@Γιώργος Καπλανίδης
Ο Θάνος Τοκάκης σκηνοθέτησε και μετέφρασε το έργο του Βρετανού Richard Bean, "Ένας Υπηρέτης, Δύο Αφεντικά", το οποίο αποτελεί διασκευή της γνωστής κωμωδίας του Κάρλο Γκολντόνι "Υπηρέτης Δύο Αφεντάδων". Το έργο του Ιταλού Γκολντόνι ξανασύστησε την Κομμέντια ντελ’ άρτε στο κοινό του 19ου αιώνα, επαναφέροντας στη σκηνή την κωμωδία των παρεξηγήσεων, τις μεταμφιέσεις, τον γκαφατζή υπηρέτη και έχοντας σε πρώτο πλάνο την ερωτική ιστορία ενός νέου ζευγαριού.

Η διασκευή του Bean, γραμμένη το 2011, διατήρησε όλα τα στοιχεία της πρωτότυπης κωμωδίας, μεταφέροντάς την όμως στη δεκαετία του 1960. Ο Βρετανός συγγραφέας θέλησε έτσι να διακωμωδήσει την καλλιτεχνική, πνευματική και κοινωνική κατάσταση της μεταπολεμικής Βρετανίας, η οποία μολονότι διατηρούσε το θεσμό της μοναρχίας, γινόταν ολοένα και λιγότερο Μεγάλη. Προσηλωμένο σημαντικά στην αγγλική πραγματικότητα, το έργο πάσχει σημαντικά από δραματουργικής άποψης, γεγονός που ο συγγραφέας καλύπτει, μεταξύ άλλων, με τα αυτοσχεδιαστικά μέρη του.
Αυτές τις δραματουργικές αδυναμίες φαίνεται να κατανόησε και ο Θάνος Τοκάκης, ο οποίος επέφερε πολλές και, κατά σημεία, σημαντικές αλλαγές στο θεατρικό έργο του Bean. Ο σκηνοθέτης, στα πρότυπα της κομμέντια ντελ' άρτε, πάτησε στα αυτοσχεδιαστικά μέρη και τα αύξησε προκειμένου να δώσει περισσότερο χώρο και χρόνο στους ηθοποιούς του, γεγονός που τον αντάμειψε. Διατήρησε έναν γρήγορο ρυθμό καθόλη την παράσταση, ενώ εκτός από τα σχόλια που αναφέρονταν στη σύγχρονη πραγματικότητα, ενίσχυσε την αλληλεπίδραση σκηνής-πλατείας με την ενεργή συμμετοχή θεατών.

Ο Γιώργος Χρυσοστόμου πραγματοποίησε έναν αληθινό υποκριτικό άθλο, αφού κατάφερε να παίζει με τους ηθοποιούς στη σκηνή και με το κοινό στην πλατεία, αλλά επίσης να μπαίνει στην υπόθεση του έργου, ενώ παράλληλα σχολίαζε την σύγχρονη καθημερινότητα, ακόμα και ό,τι συνέβαινε μέσα στο θέατρο! Διατηρώντας το μέτρο, αλλά και το ρεαλισμό, χωρίς να ξεφεύγει σε υπερβολές ή εξάρσεις, ο Χρυσοστόμου αποτέλεσε αδιαμφισβήτητα το πλέον δυνατό χαρτί της παράστασης. Άξια στάθηκε δίπλα στον υποκριτικό τυφώνα-Χρυσοστόμου και η Γρηγορία Μεθενίτη, η οποία επίσης ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις διπλού πρωταγωνιστικού ρόλου. Και οι υπόλοιποι ηθοποιοί όμως κατάφεραν με υποκριτική δεινότητα να ερμηνεύσουν περισσότερους από έναν ρόλους ο καθένας. Έτσι, ο Αργύρης Γκαγκάνης ήταν εξαιρετικός, ειδικά στο ρόλο του Τσάρλι, ο Γιάννης Καπελέρης ήταν απολαυστικός ιδιαίτερα όταν έπαιζε τον γέρο υπηρέτη Άλφι, ενώ πολύ καλοί ήταν επίσης οι Λυδία Στέφου και Νίκος Ιατρού, οι οποίοι αποτέλεσαν τους σύγχρονους "ερωτευμένους (innamorati)".
Καταπληκτικά ήταν τα τόσο ευφάνταστα κοστούμια της Εβελίνας Δαρζέντα, συμβάλλοντας καταλυτικά στο συνολικό κωμικό αποτέλεσμα, ενώ τα σκηνικά του Γιάννη Μουρίκη ήταν λειτουργικά και εναρμονισμένα στο πνεύμα του έργου. Τέλος, η κινησιολογία της Άντυς Τζούμα βασίστηκε στην έντονη σωματικότητα επιβεβαιώνοντας τη θεατρική δύναμη της αναγεννησιακής κομμέντια ντελ' άρτε μέχρι και σήμερα.

Συνολικά, πρόκειται για μια ευχάριστη, απολαυστική και άκρως κωμική παράσταση, με πολύ καλούς ηθοποιούς. Ωστόσο, εύλογα προκύπτει το ερώτημα, για ποιο λόγο επέλεξε ο σκηνοθέτης τη συγκεκριμένη διασκευή η οποία εμφανίζει πολλά δραματουργικά προβλήματα και κενά, και όχι το έργο του Γκολντόνι, αφού επενέβη καταλυτικά στο κείμενο παραλλάσσοντάς το σημαντικά.

