εντός εποχής Αμπελιώνα 06/10/2005

Ένας νέος ξενώνας, οι Εποχές, άναψε τα τζάκια του πριν από λίγες μέρες και μας ζέστανε για ένα late autumn ταξιδάκι στην Αμπελιώνα. Δεν την ξέρετε; Σημειώστε στην ταξιδιωτική σας ατζέντα αυτό το χωριό πάνω στο τρίστρατο Μεσσηνίας - Αρκαδίας - Ηλείας, που –θυμηθείτε το!– θα συζητηθεί.
Πίσω από την αναγέννησή του βρίσκεται το πείσμα και η αφοσίωση του επιχειρηματία Νίκου Αγγελόπουλου. Τον συναντήσαμε εκεί και μας ξενάγησε ο ίδιος σε ένα πρότυπο ελληνικό ορεινό χωριό και στον cosy πολυτελή ξενώνα του, δείχνοντάς μας πώς το ένα μπορεί να δώσει ζωή στο άλλο.

banner

«Ό,τι ζητάς στη ζωή είναι ένα βήμα πιο πέρα» μουρμουρίζει το ραδιόφωνο, και σκέφτομαι ότι αυτό είναι δυο φορές αληθινό στο ταξίδι. Η ορεινή Αρκαδία μάς έχει γίνει τα τελευταία χρόνια η εύκολη λύση για οικο-ξεμούδιασμα, νομίζαμε ότι είχαμε εξαντλήσει την περιοχή, δεν έτυχε να πάμε ένα βήμα πιο πέρα… Μέχρι που ήρθε η πρόσκληση του Νίκου Αγγελόπουλου. Ο ιδιοκτήτης της ξενοδοχειακής αλυσίδας Aldemar ήθελε να μας δείξει τον τόπο καταγωγής του, την Αμπελιώνα, ένα χωριό που βρίσκεται σ’ ένα σημείο όπου συναντιούνται νοητά η Αρκαδία, η Μεσσηνία και η Ηλεία. Θα μας περιμένει στις «Εποχές», το νέο και μοναδικό στο χωριό ξενώνα που δημιούργησε, βάζοντας κυριολεκτικά την Αμπελιώνα στον ταξιδιωτικό χάρτη.
Έχουμε περάσει πριν από αρκετή ώρα τη Μεγαλόπολη και μπαίνουμε στην Καρύταινα, ζαχαρώνοντας την ιδέα μια στάσης – στο κάστρο της η ψυχή σου πετάει πάνω από τον κάμπο της Μεγαλόπολης. Το οδόμετρο δείχνει 216 χιλιόμετρα από Αθήνα. Δεν βιαζόμαστε όμως. Περνάμε το πεντάτοξο γεφύρι του Αλφειού και, φτάνοντας στην Ανδρίτσαινα, αποφασίζουμε παρά την ψυχρούλα να σταματήσουμε για να βρέξουμε το πρόσωπό μας στην όμορφη Τρανή Βρύση, του 1724 κατά την επιγραφή.
Ο καιρός είναι βαρύς, φορτωμένος. Περνώντας έξω από τη φημισμένη Βιβλιοθήκη με πιάνει μια διάθεση να χωθώ μέσα στο πέτρινο κτίριο και να ξεχάσω τον κόσμο: 40.000 τόμοι και κάποια σπάνια βιβλία, περιζήτητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν είναι και μικρό πράγμα…
Συνεχίζουμε με Ραβέλ και χαλαρή οδήγηση. Τοπίο στην πυκνή ομίχλη, σαν να βρισκόμαστε σε ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου, αδερφού του οικοδεσπότη μας. Μερικά χιλιόμετρα μετά το κεφαλοχώρι της Ηλείας, η διασταύρωση οδηγεί (δεξιά) στον υπέροχο ναό του Απόλλωνα στις Βάσσες, τον Παρθενώνα της Πελοποννήσου, εμείς όμως κάνουμε αριστερά. Έχουμε μπει πια στη Μεσσηνία. Αρχίζουμε να κατεβαίνουμε την πλαγιά, καλύπτουμε τα τελευταία επτά χιλιόμετρα μέχρι την Αμπελιώνα. Χτισμένο σε υψόμετρο 840 μέτρων, το χωριό μοιάζει
να ζει το δικό του παραμύθι. Από την πρώτη στιγμή καταλαβαίνεις ότι κάτι συμβαίνει εδώ, η σκιά του ghost town που σε βαραίνει μπαίνοντας στα περισσότερα ορεινά χωριουδάκια έχει δώσει τη θέση της σε μια αίσθηση νοικοκυροσύνης. Η ιστορία είναι ίδια, όπως σε τόσα άλλα ελληνικά χωριά.

