Η Μαρία Πρωτόπαππα σκύβει ουσιαστικά πάνω στο έργο του Λόρκα, αποφεύγει τους σκόπελους μιας μελοδραματικής ή ηθογραφικής ανάγνωσης και φτάνει στον πυρήνα του, αφενός φωτίζοντας το δράμα της άτεκνης ηρωίδας ως ανεκπλήρωτη επιθυμία ερωτικής και έμφυλης ολοκλήρωσης και αφετέρου τοποθετώντας το έργο μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της εποχής του. Η παράστασή της φωτίζει την πατριαρχική ανδαλουσιανή επαρχία της δεκαετίας του ’30, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει τη "φεμινιστική" ματιά του Λόρκα.
Ενδιαφέρουσα και φιλόδοξη είναι η μεταδραματική επιλογή να εμφανιστεί ο ίδιος ο συγγραφέας επί σκηνής: τον ενσαρκώνει ο Γιάννος Περλέγκας, ο οποίος γεννά ατάκα-ατάκα το έργο μπροστά μας, γράφει, παρεμβαίνει, συνομιλεί με τα πρόσωπα, ερμηνεύει ρόλους. Η παρουσία του ανοίγει την παράσταση σε ένα ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό σύμπαν, ανεβάζοντας στη σκηνή την πολιτική ταυτότητα του συγγραφέα, τη σεξουαλικότητά του, τη σκιά της φρανκικής Ισπανίας. Δεν λειτουργούν, ωστόσο, όλα αυτά τα πρόσθετα στοιχεία με την ίδια οργανικότητα· ορισμένες ιδέες μένουν περισσότερο δηλωτικές παρά δραματουργικά αναγκαίες, ενώ δεν λειτουργούν εύκολα σε θεατές που δεν γνωρίζουν στοιχεία της ζωής και της προσωπικότητας του Λόρκα.

Η παράσταση δεν αποκόπτεται από τον τόπο και τον χρόνο του έργου –κάτι που γίνεται εμφανές στη σκηνογραφία και στα μουσικά μοτίβα– αλλά δεν στερείται διαχρονίας, αντιθέτως συνομιλεί και με το σήμερα. Η σκηνοθεσία εκμεταλλεύεται το συμβολισμό, την γλαφυρή εικονοποιία του Λόρκα, τα παγανιστικά μοτίβα του, κάτι από το λυρισμό του, και αυτά αποτυπώνει επί σκηνής, ενώ η επί σκηνής η Πρωτόπαππα, ως κύρια ερμηνεύτρια του κεντρικού ρόλου, καταθέτει μια ερμηνεία σωματική, γεμάτη ένταση και νεύρο, αποτυπώνοντας τις πιέσεις που υφίσταται ηρωίδα από το φάντασμα του ανεκπλήρωτου αλλά και από τις πιέσεις της πατριαρχικής κοινωνικής δομής.

Εκεί όπου η παράσταση δείχνει να υστερεί είναι στην απουσία της λορκικής τρυφερότητας: ο θυμός και η οργή κυριαρχούν, αφήνοντας λίγο χώρο στον λυγμό και στην τρυφεράδα του συγγραφικού ύφους. Μόνο προς το τέλος, η Πρωτόπαππα σπάει αυτό το προσωπείο και αφήνει να εκδηλωθεί η εσωτερική φλόγα που κατακαίει την ηρωίδα. Δίπλα της, ο Σίμος Κακάλας μάλλον χάνεται μέσα σε μια θολή, υποτονική ανάγνωση του ρόλου του συζύγου της, Βίκτορ.
Η παρουσία των δύο νέων ηθοποιών (Ηλέκτρα Μπαρούτα, Νώντας Δαμόπουλος) δεν υπηρετεί μόνο την πρακτική ανάγκη ερμηνείας των ρόλων, αλλά εικονοποιεί τον πόθο, την ερωτική ορμή, το αρχέγονο ένστικτο – όλα όσα, μέσα από την απουσία τους, στοιχειώνουν τη Γέρμα. Εύστοχη είναι η επιλογή της Μαγδαληνής Αυγερινού να τοποθετήσει τη δράση στο υπνοδωμάτιο: έναν κλειστό τόπο ανεκπλήρωτης επιθυμίας.
Περισσότερες πληροφορίες
Γέρμα – Η ανεκπλήρωτη
Ένα από τα σημαντικότερα έργα του ισπανικού θεατρικού ρεπερτορίου για την απελπισία του άκαρπου έρωτα και την αγωνιώδη αναζήτηση της μητρότητας ως εκπλήρωση ενός εαυτού γεννημένου από την καταπίεση των κοινωνικών συμβάσεων και το τίμημα της επιθυμίας. Μία γυναίκα που δεν περιμένει από τον άντρα που την οδήγησαν να παντρευτεί ούτε έρωτα ούτε χρήμα, περιμένει παιδιά. Εκείνος δεν έχει την φλόγα να ανάψει μέσα της μια καινούργια ζωή. Από την άλλη, ένας ταπεινός βοσκός, παιδικός της φίλος που θα μπορούσε να της χαρίσει την μητρότητα, δεν είναι δικός της. Κι εκείνη δεν καταδέχεται να γίνει μοιχαλίδα. Ο άντρας της, καχύποπτος φέρνει τις αδελφές του να την περιφρουρούν. Η αγωνία της γυναίκας την οδηγεί σε άκρα. Έτσι, μια νύχτα, που βρίσκονται με τον άντρα της στο ξωκλήσι του Αγίου της Γονιμότητας, σε μια σχεδόν παγανιστική γιορτή, (η τελευταία της ελπίδα) εκείνος της ομολογεί πως επιλέγει να μείνει άτεκνος κι εκείνη σε μια έκρηξη απόγνωσης τον πνίγει. Πνίγοντας τη μοναδική ελπίδα της για εκπλήρωση των πόθων της, επιζητώντας το τέλος της αγωνίας.