Ένα αξέχαστο οδοιπορικό στα Πομακοχώρια για ανήσυχους ταξιδιώτες 06/01/2020

Συγκεντρωμένα στη ορεινή βόρεια πλευρά του Νομού Ξάνθης, τα χωριά των Πομάκων έχουν δια­τηρήσει τα γραφικά χαρακτηριστικά και την παραδοσιακή αρχιτεκτονική τους, ενώ οι άνθρωποί τους είναι κομμάτι της εμπειρίας αυτού του διαφορετικού ταξιδιού. Οι Πομάκοι είναι ένας φιλότιμος και υπερήφανος λαός, φιλόξενος και φιλικός, που αγαπά πολύ τον τόπο του αλλά και τη φύση. Αυτή η μουσουλμανική πληθυσμιακή ομάδα της ευρύτερης περιοχής της Θράκης συναντάται, εκτός από τον Νομό Ξάνθης, όπου επικεντρώνεται το οδοιπορικό αυτό, στη Ροδόπη και στον Έβρο, ενώ μεγάλος αριθμός κατοικεί και στη γειτονική Βουλγαρία, μια μικρή γεύση της οποίας πήραμε κι εμείς.

Έχουν τη δική τους γλώσσα, που έχει μόνο προφορική μορφή και αποτελεί συνδυασμό αρχαίων ελληνικών, σλάβικων και τούρκικων, και τη δική τους κουλτούρα, με τα δικά της ήθη κι έθιμα. Θα τους συναντήσετε στο ύπαιθρο, να ασχολούνται, ανάλογα με την εποχή, με την καπνοκαλλιέργεια, την κτηνοτροφία και τη δασική εκμετάλλευση, να τραγουδούν τα τραγούδια τους και να ζουν φτωχικά πάνω στα οροπέδια, στις βουνοπλαγιές και τις κοιλάδες της Ροδόπης.

Ο Νομός Θράκης και η Βόρεια Ελλάδα φαντάζει μακρινός προορισμός για έναν Αθηναίο, η Εθνική Οδός Αθήνας-Θεσσαλονίκης, όμως, και η Εγνατία κάνουν το ταξίδι πολύ ευκολότερο. Η Ξάνθη αποτέλεσε το ορμητήριό μας γι’ αυτήν την περιήγηση στους ορεινούς όγκους της Ροδόπης – άλλωστε, τα πρώτα Πομακοχώρια βρισκονται σε κοντινή απόσταση, μόλις 15 χλμ. από το κέντρο της. Μια πόλη αλλιώτικη από τις άλλες, ένα κράμα πολιτισμών που δένει αρμονικά τις αντιθέσεις και τους ρυθμούς, γεμάτη χρώματα και αρώματα. Το ξενοδοχείο «Νέστος», στην είσοδο της Ξάνθης, μας φιλοξένησε στα άνετα, ανακαινισμένα δωμάτιά του και μας υποδέχτηκε με σπιτικό λικέρ αρμπαρόριζα – ό,τι πρέπει για τόνωση μετά το ταξίδι. Χαλαρώσαμε στο ήσυχο δωμάτιο, κάναμε ένα ζεστό μπάνιο και ξεκουραστήκαμε, καθώς το πρόγραμμα για τις επόμενες ημέρες ήταν γεμάτο.

Το επόμενο πρωί ξεκινήσαμε με ένα πλούσιο πρωινό στο ξενοδοχείο και φύγαμε για τα ορεινά. Ανηφορίζοντας προς τη Σμίνθη, την πρώτη μας στάση, σταματήσαμε για να αγναντέψουμε τη θέα της Ξάνθης από ψηλά. Στην περιοχή κατά το παρελθόν δραστηριοποιούνταν και συνυπήρχαν ποικίλα έθνη, τα ίχνη των οποίων είναι ακόμη ορατά παντού γύρω μας. Η Σμίνθη είναι ένα σχετικά μικρό χωριό, με ένα υποβλητικό λευκό τέμενος. Βγάλαμε τα παπούτσια μας και μπήκαμε στο χώρο για να θαυμάσουμε την αρχιτεκτονική και τα αραβουργήματα.

