Το Fontainebleau το γνώρισα πολλά χρόνια πριν, τότε που ήμουν Erasmus στο Παρίσι και η ζωή εκεί είχε ακόμη αυτή την υπέροχη αίσθηση του "πού πάμε σήμερα;" με την απάντηση να είναι ενίοτε "όπου μας οδηγήσει η διάθεσή μας". Ένας παλιός συμφοιτητής μου από το Πάντειο, που έμενε κι εκείνος στο Παρίσι εκείνη την περίοδο, έριξε μια μέρα την ιδέα: να πάρουμε το τρένο, να κατέβουμε προς το Fontainebleau, να νοικιάσουμε ποδήλατα και να γυρίσουμε το δάσος.

Δεν χρειάστηκε πολλή σκέψη. Μαζί με μερικούς συναδέλφους του διαφορετικών εθνικοτήτων πήραμε το τρένο από το Gare de Lyon στο Παρίσι και μόλις 45 λεπτά αργότερα, βρεθήκαμε στο σταθμό Fontainebleau-Avon με ποδήλατα και κράνη, έτοιμοι να χαθούμε μέσα σε ένα από τα πιο διάσημα δάση της Γαλλίας.
Θυμάμαι περισσότερο την αίσθηση εκείνης της ημέρας παρά τη διαδρομή με κάθε λεπτομέρεια. Το ότι ξαφνικά είχαμε αφήσει πίσω μας τη γαλλική πρωτεύουσα και κάναμε ποδήλατο ανάμεσα σε τεράστια δέντρα, βράχια και χωμάτινα μονοπάτια. Ότι δεν είχαμε κάποιο ιδιαίτερο πρόγραμμα ούτε προσπαθούσαμε να "προλάβουμε" αξιοθέατα. Απλώς ποδηλατούσαμε, σταματούσαμε όπου μας άρεσε –συνήθως σε κάποιο ύψωμα με θέα για να απολαύσουμε το τοπίο ή για ένα μίνι πικνίκ με baguette, jambon-beurre και τυρί brie- και συνεχίζαμε.
Κάποια στιγμή η διαδρομή μάς έφερε μέχρι το Barbizon, ένα μικρό χωριό στην άκρη του δάσους. Τότε δεν γνώριζα ακόμη την ιστορία του. Αναγνώριζα μόνο ότι ήταν ιδιαίτερα γραφικό, ήσυχο και πολύ διαφορετικό από το Παρίσι που είχα αρχίσει να γνωρίζω εκείνα τα χρόνια. Σήμερα, επιστρέφοντας νοερά σε εκείνη την πρώτη επίσκεψη, μου αρέσει η σκέψη ότι χωρίς να το ξέρουμε περπατούσαμε και ποδηλατούσαμε σ’ ένα τοπίο που είχε υπάρξει υπαίθριο εργαστήριο για μερικούς από τους σημαντικότερους Γάλλους ζωγράφους του 19ου αιώνα.

Γιατί το Fontainebleau δεν είναι απλώς ένα μεγάλο δάσος λίγο έξω από το Παρίσι. Είναι ένας ολόκληρος κόσμος από δέντρα, βράχια, ξέφωτα και διαφορετικές αποχρώσεις του πράσινου, που για τους ζωγράφους του 19ου αιώνα αποτέλεσε κάτι πολύ περισσότερο από όμορφο φόντο. Από τη δεκαετία του 1820 καλλιτέχνες άρχισαν να έρχονται εδώ για να ζωγραφίσουν τη φύση όπως πραγματικά την έβλεπαν, έξω από τα εργαστήριά τους. Ανάμεσά τους ο Théodore Rousseau, ο Jean-François Millet, ο Camille Corot και ο Charles-François Daubigny. Και κάπως έτσι, στην άκρη αυτού του δάσους, ένα μικρό χωριό ξυλοκόπων απέκτησε μια θέση στην ιστορία της τέχνης.

Barbizon, το μικρό χωριό των μεγάλων ζωγράφων
Η πρώτη εντύπωση από το Barbizon είναι αυτή ενός μικρού, ήσυχου γαλλικού χωριού που μοιάζει φτιαγμένο για αργές βόλτες. Η Grande Rue, ο κεντρικός δρόμος του, περνά ανάμεσα από παλιά σπίτια, μικρές γκαλερί, εστιατόρια και καφέ, ενώ λίγο πιο πέρα αρχίζει το δάσος. Δεν είναι δύσκολο να φανταστείς ότι κάποτε εδώ συγκεντρώνονταν εκατοντάδες καλλιτέχνες που έρχονταν από το Παρίσι για να ζωγραφίσουν τη φύση.