Η εσωτερική μετανάστευση της δεκαετίας του ’60 σκόρπισε τους κατοίκους. το τελικό χτύπημα ήρθε με το μεγάλο σεισμό του 1965. Αυτό που βλέπουμε μπροστά μας όμως είναι καθαρή περίπτωση revival: το χωριό αναστήθηκε, το νιώθεις στις λεπτομέρειες, στα πλακόστρωτα, στα πρεβάζια των παραθύρων, στις φρεσκοσυντηρημένες ξερολιθιές που οριοθετούν τη μια τουλάχιστο πλευρά των δρόμων, μέχρι και στους φανοστάτες που έχουν μελετημένα τοποθετηθεί παντού. Ένα ελληνικό χωριό όπως θα έπρεπε να είναι. Μόνο που η αναβίωση αυτή δεν ήρθε τυχαία. Είναι το αποτέλεσμα ενός προσωπικού στοιχήματος του Νίκου Αγγελόπουλου, που, πέρα από «ένα ιδιότυπο μνημόσυνο στους γονείς του», θέλησε να καταθέσει και μια αισθητική πρόταση, τη δική του ψήφο, για το πώς νοείται ένα χωριό που να διατηρεί τον αυθεντικό του χαρακτήρα, την ελληνικότητά του, αλλά να είναι ταυτόχρονα ελκυστικό στον επισκέπτη. Ο Νίκος Αγγελόπουλος «υιοθετεί» με έναν καθαρά προσωπικό τρόπο τον τόπο όπου γεννήθηκαν οι γονείς του και τον βγάζει από την αφάνεια. Εισάγει παράλληλα μια πρότυπη πρόταση τουριστικής ανάπτυξης στον ελληνικό χώρο, η οποία αναδεικνύει την άγνωστη ελληνική ενδοχώρα, βάζοντας στο παιχνίδι την τοπική κοινωνία. Όχι ότι δεν είχαμε μέχρι τώρα τέτοιες προσπάθειες.
Για πρώτη φορά όμως αυτό γίνεται, έχοντας ως μπαγκράουντ το know how μιας μεγάλης αλυσίδας resorts, οπότε το παιχνίδι αποκτά άλλη βαρύτητα για όλους εμάς που παρακολουθούμε τις εξελίξεις στο τουριστικό γίγνεσθαι.
Έχουμε ραντεβού στο «Μαγαζάκι του Σπύρου», στην πλατεία. Είναι το σημείο όπου θα πεις την πρώτη καλημέρα και την τελευταία καλησπέρα, ένα παντοπωλείο στα παλαιικά πρότυπα, που λειτουργεί σαν καφενείο και ταβέρνα. Ο κυρ Παντελής –Τηνιακός από καταγωγή, τεχνίτης της πέτρας και πρωτεργάτης της ανοικοδόμησης του χωριού–, που το φροντίζει μαζί με τη γυναίκα του, έχει ετοιμάσει ένα τραπέζι στρωμένο με καλούδια για το καλωσόρισμα. Μετά από δυο ποτηράκια, κατευθυνόμαστε στις Εποχές.