Συνεχίσαμε για τον Εχίνο, στην είσοδο του οποίου υπάρχει το μνημείο πεσόντων του Οχυρού του Εχίνου, όπου είναι καταγεγραμμένα όλα τα ονόματα των χριστιανών και των μουσουλμάνων που τον Απρίλιο του 1941 αγωνίστηκαν ενάντια στους κατακτητές. Πίσω από το μνημείο βρίσκεται το μεγάλο μουσουλμανικό νεκροταφείο, ένας καταπράσινος, γαλήνιος χώρος με μικρές πέτρινες πλάκες, με ονόματα χαραγμένα επάνω τους. Το χωριό διαθέτει επίσης δύο τζαμιά, το παλιό Εσκί Τζαμί με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του και το Τεκέ Τζαμί. Κάναμε μια στάση στο καφενείο του χωριού, όπου ήταν μαζεμένοι οι άντρες κι έπιναν το τσάι τους. Ήπιαμε κι εμείς ένα τσάι του βουνού και συνομιλήσαμε μαζί τους.

Εδώ αφήσαμε για λίγο το αυτοκίνητο, για να περπατήσουμε κατά μήκος του ποταμού Κόσυνθου με κατεύθυνση προς τις Σάτρες, μέσα από καλλιέργειες και χωράφια, χαζέψαμε τα πιτσιρίκια που έπαιζαν στα νερά και ύστερα συνεχίσαμε το δρόμο μας προς τα ελληνο-βουλγαρικά σύνορα και την άγνωστη λουτρόπολη Θέρμες. Τα ιαματικά νερά εδώ είναι αναγνωρισμένα και προσφέρονται για λουτροθεραπεία και ποσιθεραπεία. Στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε στον συνοριακό σταθμό στη θέση Άγιος Κωνσταντίνος, αφήσαμε στα αριστερά μας το Κίδαρις, το τελευταίο χωριό πριν από τα σύνορα, και ύστερα από έναν σύντομο έλεγχο περάσαμε στη Βουλγαρία.

Από την άλλη πλευρά των συνόρων, και σε πολύ κοντινή απόσταση, βρίσκεται η πόλη Ζλάτογκραντ, με αξιοσέβαστη παρουσία πομάκικου πληθυσμού. Εκεί, στο Εθνογραφικό - Λαογραφικό Μουσείο, μπορεί κάποιος να επισκεφθεί μια πλήρως αναπαλαιωμένη παραδοσιακή συνοικία και να δει εργαστήρια υφαντικής, κεραμικής, δερμάτων, ραπτικής κ.λπ. Στη βόλτα μας στην αληθινή Παλιά Πόλη, χαζέψαμε λίγο στα εργαστήρια και τα μαγαζιά, τσιμπήσαμε κάτι στα γρήγορα, για να ξεγελάσουμε την πείνα μας, και πήραμε το δρόμο για την «Ταβέρνα του Τζεμίλ» για μια αυθεντική πομάκικη γευστική εμπειρία στην ελληνική πλευρά των συνόρων.

Στα άδυτα της πομάκικης παράδοσης

Από το Ζλάτογκραντ πήραμε το δρόμο για την Κοττάνη. Σημειώστε ότι, μετά το χωριό Μέδουσα, ο δρόμος γίνεται κακοτράχαλος, χωμάτινος και δύσβατος. Συνοδεία μας σε αυτό το άγριο και ανέγγιχτο φυσικό τοπίο είναι τα πουλιά που πετάνε πάνω απ' τα κεφάλια μας, το ποτάμι κάτω στις πλαγιές που σχηματίζει μαιάνδρους, οι οποίοι τη μία εμφανίζονται και την άλλη εξαφανίζονται μέσα στις χαράδρες, και τα βότανα που μοσχοβολούν στο πέρασμά μας. Το τοπίο προετοιμάζει το δίχως άλλο τον επισκέπτη για μια εμπειρία χωρίς προηγούμενο. Κι εκεί που λες ότι μάλλον δεν είσαι στον σωστό δρόμο, βλέπεις στο βάθος ένα πετρόχτιστο κτίριο σε πλήρη αρμονία με το περιβάλλον. Η μεγάλη, προσεγμένη και πεντακάθαρη αυλή σε προϊδεάζει θετικά. Και μόλις ξεπροβάλλουν στην είσοδο της ταβέρνας ο Τζεμίλ και η γυναίκα του, η Μουτζέν, χαμογελαστοί για να σε υποδεχτούν στον ζεστό και φιλόξενο χώρο τους, τότε καταλαβαίνεις πως εδώ θα νιώσεις σαν στο σπίτι σου.

