Ανδρέας Σιμόπουλος
Η σκηνοθεσία του Δ. Τάρλοου εξαρχής πέτυχε ένα δύσκολο δίπολο: αφενός, να αποδώσει τα νοήματα και το ύφος του Μπέκετ και αφετέρου, να αναδείξει τις παραλληλίες με το σήμερα.
Το κοινό αρχικά αντικρύζει την Γουίνι που είναι θαμμένη μέχρι τη μέση σε ένα λόφο και μαζί της, πίσω από το λόφο, είναι ο άντρας της, ο Γουίλι. Η παράσταση αρχίζει μόλις μια φωτεινή επιγραφή αρχίζει να αναβοσβήνει κόκκινο φως, ενώ ακούγεται ένας οξύς και διαπεραστικός ήχος που θυμίζει σειρήνα συναγερμού που καλεί στα καταφύγια.

@Ανδρέας Σιμόπουλος
Ο Γουίλι είναι σαφές ότι κατάγεται από την ίδια δραματουργική ρίζα με τον Λάκι του "Περιμένοντας τον Γκοντό". Μουγκρίζει και έρπει σαν ζώο, ενώ τις ελάχιστες φορές που μιλάει κάνει εξαιρετικά πετυχημένες παρατηρήσεις και σχόλια. Συχνά γίνεται αφορμή για να αναδειχθεί η κωμικότητα η οποία κρύβεται στο παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ο Δ. Τάρλοου πέρασε στην ουσία της μπεκετικής γραφής, η οποία αποτυπώνει τη ματαιότητα του πολέμου. Ο σκηνοθέτης παραλλήλισε επιτυχώς το έργο με το ‘τώρα’ βάζοντας στο επίκεντρο την Γουίνι και την καθημερινότητά της. Η Γουίνι πιέζει τον εαυτό της να πιστέψει ότι όλα κυλούν ‘κανονικά’ και υπάρχουν μόνον ευτυχισμένες μέρες, αποφεύγοντας να αντιμετωπίσει το αναπόφευκτο, όπως συμβαίνει και σήμερα. Αν και εγκλωβισμένη σε έναν χωμάτινο λόφο, που μέλλει να γίνει ο τάφος της, η Γουίνι δεν κάνει το ο,τιδήποτε για να απολαύσει το χρόνο που έχει παρά βυθίζεται στην καθημερινή της ρουτίνα πλένοντας τα δόντια της και βουρτσίζοντας τα μαλλιά της.

@Ανδρέας Σιμόπουλος
Η Αγλαΐα Παπά απέδωσε με μέτρο, συνέπεια και ρεαλισμό το ρόλο της Γουίνι, κατορθώνοντας με μαεστρία να μοιάζει αποστασιοποιημένη σε κάτι απολύτως προσωπικό. Δίπλα της, πολύ καλός ο Δημήτρης Μπίτος ως μια ασκητική μορφή, σιωπηρός συνομιλητής στο μονόλογο της Γουίνι.
Εξαιρετική ήταν η μετάφραση των Δ. Τάρλοου και Αγ. Παπά, η οποία βασίστηκε στην υποδειγματική δουλειά της Χριστίνας Τσίγκου. Τα κοστούμια και το σκηνικό του Πάρη Μέξη ήταν λιτά και αντιπροσωπευτικά της φιλοσοφίας του Μπέκετ φωτίζοντας τα μηνύματα του έργου. Τέλος, ειδική αναφορά χρειάζεται για το καλογραμμένο πρόγραμμα, καθώς εκλείπουν πια τα προγράμματα από τις περισσότερες παραστάσεις.
Ο Μπέκετ εμπνεύστηκε για το έργο από το τραγούδι των Milton Ager και Jack Yellen, με τίτλο ‘Happy Days Are Here Again’, θέλοντας να φωτίσει το παράδοξο αλλά και τη ματαιότητα της ανθρώπινης φύσης. Η παράσταση του Δ. Τάρλοου ανέδειξε τον κίνδυνο στον οποίο βρίσκεται σήμερα η ανθρωπότητα, αντιμέτωπη με τον παραλογισμό ο οποίος παραβλέπει όχι μόνον τη φθαρτότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και την ομορφιά της.
Περισσότερες πληροφορίες
Ευτυχισμένες μέρες
Ένα από τα εμβληματικότερα έργα του θεάτρου του παραλόγου για τη δύναμη της ανθρώπινης θέλησης σκηνοθετεί ο Δ. Τάρλοου, που αναμετριέται για πρώτη φορά με τον Μπέκετ. Σε αυτή την ηρωίδα επικεντρώνεται το έργο, η οποία βρίσκεται θαμμένη μέχρι τη μέση της σε ένα έδαφος άνυδρο και ερημικό. Παρά ταύτα, η Γουίνι παραμένει αισιόδοξη, προσκολλημένη στις καθημερινές της συνήθειες και στα αγαπημένα της αντικείμενα, υποδεικνύοντας τη ρουτίνα ως μέσο επιβίωσης. Στη συνέχεια, τη συναντούμε θαμμένη μέχρι τον λαιμό πλέον, άρα ανίκανη να κινηθεί, αλλά χωρίς να παύει να μιλά, χωρίς να παύει να ελπίζει. Ακριβώς σε αυτό εστιάζει η παράσταση, στην ικανότητα με την οποία ο μεγάλος ιρλανδός οπλίζει την ηρωίδα του, ώστε να ανταπεξέρχεται στην αποξένωση, τη ματαιότητα της ύπαρξης, την έλλειψη ή τη δυσκολία επικοινωνίας. Ο λιτός χώρος γεμίζει από υπαρξιακή ένταση, η ακινησία και ο χρόνος που φτάνει στο τέλος του αποκαλύπτουν τη βαθιά φιλοσοφική διάσταση της ζωής.