banner

ένα μικρό θαύμα

«Η Αμπελιώνα ήταν ένα κεφαλοχώρι της περιοχής» μου λέει ο Νίκος Αγγελόπουλος, καθώς με ξεναγεί μαζί με το γιο του Αλέξανδρο στην Αμπελιώνα. «Ο πατέρας μου, ο Σπύρος, έφυγε από εδώ το 1909 με στόχο να δουλέψει, να ζήσει την υπόλοιπη οικογένεια και να παντρέψει τις αδερφές του.
Η διαδρομή που ακολούθησε ήταν Άργος-Καλαμάτα-Αθήνα, όπου δούλεψε ως εμποροϋπάλληλος. Κατέληξε στον Άγιο Παντελεήμονα της Αχαρνών με ένα κατάστημα νεωτερισμών. Εγώ ήρθα για πρώτη φορά στην Αμπελιώνα το 1949 μετά τη λήξη του Εμφύλιου. Θυμάμαι καλά το ταξίδι. ήταν ολοήμερο μέχρι την Ανδρίτσαινα και από εκεί με μουλάρια θέλαμε ακόμα τρεις ώρες μέχρι το χωριό. Από τότε τα παιδικά μου καλοκαίρια απέκτησαν χρώμα. Οι καλύτερες αναμνήσεις μου αφορούν το θέρος, τις σκηνές στο αλώνι, βόλτες στο βουνό με τους τσοπάνους και τα πρόβατα, τα πανηγύρια που τότε είχαν ζωή, κόσμο. Μετά το πανεπιστήμιο και τις σπουδές μου στην Ελβετία, η Αμπελιώνα ήρθε σε δεύτερη μοίρα, εξάλλου και το σπίτι μας ανήκε πια σε άλλους. Η μητέρα μου είχε αναγκαστεί να το πουλήσει για να μπορέσω να ολοκληρώσω τις σπουδές μου. Η δεύτερη επιστροφή στην Αμπελιώνα έγινε πριν από μερικά χρόνια, όταν ο Σύλλογος του χωριού αποφάσισε να οργανώσει μια τιμητική εκδήλωση εδώ για τον αδελφό μου Θόδωρο. Τότε ανακάλυψα πως οι λογαριασμοί μου μαζί της δεν είχαν κλείσει.
Η επιστροφή πήρε κάτι από το χαρακτήρα της προσωπικής μου Ιθάκης. Για να πω όμως την αλήθεια, με βοήθησαν σε αυτό και τα παιδιά μου, τα οποία αγάπησαν το χωριό. Σήμερα έχουν και τα τρία το δικό τους σπίτι εδώ. Αρκεί να σας πω ότι ο γιος μου ο Σπύρος βάφτισε το παιδί του στην Αμπελιώνα, κάτι που είχε να συμβεί πολλά χρόνια εδώ. Εγώ αναστήλωσα το πατρικό μου σπίτι και από τότε έγινε το προσωπικό μου καταφύγιο, όταν οι δουλειές το επιτρέπουν».
Στην Αμπελιώνα μοιάζει να συντελείται ένα μικρό θαύμα, και η αναγέννησή της μου θυμίζει σε πολλά –τηρουμένων των αναλογιών– την περίπτωση του Νυμφαίου στη Φλώρινα. Και τα δύο χωριά αναγεννήθηκαν όχι από ένα οργανωμένο σχέδιο της Πολιτείας, αλλά από το προσωπικό μεράκι και στοίχημα κάποιων ρομαντικών.
