Ανγκορ Βατ - Kαμποτζη 23/04/2009

Το πιο ζεν spot της Ασίας

Η Κατερίνα Κατώπη πήγε στην Ανγκόρ Βατ και μας εξηγεί γιατί είναι ένα από τα μέρη που κάθε άνθρωπος οφείλει να δει τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του...

Η ώρα είναι 4.30 το πρωί και ο οδηγός μας μας παραλαμβάνει με το μηχανοκίνητο ρίκσο του για να δούμε την ανατολή του ηλίου από την Ανγκόρ Βατ, το κεντρικό κτίσμα του συμπλέγματος των ναών στην αρχαία πρωτεύουσα Ανγκόρ. Η υγρασία τσακίζει τα κόκαλα, ο αέρας είναι βαρύς και τα πουλιά κάνουν την πρωινή τους καντάδα μέσα στις πυκνές φυλλωσιές. Είναι η πρώτη μας μέρα στο Βασίλειο των Χμερ και κανένα βιβλίο ή φωτογραφία δεν μπορούν να μας προετοιμάσουν γι’ αυτό που ετοιμαζόμαστε να βιώσουμε... Είχα διαβάσει στο βιβλίο ενός Γάλλου περιηγητή: «Πηγαίνετε στην Ανγκόρ για τα αρχαία μνημεία και τα όνειρά της». Τίποτα δεν θα μπορούσε να συνοψίσει καλύτερα το effect που είχε αυτό το μέρος πάνω μου.