Ο Τζεμίλ ήταν μάγειρας στην Ξάνθη και πριν από κάποια χρόνια αποφάσισε να ανοίξει ταβέρνα στο παλιό σπίτι του παππού του, κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά, λίγο πριν από το χωριό Κοττάνη. Ο χώρος είναι αρκετά ρουστίκ, στολισμένος με μπακίρια, υφαντά, κιλίμια και παλιά έπιπλα, ενώ στον επάνω όροφο έχουν κρατήσει την αρχιτεκτονική και τα αντικείμενα του σπιτιού όπως ήταν πριν από εκατό χρόνια. Οι μυρωδιές από την κουζίνα μας συνεπαίρνουν. Στο τραπέζι καταφθάνουν πομάκικα πιάτα – όλα με ντόπια υλικά: πάρενικ, μια πίτα με καλαμποκάλευρο, κρεμμύδι και τυρί (οι πιο ευκατάστατοι πρόσθεταν και καβουρμά), πατάτνικ (πατατόπιτα), πεκάν πατλατζάν (ψητή μελιτζάνα με τυρί) αλλά και σπιτικό τουρσί και φασολάδα, σις κεμπάπ, χουνκιάρ μπεγεντί και μια ποικιλία από ψητά γλυκάδια. Συνοδεύσαμε το φαγητό μας με ντόπιο τσίπουρο και στο τέλος η Μουτζέν μας κέρασε γλυκό από τα χεράκια της.

Την επομένη ξεκινήσαμε τη βόλτα μας από το Ωραίον. Κατά μήκος της καταπράσινης διαδρομής προσπεράσαμε κτηνοτρόφους που έβοσκαν τα ζώα τους και καπνοχώραφα με τις χαρακτηριστικές λιάστρες (ξύλινες κατασκευές που κρεμούν τα καπνά να ξεραθούν στον ήλιο). Κάναμε μια βόλτα ανάμεσα στις ασβεστωμένες αυλές και στα μποστάνια, ανταλλάξαμε καλημέρες με τους χαμογελαστούς ντόπιους και κατευθυνθήκαμε προς το Γεφύρι του Παπά, λίγο έξω από το χωριό, μια τοποθεσία που συνδέεται στενά με την ιστορία της περιοχής, πριν από τον εξισλαμισμό των Πομάκων. Χαμένο μέσα σε πυκνή βλάστηση, αποτελεί κομμάτι ενός παλιού ορεινού οδικού δικτύου, που χρησιμοποιούνταν για μετακίνηση ανθρώπων και αγαθών. Στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε προς το καταπράσινο χωριό Πίλημα, όπου καλλιεργούν τσάι του βουνού με παραδοσιακό ντόπιο σπόρο· αν έρθετε την άνοιξη και το καλοκαίρι, ολόκληρο το βουνό μυρίζει τσάι!

Για φαγητό καθίσαμε στην ταβέρνα «Το Πίλημα του Οτζιάν Καρά» (2541024242) όπου μας κέρδισε η πανδαισία πιάτων και γεύσεων: μπεϊτί κεμπάπ από μοσχαρίσιο κιμά τυλιχτό σε δική τους πίτα, με κόκκινη σάλτσα και βούτυρο, ατζέμ πιλάφ, κεμπάπ γιαουρτλού, χουνκιάρ μπεγεντί και τζιεροσαρμά (αρνίσια μπόλια γεμιστή με ρύζι και σπανάκι). Όσο για το τέλος, πώς να πούμε «όχι» σε έναν θεσπέσιο μπακλαβά κι ένα παγωμένο τσάι Tuvunu, το οποίο παράγεται στην περιοχή της Κομοτηνής με τσάι του βουνού που συλλέγεται με το χέρι από καλλιεργητές στο Πίλημα και στα γύρω Πομακοχώρια. Προτού αποχαιρετήσουμε τον Οτζιάν και την οικογένειά του, που κρατάνε όλοι μαζί την οικογενειακή ταβέρνα, πήραμε για την Αθήνα αποξηραμένο τσάι του βουνού και ρίγανη. «Θα τα βράζετε και θα ευωδιάζει όχι μόνο η πολυκατοικία, αλλά ολόκληρο το τετράγωνο», μας είπε ο Οτζιάν χαριτολογώντας!