Το πέτρινο σχολείο μετατράπηκε σε ένα γλυκύτατο ξενώνα. Το τσιμέντο ξηλώθηκε από όλους τους δρόμους, οι τοίχοι ακόμα και των κήπων επενδύθηκαν με πέτρα. Φανοστάτες έχουν τοποθετηθεί παντού.
Η κεντρική πλατεία απέκτησε ένα όμορφο καφέ-ταβέρνα. Στο «Μαγαζάκι του Σπύρου» έρχονται πια για φαγητό και από τα γύρω χωριά, καθώς ο κόκορας με χυλοπίτες και άλλα εποχικά πιάτα έχουν αποκτήσει μεγάλη φήμη. Αποφεύγει να το πει ξεκάθαρα, αλλά την αλήθεια την έχω ήδη μάθει. Το χωριό αναμορφώθηκε πλήρως με τη δική του φροντίδα και με δικά του έξοδα. Έπεισε τους κατοίκους να αντικαταστήσουν με κεραμίδια τα ελενίτ και πολλές φορές, όταν εκείνοι δεν ήταν σε θέση, το έκανε με δικά του έξοδα. Με δικές του ενέργειες σώθηκε και αναβαθμίστηκε (μέσα από χρηματοδότηση του Υπουργείου Γεωργίας) το υπέροχο καστανόδασος που περιβάλλει το χωριό, και τώρα ο ίδιος σχεδιάζει τη σηματοδότηση μονοπατιών μέσα στο δάσος, για τους περιπατητές. Έχει ήδη πλακοστρωθεί το μονοπάτι που συνδέει την Αμπελιώνα με τη ιστορική βρύση Τριστέλη. Είναι πραγματικά θαυμάσια η βόλτα μέσα στο δάσος με σάουντρακ το νερό που τρέχει αδιάκοπα στο μικρό ποτάμι στην άκρη του χωριού.
«Δεν σας κρύβω ότι με τον αδερφό μου είχαμε πολλά διλήμματα στην αρχή, αλλά τα ξεπεράσαμε και στρωθήκαμε στη δουλειά» μου εκμυστηρεύεται ο Αλέξανδρος. «Φυσικά, θα χρησιμοποιήσουμε όλο το μηχανισμό και την εμπειρία της Aldemar. Στο μεταξύ, έχουμε φέρει στο χωριό ξένους από το ξενοδοχείο της Ολυμπίας και έχουν ενθουσιαστεί. Δυστυχώς οι ξένοι δεν γνωρίζουν την ελληνική ενδοχώρα, αλλά μένουν έκπληκτοι όταν τους τη δείχνουμε. Ετοιμάζουμε ιστοσελίδα του ξενοδοχείου και ξεχωριστή του χωριού. Είμαστε πεπεισμένοι ότι οι ‘‘Εποχές’’ μπορούν να γίνουν προορισμός. Σε απόσταση μόλις 45 λεπτών υπάρχει ο Λούσιος και ο Αλφειός, όπου δραστηριοποιούνται εταιρείες εναλλακτικού τουρισμού. Σε λίγα λεπτά από εδώ ξεκινά η κατάβαση στο υπέροχο φαράγγι της Νέδας. Σε δεκαπέντε λεπτά φτάνεις στις Βάσσες και στο ναό του Επίκουρου Απόλλωνα.
Η Ανδρίτσαινα επίσης έχει το δικό της ενδιαφέρον. Δεν ανησυχούμε καθόλου, αρκεί να δουλέψουμε σωστά».