Τόπος ερειπίων και ονείρων

Καθώς ο ήλιος άρχισε να ξεμυτάει, η Ανγκόρ Βατ αποκαλυπτόταν μπροστά στα μάτια μου, αρχικά ως ένα μαύρο περίγραμμα και στη συνέχεια με όλο το μεγαλείο της να αντικατοπτρίζεται στο νερό της τάφρου μπροστά της. Ένιωσα σαν να ανακάλυπτα ξαφνικά τη χαμένη Ατλαντίδα. Μεγαλειώδες και μυστηριώδες, μπροστά μου βρισκόταν ένα αριστούργημα της μηχανικής, η είσοδος στη μεγαλύτερη ιερή πόλη της Νοτιοανατολικής Ασίας. Απλωμένη στη ζούγκλα, σε μια έκταση που για να τη γυρίσεις χρειάζεσαι περίπου μία εβδομάδα, η κεντρική, πρώτη κατασκευή χτίστηκε το 12ο αιώνα, κατά την περίοδο της κυριαρχίας του Σουριαβαρμάν του Β΄, και είναι αφιερωμένη στον Ινδό θεό Βισνού. Στους τέσσερις αιώνες που ακολούθησαν, με βάση πάντα την αρχιτεκτονική της βαθμιδωτής πυραμίδας, οι χώροι λατρείας πολλαπλασιάστηκαν, τιμώντας άλλοτε θεούς των Ινδών κι άλλοτε τον Βούδα. Καθώς περπατάμε στη γέφυρα της τάφρου (φτάνει σε πλάτος τον Τάμεση!), ο οδηγός μάς εξηγεί ότι το βασικό υλικό των κτισμάτων είναι ο αμμόλιθος και κάποια τοπική πέτρα που εξορύσσεται περίπου 45 χλμ. μακριά. Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι ότι τα κτίσματα δεν φτιάχτηκαν από σκλάβους, αλλά από απλούς πολίτες που με τον τρόπο αυτό τιμούσαν τον αυτοκράτορά τους! Πίσω από την κεντρική πύλη, απλώνεται μπροστά μου μια ολόκληρη πολιτεία με κήπους και κτίσματα. Δεν πρόκειται απλώς για έναν τεράστιο ναό. είναι ένας μικρόκοσμος ο οποίος υμνεί μεν τον Βισνού αλλά και τη φύση, τις τέσσερις εποχές και όλο το σύμπαν. Σαγηνευτικές φιγούρες γυναικών, ουράνιες, χαμογελαστές, τέλειες, στολισμένες με κοσμήματα και περίτεχνα χτενίσματα, μπλέκονται σε χορευτικές φιγούρες που βάζουν τον επισκέπτη σε μια κατάσταση τρανς.
Το μυαλό μου φεύγει, ταξιδεύει... Για πέντε ολόκληρους αιώνες η Αυτοκρατορία των Χμερ μεσουρανούσε από την Ινδία έως την Κίνα, ωσότου οι Ταϊλανδοί εισέβαλαν στη χώρα και η εντυπωσιακή πρωτεύουσα της Ανγκόρ εξαφανίστηκε μέσα στη ζούγκλα εν μιά νυκτί... Όταν στα μέσα του 19ου αιώνα ο Γάλλος φυσιολάτρης Henri Mouhot έπεσε κατά τύχη πάνω σε τεράστια χαμογελαστά κεφάλια που ξεμυτούσαν από τις φυλλωσιές, ναούς στραγγαλισμένους από τις ρίζες αιωνόβιων δέντρων και σαγηνευτικές γυμνόστηθες χορεύτριες, μάλλον πρέπει να ένιωσε πρωτόγνωρο δέος... Έγραψε στα απομνημονεύματά του με ενθουσιασμό και συνάμα φόβο για μαγεία και έντονο σεξουαλισμό, για όνειρα και δοξασίες κι ένα μαγικό χαμένο πολιτισμό. «...Ένας από αυτούς τους ναούς (εννοεί τον κεντρικό Ανγκόρ Βατ) εύκολα ανταγωνίζεται το ναό του Σολόμωντα. Έχει χτιστεί από κάποιους αρχαίους Μιχαήλ Άγγελους κι είναι πολύ πιο μεγαλειώδης από οτιδήποτε μας άφησαν η Ελλάδα, η Ρώμη και μια τραγική αντίθεση με την κατάσταση της βαρβαρότητας στην οποία βυθίζεται το έθνος τώρα».
Σήμερα, ευτυχώς, οι βαρβαρότητες τελείωσαν και οι κατακτητές αλλά και οι ερυθροί Χμερ έφυγαν. Οι ναοί που δεν καταστράφηκαν σιγά σιγά και με τη βοήθεια διεθνών οργανισμών έχουν πάρει το δρόμο προς την αναστήλωση... Η ζούγκλα όμως παραμένει ίδια και πυκνώνει με τρελούς ρυθμούς, αφήνοντας τη φαντασία σε ανεξέλεγκτο joy ride.

