Για τη συντριπτική πλειονότητα των ταξιδιωτών, οι καλοκαιρινές διακοπές ταυτίζονται με ήλιο, θάλασσα και νησί. Με τις θερμοκρασίες-ρεκόρ των τελευταίων ημερών, όμως, όλο και περισσότεροι το σκέφτονται διπλά πριν κάνουν κράτηση σε hot –κυριολεκτικά– spots και φαντασιώνονται καλοκαίρια δροσερά, μέσα στο πράσινο. Καλώς ήρθατε, λοιπόν, στην τάση –αλλά και ανάγκη– του coolcation. Ορεινοί προορισμοί κερδίζουν έδαφος, συνδυάζοντας δροσιά και ησυχία με διακοπές χωρίς ουρές στα αξιοθέατα και αναμονές στα εστιατόρια. Και μαζί μάς μυούν σε ένα άλλο είδος καλοκαιρινής ομορφιάς: άγρια βουνά, καταπράσινες κοιλάδες, ποτάμια και μονοπάτια. Εδώ το πρόγραμμα γράφει πεζοπορία στη φύση, βουτιά στο ποτάμι, καφέ κάτω από πλατάνια και ζακετούλα μόλις πέσει ο ήλιος. Αντί για ομπρέλα θαλάσσης, λοιπόν, ένα καλό ζευγάρι παπούτσια. Καθόλου άσχημα.

Τιθορέα – Παρνασσός
Απόλυτη ησυχία, noir ατμόσφαιρα και συγκλονιστική θέα στο φαράγγι του Κάχαλα. Η κινηματογραφική ομορφιά της Τιθορέας πιθανότατα κάτι θα είχε να κάνει με τη μετέπειτα σπουδαία πορεία του Φιλοποίμενα Φίνου, που έζησε εδώ τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Σκαρφαλωμένη στη σκιά ενός επιβλητικού βράχου, η Τιθορέα, ή Βελίτσα, κρύβει μέσα στο φαράγγι τη "Μαύρη Τρούπα του Παρνασσού", τη σπηλιά που υπήρξε καταφύγιο του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Η διαδρομή μέχρι εκεί διαρκεί περίπου δύο ώρες, όμως το τελευταίο κομμάτι, με σιδερένιες σκάλες κάθετα στον βράχο, είναι για όσους έχουν εμπειρία στην ορειβασία. Ευκολότερη και εξίσου απολαυστική επιλογή είναι το μονοπάτι προς το Αισθητικό Δάσος, πνιγμένο στα πεύκα και τα έλατα.
Στο χωριό, κλασικό σημείο για στάση και φωτογραφία είναι το μεγάλο μπαλκόνι της πλατείας Οδυσσέα Ανδρούτσου, με το άγαλμα του ήρωα και τη θέα να ανοίγει εντυπωσιακά προς το τοπίο. Από εκεί, τα στριφογυριστά πετρόχτιστα σοκάκια οδηγούν στη μεγάλη πλατεία, όπου κυριαρχεί ένας θεόρατος αιωνόβιος πλάτανος και τα τραπεζάκια του καφενείου Ωραία Τιθορέα. Το καλοκαίρι εδώ κυλά αργά, στη σκιά, με τον Παρνασσό να κάνει όλη τη δουλειά του φυσικού air condition. Και όταν χαμηλώνει ο ήλιος, η θερμοκρασία πέφτει μαζί του, θυμίζοντας γιατί το βουνό αρχίζει να μοιάζει τόσο δελεαστικό τον Αύγουστο.