μια κιβωτός μνήμης

Ο ξενώνας μοιάζει σαν ένα μικρό πανέμορφο «χωριό» μέσα στην Αμπελιώνα. Μια χούφτα σφιχτοδεμένα σπιτάκια, στο παραδοσιακό πρότυπο, ξύλο, πέτρα, κεραμίδι, χαγιάτι.
Το συγκρότημα αποτελείται από έξι σπίτια (22 δωμάτια συνολικά) ενταγμένα απόλυτα στον ιστό του χωριού. Εντυπωσιακά καλντερίμια ενώνουν τα σπίτια μεταξύ τους, ενώ τα πρώτα λουλούδια, που πρόσφατα φυτεύτηκαν στις αυλές, «αγωνίζονται» να αφομοιωθούν και να ομορφύνουν το περιβάλλον. Το μάτι όμως δεν στέκεται εκεί που πατάμε. απλώνεται στον ορίζοντα, αφού η θέα (από όλα τα μπαλκόνια, όπως διαπιστώνω) είναι συναρπαστική. Το δάσος σε γαληνεύει. Ανάμεσα στο κεντρικό κτίριο, όπου λειτουργεί το παραδοσιακό καθιστικό με την πολύ προσεγμένη διακόσμηση και το κουκλίστικο ρεστοράν, και στα σπίτια σχηματίζεται μια κεντρική αυλή με ξύλινους πάγκους, τραπέζια, χώρο για μπάρμπεκιου και φούρνο.
Γιατί «Εποχές», ρωτάω τον Αλέξανδρο Αγγελόπουλο καθώς με ξεναγεί. «Επειδή εδώ στην Αμπελιώνα ζεις πραγματικά όλες τις εποχές του χρόνου, αλλά και για έναν ακόμα λόγο: θα προσπαθήσουμε να ‘‘εικονογραφηθεί’’ στον ξενώνα μέσα από αντικείμενα το χθες και το σήμερα της περιοχής.
Η εποχή του παππού, η εποχή του πατέρα μου, η εποχή η δική μας και των γενιών που έρχονται. Σαν μια κιβωτός μνήμης».
Τα δωμάτια είναι η μεγάλη έκπληξη. Σαν να απέκτησες ξαφνικά το δικό σου εξοχικό στην Αμπελιώνα: μεγάλα, όλα με τζάκι και εκπληκτικά ταβάνια. Τα εννέα διαθέτουν δύο χώρους και πλήρως εξοπλισμένη κουζίνα και μπορούν να φιλοξενήσουν τέσσερα άτομα, ενώ τα δεκατρία μονόχωρα (με εξοπλισμένο καθιστικό) απευθύνονται περισσότερο σε ζευγάρια (όχι ότι δεν χωράει άνετα και το παιδί σας). Όλα είναι διαφορετικά μεταξύ τους σε χρώματα και έπιπλα, με το ίδιο όμως country style ύφος. Καλύτερο δωμάτιο (μεγάλο και με εκπληκτική θέα) είναι αυτό του τρίτου ορόφου στο κτίριο Νο 1.

Τους επισκέπτες των «Εποχών» τούς περιμένουν πολλές εκπλήξεις στην Αμπελιώνα.
Σχεδιάζεται η αναβίωση πολλών γιορτών του χωριού αλλά και αγροτικών εργασιών, στις οποίες θα μπορούν να συμμετέχουν. Ήδη γίνεται η γιορτή του κάστανου. Έχουν ξαναφυτεφτεί αμπέλια, γιατί, αν και η Αμπελιώνα πήρε το όνομά της από αυτά, είχαν εκλείψει από το χωριό. Είναι χαρακτηριστικές οι περιγραφές των περιηγητών Dodwel και Pouquevil που αναφέρουν για την Αμπελιώνα: «Είναι φανερό ότι το χωριό πήρε το όνομά του από τα πολλά αμπέλια που σκεπάζουν τις πλαγιές των λόφων του. Το είδος αυτό της καλλιέργειας, που φαίνεται να ευδοκιμεί εδώ από τα αρχαία χρόνια, θα πρέπει να είχε κάνει την Αμπελιώνα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα στους κατοίκους της Φιγαλίας, σε αυτούς τους γείτονες των Λυκαιατών, που ήταν οι πιο ενθουσιώδεις οπαδοί του Βάκχου».
Η οικογένεια Αγγελόπουλου ετοιμάζει μάλιστα και ένα μικρό οινοποιείο που θα βγάζει την παραγωγή για τον ξενώνα. Φυσικά, θα δοθεί μεγάλο βάρος στο φαγητό. Το μενού του ξενώνα ετοιμάστηκε με βάση τα φαγητά που μαγειρεύουν στα σπίτια τους πολλές γυναίκες του χωριού. Οργανώνεται επίσης μια φάρμα με ζώα – τα άλογα βρίσκονται ήδη στο ξενοδοχείο στην Ολυμπία: οι επισκέπτες θα μπορούν να κάνουν εύκολη ιππασία στο καστανόδασος. Μέσα στον ξενώνα έχει στηθεί ένας μικρός κινηματογράφος όπου θα παίζονται καλές ελληνικές ταινίες. Το χώρο θα κοσμούν το βιολί του Κατράκη από το «Ταξίδι στα Κύθηρα» και το ακορντεόν από το «Θίασο». «Ίσως με την Αμπελιώνα να βγάζω καλλιτεχνικά απωθημένα» μου λέει γελώντας ο Νίκος Αγγελόπουλος. «Μάλλον από ιστορικό λάθος βρέθηκα να σπουδάζω οικονομία και να πάρω διδακτορικό στη μακροοικονομία. Έτσι μπήκα στις επιχειρήσεις. Δύο καλλιτέχνες στην ίδια οικογένεια δεν χωράνε. Μου πήρε όλη τη δόξα ο Θόδωρος (σ.σ. ο γνωστός σκηνοθέτης Θόδωρος Αγγελόπουλος)».