Με τζιπ του Β' Παγκοσμίου Πολέμου

Μένω στο Amansara, την πρώην βίλα του πρίγκιπα Norodom Sihanouk, χτισμένη γι’ αυτόν και τους φιλοξενούμενούς του το 1962, σε πολύ μοντέρνο στιλ που θυμίζει αρκετά τον «δικό μας» Κωνσταντινίδη. Εγκαταλείφθηκε όταν ήρθαν οι ερυθροί Χμερ και σήμερα έχει αναβιώσει σε όλο της το μεγαλείο και την πολυτέλεια. Μ’ όλα κι όλα 12 παλιά και 12 καινούργια δωμάτια με πισίνες, που εγγυώνται απόλυτη ιδιωτικότητα, αποτελεί την κορυφαία επιλογή στη Siem Reap, την κοντινότερη πόλη στην Ανγκόρ Βατ. Πέρα από την πολυτέλεια, μένοντας εδώ έχεις την ευκαιρία να γνωρίσεις τα μνημεία της περιοχής μέσα από τις απολύτως εξατομικευμένες εκδρομές που σχεδιάζει το resort.
Βάζουμε πλώρη, λοιπόν, για την αινιγματική Bayon, το φωτογενή ναό με τα εκατοντάδες χαμόγελα... Αποφασίζουμε να παρακάμψουμε την κυρία πύλη κάνοντας trekking μέσα από τις πυκνές φυλλωσιές που καλά καλά δεν σου επιτρέπουν να δεις ουρανό! Σαν σε όνειρο ξεπηδάνε μπροστά μας ναοί και κτίσματα και, ω του θαύματος, ούτε ένας τουρίστας. Ακριβώς αυτή είναι η μοναδικότητα του «Amansara». Θα σας οδηγήσει σε ό,τι «πρέπει» να δείτε, μέσα όμως από ψαγμένα off the beaten track μονοπάτια. Συνεχίζοντας την πορεία μας, συναντάμε τον ουράνιο Bapuon, ένα ναό που τον έχουν πνίξει τα δέντρα και η αναπαλαίωση μπορεί πολύ δύσκολα πια να τον σώσει. Ξαφνικά, μια στροφή μάς φέρνει μπροστά σε τέσσερα γιγάντια κεφάλια που μας παρατηρούν από τα τέσσερα κεντρικά σημεία της Bayon. Αινιγματικά και σαγηνευτικά, κάνουν τη Μόνα Λίζα να ωχριά μπροστά τους... Προχωρώντας στο εσωτερικό του ναού, δεν ξέρω πια πού να πρωτοκοιτάξω – μάτια με κοιτάζουν από παντού! Εκείνο το βράδυ τα εκατοντάδες πρόσωπα με τα απαλά χαρακτηριστικά, τα ντελικάτα μάτια και τα ήρεμα σαγηνευτικά χαμόγελα συντρόφευαν τα όνειρά μου!
Στη βιβλιοθήκη του ξενοδοχείου ξετρυπώνω ένα βιβλίο του 1926, το «Four Faces of Siva» του Robert J. Casey, γραμμένο με πένα ονειρική, που αναφέρεται στο χαμένο πολιτισμό των Χμερ. Θέλω να τα εξερευνήσω όλα! Την επόμενη μέρα, λοιπόν, φοράμε τα cargo pants και τα μποτάκια και καβαλάμε ένα τζιπ του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για μέρη μακρινά και ονειρεμένα: κάνουμε πικνίκ σκαρφαλωμένοι σ’ έναν από τους ναούς του συμπλέγματος Roluos κι ένας μοναχός μάς ευλογεί με νερό, που εδώ το χρησιμοποιούν όπως εμείς το λιβάνι... Στο Prah Khan, το μαγευτικό, μυστηριώδη λαβύρινθο βαθιά στη ζούγκλα, γεμάτο μικρές αυλές και προαύλια, νιώθουμε σαν εραστές περασμένων εποχών. Καθόμαστε αποσβολωμένοι στην κεντρική αυλή, κλείνουμε τα μάτια, για να νιώσουμε την εκκωφαντική ησυχία και την ενέργεια. Στο Ta Phrom, οι συκιές-σφιγκτήρες έχουν «τινάξει» τις πέτρες του ναού, δημιουργώντας ένα σκηνικό βγαλμένο από ταινία. Σκαρφαλώνουμε στα ερείπια και ξαφνικά, από το πουθενά, έρχονται προς το μέρος μας 6-7 μοναχοί με τις παραδοσιακές τους πορτοκαλί φορεσιές, χαμογελαστοί και προσηνείς, πρόθυμοι να μιλήσουν με τους ξένους και να μας εξηγήσουν τα μυστικά του ναού με τις 600 χορεύτριες...

