Με νωπές ακόμη τις μνήμες από την επίσκεψή μου στη Βενετία στο πλαίσιο της Μπιενάλε που εγκαινιάστηκε πριν λίγες μέρες, δεν μπορώ αυτές τις μέρες να μην συγκρίνω (έστω και επιφανειακά, ως επισκέπτρια δύο ημερών, σταθερή πάντως μες στα χρόνια) την εμπειρία της πόλης με αυτή της Αθήνας –με το ισοζύγιο να γέρνει σαφώς προς την πρώτη. Η σύγκριση γίνεται ειδικότερα μες στην αμφιλεγόμενη συζήτηση περί υπερτουρισμού που κατά ορισμένους στη χώρα μας δεν υφίσταται πλην ελάχιστων ίσως προορισμών, αντίθετα αυτό που παρατηρείται είναι… υπο-υποδομές (έλλειψη υποδομών που να μπορούν να καλύψουν τον τουρισμό χωρίς αρνητικές συνέπειες για την εμπειρία επισκεπτών και κατοίκων).

Όσο λοιπόν κι αν μας φαίνεται παράξενο, η εμπειρία της Βενετίας, πόλης-αρχέτυπο του υπερτουρισμού (μην ξεχνάμε ότι καθιέρωσε πρώτη το εισιτήριο ημερήσιας εισόδου για όσους δεν διαμένουν σε αυτή) κάνει σε ορισμένα πράγματα την Αθήνα να κοκκινίζει. Και μάλιστα εν μέσω του weekend των εγκαινίων ενός από τα δύο μεγαλύτερα events της πόλης (με τα ξενοδοχεία fully booked).
Νυχτερινό βαπορέτο κανείς;


Για το ένα από αυτά έχουμε γράψει πολλές φορές και δεν είναι άλλο από τις συγκοινωνίες, με τη Βενετία να νικάει κατά κράτος την Αθήνα, αφού, παρότι για να πας στον προορισμό σου μπορεί να χρειάζεται να αλλάξεις βαπορέτο και νυχτερινό λεωφορείο, η συνέπειά τους αποδεικνύεται ασυναγώνιστη σχετικά με την αναμονή για το 550 στην Κηφισίας ή για το τρόλεϊ στην Πατησίων (και δεν έχει μπει ακόμη το καλοκαίρι).
Τι γίνεται με την προσβασιμότητα



Το δεύτερο είναι η προσβασιμότητα, με μπάρες για τα ΑμεΑ να επιτρέπουν τη βόλτα στην κεντρική περαντζάδα τουλάχιστον, που είναι γεμάτη γεφυράκια, χωρίς να χαλάει την αισθητική μιας πόλης-μνημείο –αν υποθέσουμε ότι αυτό θα έπρεπε να μας απασχολεί. Αντίθετα, ως κάτοικος του προνομιακού κέντρου της Αθήνας διασταυρώνομαι καθημερινά με επισκέπτες που έχουν βγει από ξενοδοχείο πάνω στη λεωφόρο Αμαλίας απέναντι από τη Βουλή και τον Εθνικό Κήπο και πηγαίνουν πάνω κάτω το (φθαρμένο) πεζοδρόμιο με το αμαξίδιό τους για να βρουν τρόπο να συνεχίσουν το δρόμο τους επί της Αμαλίας προς την Ακρόπολη. Ντρέπεται και η ντροπή.
Αισθητικές και άλλες μάχες
Το τρίτο είναι τα σκουπίδια, τα οποία έχουν εξαφανιστεί αισθητά από τη Βενετία σε σχέση με το παρελθόν, κάτι που όλοι και όλες ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να περηφανευτούμε για την Αθήνα αυτή την εποχή. Τέλος, οι παλιότεροι/ες επισκέπτες/τριες της πόλης θα θυμάστε την έντονη παρουσία των νέων επιγραφών στα τουριστικά spots, οι οποίες έχουν αφαιρεθεί πλέον από παντού αναδεικνύοντας την ατμόσφαιρα της ιστορίας.

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε τέλος, τηρουμένων πάντα των αναλογιών, και για τις διαφορές στη θέση που έχει για την κάθε πόλη και πολιτεία ένας πολιτιστικός θεσμός όπως μια μπιενάλε, με τη Βενετία να έχει αναγνωρίσει προ πολλού την προστιθέμενη αξία του πλέον ιστορικού θεσμού (ακόμη κι αν η συζήτηση πλέον εκεί εντοπίζεται στην εξορυκτική λογική της διοίκησης της λιμνοθάλασσας που προσομοιάζει με αυτή της διοίκησης του θεσμού, όπως εμβριθώς ανέλυσε η θεωρητικός και επιμελήτρια Antonia Majaca που ζει στη Βενετία σε πρόσφατο άρθρο της στην πλατφόρμα e-flux). Αντίθετα από την Ελλάδα, όπου θεσμοί όπως η Μπιενάλε της Αθήνας αδυνατούν να "υιοθετηθούν" από οποιαδήποτε δημόσια αρχή, στρεφόμενοι στην ιδιωτική πατρωνία, και ιστορικά φεστιβάλ όπως οι Νύχτες Πρεμιέρας χτυπούν καμπανάκια βιωσιμότητας. Αλλά εκεί θα ήταν σαν να παίζαμε με 8-9 παίκτες...