βόλτα στο χωριό

• Στο «Mαγαζάκι του Σπύρου» βρίσκεις από τσιγάρα μέχρι παρέα. Γεύσεις πολύ καλές και τσίπουρο δυνατό.
• Η πέτρινη «Τρανή Βρύση», στην πλατεία του χωριού, με τέσσερις κρουνούς και καμάρες που στηρίζονται σε τρεις κίονες έχει χαρακτηριστεί διατηρητέα από το Υπουργείο Πολιτισμού.
• Ο μικροσκοπικός ξενώνας στο πρώην δημοτικό σχολείο είναι ένα νεοκλασικό κτίριο από τα κληροδοτήματα του Ανδρέα Συγγρού. Έχει ανασκευαστεί με έξοδα του επιχειρηματία, είναι γλυκύτατος και ενδείκνυται για πιο νεανικές low budget καταστάσεις, αλλά ο τρόπος λειτουργίας του δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί (επικοινωνήστε στα τηλέφωνα της Aldelmar).
• Το γραφικότατο πέτρινο μονοπάτι προς την πηγή Τρίτσελη μέσα στη ρεματιά.
• Στην πλαγιά απέναντι από το χωριό υπάρχει ένα πυκνό καστανόδασος –το μοναδικό στη δυτική Πελοπόννησο–, που μπορεί να διασχίσει ο επισκέπτης είτε με το αυτοκίνητο είτε πεζή.
Η διαδρομή μέσα σε αυτό είναι περίπου 4 χιλιόμετρα.