Επιστροφή στη Siem Reap

Είναι απίστευτο αν σκεφτεί κανείς ότι κάθε μέρα βλέπεις στο δρόμο παιδιά και μεγάλους ακρωτηριασμένους από τις νάρκες κι όμως χαμογελαστούς – κανείς δεν ζητάει χρήματα για να φωτογραφηθεί, δεν ζητιανεύουν, απεναντίας τους διακρίνουν μια αξιοπρέπεια και ένα ήθος ανέλπιστα. Όλοι δουλεύουν, μικροί και μεγάλοι, άντρες και γυναίκες εξίσου, ενώ το μόνιμο μέσο μεταφοράς είναι τα ποδήλατα και για τους πιο προνομιούχους οι μικρού κυβισμού μοτοσικλέτες. Η πραγματική γοητεία όμως της Siem Reap, της πόλης-σταθμός δίπλα στα αρχαία της Ανγκόρ Βατ, είναι η αρχιτεκτονική της, με έντονη φυσικά τη σφραγίδα της γαλλικής αποικιοκρατίας: χαμηλά, πολύχρωμα κτίρια με πέργκολες, μπαλκόνια, ανοιχτές αυλές, καζαμπλάνκες και γοητευτικά παράθυρα με γρίλιες... Κάνω ένα μπανάκι, φοράω ένα άνετο λευκό φόρεμα κι ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο και μπαίνω για μια βόλτα στην απίστευτη Mercedes του βασιλιά, που τώρα ανήκει στο δυναμικό του «Amansara». Περιδιαβαίνω την αγορά, ψωνίζω σουβενίρ και δοκιμάζω (όσο κι αν η μητέρα μου θα έλεγε να μην το κάνω) λιχουδιές από τους πλανόδιους πωλητές. Τσιμπάω κάτι παραδοσιακά Χμερ στο «Meric» στο «Hotel de la Paix» και καταλήγω στο «Elephant Bar» στο «Grande Hotel d’Angkor» για ένα ποτό. Στο γραμμόφωνο παίζει απαλή τζαζ και ο χρόνος σταματά και πάλι... Νιώθω ότι είμαι μέρος ενός μαγικού σκηνικού άλλης εποχής και δεν θέλω να ξυπνήσω. Ο Γάλλος περιηγητής είχε δίκιο: «Go to Angkor for the ancient ruins and its dreams...».

Καμπότζη know how

Πώς να πάτε
Μέσω Μπανγκόκ, με Thai Airlines, είναι η λύση με τη λιγότερη δυνατή αναμονή. Από Μπανγκόκ πετάξτε κατευθείαν για Siem Reap. Βίζα δεν χρειάζεται να βγάλετε από πριν, εκδίδεται με την άφιξή σας στην Καμπότζη.
Πότε να πάτε
Οποιαδήποτε εποχή πλην του δικού μας καλοκαιριού, που είναι η εποχή των μουσώνων και των βροχών – από Νοέμβριο έως Μάιο είναι ιδανικά.
Πού να μείνετε
Amansara: (www.amansara.com) 12 + 12 καινούργια δωμάτια με πισίνες εγγυώνται απόλυτη ιδιωτικότητα και διακριτικότητα. Σαν μεγάλο σπίτι, αποτελεί μια όαση στην (όμορφη) τρέλα της Siem Reap.
Hotel de La Paix: (www.hoteldelapaixangkor.com) Hip και ζωντανό, με δόση μοντέρνας αποικιοκρατίας, είναι σίγουρα must. Σχεδιασμένο από τον Bill Bensley, έχει ατμόσφαιρα μοντέρνα και παραδοσιακή ταυτόχρονα και μοναδικές γραμμές. Ακόμη κι αν δεν μείνετε εδώ, επισκεφθείτε την πισίνα του, είναι σαν μαγικός λαβύρινθος!
One Hotel: (www.theonehotelangkor.com) Μοναδικό και cool, είναι ίσως το μόνο ξενοδοχείο του κόσμου με... ένα δωμάτιο! Βρίσκεται στην καρδιά της πόλης, σ’ έναν πεζόδρομο γεμάτο καφέ, γκαλερί και εστιατόρια.
Grand Hotel d’Angkor: (www.siemreap.raffles.com) Για glamour και αέρα αποικιοκρατίας. Μπορεί τα δωμάτια να μην είναι όλα ανακαινισμένα, το ξενοδοχείο όμως ανήκει στην αλυσίδα Raffles κι αυτό αποτελεί εγγύηση.