Γύρω στο 1820, ο Edmée και ο François Ganne εγκαταστάθηκαν στο Barbizon και δημιούργησαν ένα παντοπωλείο που σύντομα έγινε και πανδοχείο. Το 1827 έφτασε στο χωριό ο Camille Corot και σταδιακά άρχισαν να ακολουθούν κι άλλοι ζωγράφοι. Ανάμεσά τους ο Théodore Rousseau και ο Jean-François Millet, οι δύο από τις σημαντικότερες μορφές αυτού που αργότερα ονομάστηκε Σχολή της Barbizon.

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν έρχονταν εδώ απλώς για να περάσουν μερικές ημέρες στην εξοχή. Ήθελαν να ζωγραφίσουν επί τόπου, μπροστά στο πραγματικό τοπίο. Το "peindre sur le motif", όπως ονομάστηκε, σήμαινε ότι άφηναν τα εργαστήριά τους και έμπαιναν στο δάσος με τα καβαλέτα τους για να παρατηρήσουν το φως, τα δέντρα, τους βράχους, τα ξέφωτα και τις αλλαγές του καιρού όπως ακριβώς συνέβαιναν. Η εφεύρεση του σωληναρίου μπογιάς έκανε αυτή την ελευθερία ακόμη πιο εύκολη.

Και το δάσος του Fontainebleau είχε άφθονα πράγματα για να τους κρατήσει απασχολημένους. Είναι ένα παράξενο και πανέμορφο τοπίο, πολύ διαφορετικό από την εικόνα που ίσως έχει κανείς στο μυαλό του όταν ακούει απλώς τη λέξη "δάσος". Ανάμεσα στα δέντρα εμφανίζονται τεράστιοι σχηματισμοί από ψαμμίτη, βράχια με παράξενα σχήματα, αμμώδεις εκτάσεις, μικρά φαράγγια και ξέφωτα. Σήμερα το δάσος διαθέτει εκατοντάδες χιλιόμετρα σηματοδοτημένων μονοπατιών και αποτελεί δημοφιλή προορισμό για πεζοπορία, ποδηλασία και αναρρίχηση.

Τότε, βέβαια, εμείς δεν ξέραμε τίποτα από όλα αυτά. Το μόνο που μας ενδιέφερε ήταν να κάνουμε ποδήλατο μέσα στη φύση. Και κάπως έτσι, χωρίς ιδιαίτερο σχεδιασμό, βρεθήκαμε να διασχίζουμε ένα τοπίο που είχε εμπνεύσει -δικαίως- ζωγράφους πολλά χρόνια πριν. Θυμάμαι τα δέντρα, τις μικρές στάσεις, την αίσθηση ελευθερίας και εκείνη την ευχάριστη κούραση που έχεις όταν έχεις περάσει ώρες έξω χωρίς να κοιτάς την ώρα. Σήμερα μου φαίνεται σχεδόν αστείο που τότε το Barbizon ήταν απλώς ένας όμορφος σταθμός στη διαδρομή μας.
Η Auberge Ganne και οι "ζωγράφοι του Ganne"
Αν υπάρχει ένα μέρος που συμπυκνώνει την ιστορία του Barbizon, αυτό είναι η Auberge Ganne. Το παλιό πανδοχείο των Ganne έγινε το σημείο συνάντησης των καλλιτεχνών που κατέφθαναν στην περιοχή. Από τη δεκαετία του 1830 έως περίπου το 1875, ζωγράφοι, γλύπτες, συγγραφείς και άλλοι άνθρωποι των τεχνών περνούσαν από εδώ. Μερικοί έμεναν για λίγο, άλλοι επέστρεφαν ξανά και ξανά και κάποιοι, όπως ο Rousseau και ο Millet, εγκαταστάθηκαν τελικά στο Barbizon.