με βάση την αμπελιώνα

Διαδρομές και αξιοθέατα σε απόσταση 5 έως 35 χλμ.
Ο ναός του Επικούρειου Απόλλωνα
Ένα από τα πιο συγκλονιστικά μνημεία, όχι μόνο της συγκεκριμένης περιοχής αλλά ολόκληρης της Ελλάδας. Στο 14ο χιλιόμετρο του δρόμου που ανηφορίζει από την Ανδρίτσαινα προς το Κωτύλιο όρος και μόλις 11 χιλιόμετρα από την Αμπελιώνα, βρίσκεται ένας από τους πιο σημαντικούς ναούς της κλασικής αρχαιότητας. Κατασκευασμένος το 420-400 π.Χ. από τον Ικτίνο (έναν από τους δύο αρχιτέκτονες του Παρθενώνα, εξού και το όνομα του ναού «Παρθενώνας της Πελοποννήσου»), ο ναός είναι αφιερωμένος στον Απόλλωνα, ο οποίος ονομάστηκε «Επικούριος» γιατί βοήθησε τους ντόπιους Φιγαλείς στην πολεμική αναμέτρησή τους με τους Λακεδαιμόνιους το 659 π.Χ. Η θέση που κατέχει ο ναός στην ιστορία της αρχιτεκτονικής είναι ξεχωριστή, καθώς συνδυάζει με ιδιοφυή τρόπο τα αρχαϊστικά στοιχεία, που υπαγόρευε η τοπική θρησκευτική παράδοση, με τις τολμηρές ανανεωτικές ιδέες του δημιουργού του. Είναι δωρικός περίπτερος, με προσανατολισμό Β-Ν και διαστάσεις 14,48x38,24 μ. στο επίπεδο του στυλοβάτη. Καθώς φαίνεται επηρέασε μια σειρά από αντίστοιχα κτίσματα της αρχαιότητας, όπως το ναό της Αλέας Αθηνάς στην Τεγέα, τους ναούς του Δία στη Νεμέα κ.ά. Τμήματα από την ανάγλυφη ζωφόρο, με σκηνές αμαζονομαχίας, βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο από το 1814. Από το 1986,
η UNESCO ενέταξε το ναό του Επικούριου Απόλλωνα στις διατάξεις περί Προστατευόμενης Παγκόσμιας Κληρονομιάς.
Ανδρίτσαινα
Το κεφαλοχώρι της περιοχής είναι χτισμένο αμφιθεατρικά σε μια καταπράσινη πλαγιά. Το σημαντικότερο αξιοθέατό της είναι η Βιβλιοθήκη της. Άγνωστη για τον πολύ κόσμο, άλλα ύψιστης σημασίας για την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά, η Βιβλιοθήκη της Ανδρίτσαινας αποτελεί μια κιβωτό γνώσης, που είχε εγκατασταθεί σε αυτό το σημείο της ελληνικής γης από το 19ο αιώνα, με περισσότερους από 40.000 τόμους και μερικά από τα σπανιότερα βιβλία και χειρόγραφα που μπορεί κανείς να βρει στην Ευρώπη. Χειρόγραφα ηρώων της Ελληνικής Επανάστασης – όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος– αλλά και διανοητών του διαμετρήματος του Ζαν Ζακ Ρουσό. Σε ένα βι-βλίο του Άλδου Μανούτιου, η χρονολογία εκτύπωσης είναι 1515!
Καρύταινα
Υποχρεωτική στάση στο δρόμο προς την Αμπελιώνα. Χτισμένη ανάμεσα σε δύο λόφους, προσφέρει μια εντυπωσιακή εικόνα. Το κάστρο δείχνει μοναχικό και δυσπρόσιτο, αλλά αν ανέβετε ως εκεί θα διαπιστώσετε πως δεν είναι. Το χωριό λειτουργεί ως βάση για ράφτινγκ και δραστηριότητες εναλλακτικού τουρισμού στον Αλφειό και στον Λούσιο.
Το εκκλησάκι της Αγίας Θεοδώρας
Ο ναΐσκος της Οσιοπαρθενομάρτυρος Θεοδώρας της Πελοποννησίας του 10ου αιώνα αποτελεί ένα αρχιτεκτονικό παράδοξο, καθώς η σκεπή του «φιλοξενεί» 17 μεγάλα δέντρα.
Η κοιλάδα της Νέδας
Η Νέδα είναι το μοναδικό «θηλυκό» ποτάμι της Ελλάδας και αποτελεί το φυσικό σύνορο ανάμεσα στη Μεσσηνία και στην Ηλεία. Τα νερά της ξεκινούν από το όρος Λύκαιο διασχίζοντας εκπληκτικά φαράγγια και καταλήγουν μετά από 32 χλμ. στον Κυπαρισσιακό κόλπο. Το καλοκαίρι και αργά την άνοιξη οι όχθες του ποταμού ενδείκνυνται για πεζοπορία, αλλά σε καμιά περίπτωση μην υποτιμήσετε τη δυσκολία του εγχειρήματος! Καλύτερα προτιμήστε τις οργανωμένες εκδρομές.

Έλλη Μπουμπουρή