Πού να φάτε
Angkor House: (ξεν. «Amansara», 063760333, www.amanresorts.com) Το απίστευτο, παραδοσιακό σπίτι με θέα στη μεγάλη πισίνα που είχε χτίσει ένας από τους βασιλιάδες για τις παλλακίδες του σερβίρει απογευματινό τσάι ή παραδοσιακό δείπνο με υλικά από τον κήπο τους, όλα μαγειρεμένα με παραδοσιακό τρόπο.
Meric: (ξεν. «Hotel De la Paix», Sivatha Blvd, 063966000) Από τα πιο εκλεπτυσμένα καμποτζιανά φαγητά, σε ραφιναρισμένο αποικιοκρατικό περιβάλλον με σκούρο ξύλο και πολύχρωμα μαξιλάρια, σικάτο κόσμο και μια φοβερή ανοιχτή κουζίνα!
Chez sop’hea: (012858003) Απέναντι από την κεντρική είσοδο του «Angkor Wat», χαμένο στα δέντρα. Ο Γάλλος ιδιοκτήτης θα σας σερβίρει κάθε μέρα και άλλο φαγητό, από τα καλύτερα κρασιά και μπράντι
– όλα υπό τους ήχους της τζαζ.
ΑΗΑ: (The Passage, Pub Street Alley, 063965501) Η συνεργασία του «Hotel De La Paix» με τη McDermott Gallery και το «One Hotel» δημιούργησε ένα εκρηκτικό μιξ από παραδοσιακές σπεσιαλιτέ των Χμερ και μοντέρνα κουζίνα. Ορεκτικά-γευσιγνωσία των τοπικών σπεσιαλιτέ και μια μικρή, αλλά εντυπωσιακή κάρτα κρασιών!
Carnets d’Asie: (Sivartha Blvd, 016764701) Δοκιμάστε καμποτζιανή-Χμερ κουζίνα με γαλλικές επιρροές εν μέσω ενός πανέμορφου κήπου γύρω από μια λιμνούλα.
Khmer Kitchen: (Οld market, 063964154, 012763468) Χαμένο σ’ ένα σοκάκι βόρεια από την Παλιά Αγορά, είναι από τα πιο αυθεντικά εστιατόρια της πόλης.
Τι να ψωνίσετε
Eric Raisina: (Jeal Village, Siem Reap, +85563963207) Μια επίσκεψη στο ατελιέ του Eric Raisina είναι must. Κλείστε ραντεβού για πριβέ επίδειξη και θαυμάστε τα απαλά, πολύχρωμα μεταξωτά του.
McDermott Gallery: (012615695, www.asiaphotos.net) Όλη η avant-garde της τέχνης στην Καμπότζη. Εκπληκτικές ασπρόμαυρες καλλιτεχνικές φωτογραφίες από τους ναούς της Ανγκόρ.
FCC: (Pokambor Str) Εδώ θα βρείτε από υπέροχα μεταξωτά γυναικεία ρούχα (Orange River, Jasmine), ασημικά και αντικείμενα για το σπίτι εμπνευσμένα από τους Χμερ.
Les Artisans d’Angkor: (Old market, 063964523, www.artisansdangkor.com) Για σουβενίρ, βούδες, χειροποίητα είδη για το σπίτι, σαπούνια.
Khmer Attitude: («Raffles Grande Hotel d’Angkor», 012917056) Υπέροχα μεταξωτά του Eric Raisina, απίθανα χειροποίητα ασημικά και παραδοσιακά αντικείμενα.
Στο δρόμο προς τους ναούς αγοράστε χειροποίητα πολύχρωμα καμποτζιανά μαντίλια Krama από πλανόδιους μικροπωλητές.

Κατερίνα Κατώπη

Σχετικοί Προορισμοί