων. Για μένα, σαφώς το αντίθετο. Νομίζω, το έργο σχολιάζει ακριβώς αυτό που συμβαίνει στον κόσμο σήμερα. Κι η αγάπη στον αντίποδα – ως η μοναδική σωτηρία μας.