Βουργαρέλι – Τζουμέρκα
Με κοφτερές κορυφές και σχεδόν στοιχειωτική ομορφιά, τα Τζουμέρκα μπορεί τον χειμώνα να φαντάζουν δυσπρόσιτα. Το καλοκαίρι, όμως, αλλάζουν πρόσωπο. Αγκιστρωμένο ανάμεσα σε δύο λόφους, στα 775 μέτρα, το Βουργαρέλι είναι ιδανική βάση για να τα ανακαλύψεις. Εδώ μόνιμη υπόκρουση είναι το νερό: πηγές, μικροί καταρράκτες και πέτρινες βρύσες συνοδεύουν σχεδόν κάθε βόλτα. Στην τεράστια πλατεία-μπαλκόνι, τη μεγαλύτερη των Τζουμέρκων, η θέα είναι φανταστική, ενώ λίγο πιο πέρα βρίσκονται οι δύο διάσημες βρύσες, η Κρυστάλλω και η Αρχόντω. Η ντόπια παράδοση θέλει όποιον ξένο πιει νερό από αυτές να παντρεύεται κοπέλα από το χωριό, οπότε… πράξτε κατά βούλησιν.

Για περπάτημα, η κυκλική διαδρομή στα Λουτρά Καπετάνιου περνά μέσα από αγριολούλουδα και έλατα και οδηγεί σε δύο μικρούς καταρράκτες, ενώ το Νεραϊδογέφυρο στο μονοπάτι προς Λεπτοκαρυά μοιάζει παγωμένο στον χρόνο. Πάνω από το χωριό, μια πέτρινη σκάλα ανεβαίνει στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, ιστορικό σημείο της Επανάστασης στα Τζουμέρκα. Αξίζει και μια στάση στο Κύτταρο Τέχνης Τζουμέρκων, με τη μόνιμη έκθεση φωτογραφιών του Κώστα Μπαλάφα. Και για κανονική καλοκαιρινή βουτιά, ο Αχελώος σχηματίζει μικρές ορεσίβιες "παραλίες" με τεράστια λευκά βότσαλα. Κοντά στο Γκολφάρι, η θεαματική κρεμαστή γέφυρα είναι έξτρα bonus για όσους δεν έχουν θέμα με τα ύψη.

Νυμφαίο – Φλώρινα
Σε υψόμετρο 1.350 μέτρων, στο όρος Βίτσι, και περιτριγυρισμένο από πυκνό δάσος οξιάς, το Νυμφαίο είναι από εκείνα τα χωριά που μοιάζουν να έχουν στηθεί για να διαψεύδουν όσα ξέρουμε για το ελληνικό καλοκαίρι. Η φυσική ομορφιά συναγωνίζεται την αρχοντιά του ίδιου του οικισμού: λιθόστρωτα δρομάκια, εντυπωσιακά πέτρινα αρχοντικά –πολλά από αυτά σήμερα ξενώνες– και μια αίσθηση άλλης εποχής που παραμένει χωρίς να γίνεται σκηνικό. Σε ένα από τα ιστορικά κτίρια στεγάζεται και το Μουσείο Αργυροχρυσοχοΐας, υπενθυμίζοντας την τέχνη που συνέβαλε κάποτε στην οικονομική ακμή του χωριού.

Ο πιο γνωστός λόγος για να ανέβει κανείς ως εδώ είναι, βέβαια, ο Αρκτούρος. Το καταφύγιο αποτελεί πόλο έλξης για επισκέπτες από όλη την Ελλάδα που θέλουν να γνωρίσουν καλύτερα την καφέ αρκούδα και το έργο προστασίας της άγριας ζωής. Λίγο πιο μακριά, η λίμνη Ζάζαρη είναι ιδανική για όσους αγαπούν την παρατήρηση πουλιών και τα ήσυχα τοπία, αφού φιλοξενεί πολλά είδη, αρκετά από αυτά σπάνια. Το μεγάλο ατού, όμως, έρχεται όταν βραδιάζει: ενώ χαμηλότερα ο καύσωνας επιμένει, εδώ η θερμοκρασία πέφτει αισθητά. Και ξαφνικά, μέσα στον Αύγουστο, η ζακέτα δεν μοιάζει καθόλου υπερβολή. Είναι ίσως η πιο πειστική υπενθύμιση ότι οι καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα δεν χρειάζονται απαραίτητα ούτε παραλία ούτε κλιματισμό.