Τελευταία στάση μας ήταν το χωριό Μύκη. Εκεί οι γυναίκες φοράνε παραδοσιακές φορεσιές στην καθημερινότητά τους και αυτή η εικόνα, βγαλμένη από άλλη εποχή, ήταν υπέροχη. Ζητήσαμε ευγενικά από κάποιες να τις φωτογραφίσουμε, εκείνες όμως από συστολή αρνήθηκαν. Κρατήσαμε την εικόνα και τη ζεστασιά τους στην ψυχή μας και πήραμε το δρόμο της επιστροφής.

Γεύση από Ξάνθη

Το βραδάκι περπατήσαμε στην πλακόστρωτη Παλιά Πόλη της Ξάνθης, περιπλανηθήκαμε στα στενά, θαυμάσαμε τα παραδοσιακά σπίτια και τα όμορφα αρχοντικά. Τα βήματά μας μας οδήγησαν σε ένα κτίριο με προσεγμένη αυλή και ζεστό φωτισμό, το εστιατόριο «Παλαιά Πόλις» (Ευριπίδη Χασιρτζόγλου 7, 2541068685), όπου στεγαζόταν η Βουλγαρική Ασφάλεια κατά την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πλέον αποτελεί έναν φιλόξενο χώρο που σερβίρει παραδοσιακή θρακιώτικη κουζίνα, με πολύ καλή κάβα και φιλικό προσωπικό. Δοκιμάσαμε τσιμπρίσα (τοπική τυροσαλάτα), φέτα μελένια, τηγανισμένη σε λεπτό φύλλο, θεσπέσιο μέλι και πασπαλισμένη με ανάμεικτο σουσάμι, σαλάτα με ελληνικό προσούτο, χουνκιάρ μπεγεντί, τας κεμπάπ και για το τέλος σεκέρ παρέ.

Γεμάτοι με τις εικόνες της επιβλητικής θρακιώτικης φύσης, χορτασμένοι από την πανδαισία της τοπικής κουζίνας, μα πάνω απ’ όλα νιώθοντας αγαλλίαση από τη ζεστασιά των ανθρώπων, ήπιαμε ένα κρασί στο «Apothiki», το ατμοσφαιρικό wine bar-bistro του μοντέρνου ξενοδοχείου «Elisso», στην καρδιά της Παλιάς Πόλης, που επίσης αποτελεί καλή βάση διαμονής.

Αν δεν έχετε έρθει στην περιοχή και δεν έχετε βιώσει αυτό το δημιουργικό συναπάντημα πολιτισμών, αγνοήστε ό,τι έχετε ακούσει για αυτήν, αφήστε στην άκρη τις προκαταλήψεις κι ελάτε ως εδώ για να περιπλανηθείτε, να αφουγκραστείτε τους ανθρώπους και να δοκιμάσετε τις γεύσεις της...

Info

Βάση μας στην Ξάνθη ήταν το ξενοδοχείο «Νέστος» (Τέρμα 28ης Οκτωβρίου, 2541027531), μια κομψή μονάδα μόλις 1 χλμ. από το κέντρο και 2 χλμ. από την Παλιά Πόλη. Διαθέτει 74 δωμάτια πλήρως ανακαινισμένα, καλά φωτισμένα και φιλόξενα. Το ευγενικό προσωπικό της ρεσεψιόν θα χαρεί να σας βοηθήσει κατά τη διάρκεια της διαμονής σας, προτείνοντας δρομολόγια, ξεναγήσεις και μερικά καλά εστιατόρια στην Παλιά Πόλη. Διαθέτει επίσης πλούσιο πρωινό, το οποίο σερβίρεται στο εστιατόριό του.

Ευχαριστούμε πολύ τον πρόεδρο του Πανελλήνιου Συλλόγου Πομάκων Ελλάδος κ. Ιμάμ Αχμέτ για την πολύτιμη βοήθειά του.

Από την Έλενα Κολλάτου Φωτό: Λεωνίδας Τούμπανος

Σχετικοί Προορισμοί