Υπάρχει μάλιστα κάτι πολύ γοητευτικό στην ιστορία της Auberge Ganne: οι καλλιτέχνες συχνά πλήρωναν τη διαμονή ή το φαγητό τους αφήνοντας πίσω έργα τους. Έτσι, έπιπλα, ξύλινες επιφάνειες, ντουλάπια και τοίχοι του πανδοχείου γέμισαν με ζωγραφισμένες παραστάσεις. Το σημερινό μουσείο διατηρεί αυτή την ατμόσφαιρα, με τους χώρους και τα διακοσμημένα αντικείμενα να δίνουν μια πολύ πιο προσωπική εικόνα της ζωής των καλλιτεχνών από εκείνη που θα έδινε μια απλή αίθουσα με πίνακες.
Το Musée départemental des peintres de Barbizon στεγάζεται σήμερα σε δύο ιστορικά σημεία: στην Auberge Ganne και στο σπίτι-εργαστήριο του Théodore Rousseau.
Στο σπίτι του Millet
Λίγο πιο κάτω, στη Grande Rue, βρίσκεται το σπίτι και εργαστήριο του Jean-François Millet. Ο Millet είναι ίσως ο ζωγράφος που έχει συνδεθεί περισσότερο με την εικόνα της αγροτικής ζωής που έχουμε σήμερα στο μυαλό μας όταν ακούμε "Barbizon". Οι Σταχομαζώχτρες (Les Glaneuses), ο Σπορέας (Le Semeur) και ο Άγγελος (L’Angélus) είναι μερικά από τα πιο γνωστά έργα του. Στο Barbizon μπορεί κανείς να επισκεφθεί το σπίτι όπου έζησε και εργάστηκε και να δει προσωπικά αντικείμενα, σχέδια και χαρακτικά του.
Και είναι ίσως αυτή η πλευρά του Barbizon που μου αρέσει περισσότερο: δεν χρειάζεται να είσαι φανατικός της ζωγραφικής για να καταλάβεις τη σχέση ανάμεσα στον τόπο και στα έργα. Αρκεί να περπατήσεις λίγο έξω από το χωριό και να μπεις στο δάσος. Ξαφνικά, το τοπίο που βλέπεις μπροστά σου αποκτά άλλη σημασία.
Στο βασιλικό Fontainebleau
Αν βρεθείς στην περιοχή, αξίζει φυσικά να αφιερώσεις χρόνο και στην ίδια την πόλη του Fontainebleau και στο περίφημο Château. Η βασιλική και αυτοκρατορική κατοικία, που εξελίχθηκε μέσα στους αιώνες, αποτελεί μαζί με το πάρκο της μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Το κάστρο αποτέλεσε την κατοικία 34 βασιλιάδων και το μόνο που κατοικούσαν όλοι οι Γάλλοι μονάρχες για σχεδόν 8 αιώνες. Διαθέτει 1500 δωμάτια και είναι από τα μεγαλύτερα και πιο πλούσια επιπλωμένα κάστρα στη Γαλλία.

Το Château de Fontainebleau είναι ένας κόσμος από μόνο του: αυλές, σκάλες, κήποι και αίθουσες που αφηγούνται αιώνες γαλλικής ιστορίας. Αλλά προσωπικά, αν είχα μόνο μία ημέρα στην περιοχή, δεν θα ήθελα να την περάσω ολόκληρη μέσα στο παλάτι. Θα κρατούσα χρόνο για το δάσος.
Γιατί εκεί βρίσκεται ίσως η πιο ιδιαίτερη πλευρά του Fontainebleau. Εκεί όπου κάποτε έφταναν οι ζωγράφοι με τα καβαλέτα τους, εκεί όπου περπατούσαν ανάμεσα στους βράχους ψάχνοντας το επόμενο τοπίο που θα μεταφέρουν στον καμβά, μπορείς ακόμη και σήμερα να κάνεις μια βόλτα και να καταλάβεις γιατί αυτό το μέρος τους κράτησε εδώ για τόσο καιρό. Και κάπου ανάμεσα στα μονοπάτια, το Barbizon εμφανίζεται σχεδόν φυσικά, σαν μικρή προέκταση του δάσους. Ίσως, τελικά, αυτό να ήταν που είχα αγαπήσει τότε, χωρίς να μπορώ να το ονομάσω. Όχι ένα αξιοθέατο. Αλλά μια ολόκληρη ημέρα έξω από το Παρίσι, μ’ ένα ποδήλατο, φίλους και έναν δρόμο που δεν ξέραμε πού ακριβώς θα μας βγάλει.

Για ένα déjeuner ή ένα ποτήρι κρασί
Ακριβώς απέναντι από την είσοδο του παλατιού, το Le Mansart (3 Place du Général de Gaulle) είναι μια κλασική γαλλική brasserie με μεγάλη βεράντα, ιδανική για ένα χαλαρό déjeuner, έναν καφέ ή ένα ποτό με θέα το château.
Για πιο ατμοσφαιρικό apéro, το Au Sommelier du Château (26 rue de Ferrare) συνδυάζει wine bar και εστιατόριο, με μεγάλη επιλογή κρασιών, αλλαντικά, τυριά και planches για να μοιραστείτε.
Αν θέλετε να καθίσετε για ένα κανονικό γαλλικό déjeuner, το La Petite Ardoise (16-18 rue Montebello) είναι ένα μικρό εστιατόριο στο κέντρο, σε απόσταση περιπάτου από το château, με παραδοσιακή κουζίνα και εποχικές προτάσεις.
Υπάρχει, τέλος, και η πιο ιδιαίτερη επιλογή να μη φύγετε καν από το παλάτι: το Les Petites Bouches de l’Empereur (Château de Fontainebleau, Place du Général de Gaulle) βρίσκεται μέσα στο château, με τραπεζάκια που βλέπουν προς το Étang aux Carpes και το Grand Parterre. Η κουζίνα βασίζεται σε φρέσκα, εποχικά και τοπικά προϊόντα, ενώ τις Κυριακές σερβίρεται και brunch.

