Χριστίνα Φυλακτοπούλου©
Το να επιλέγεις να ανεβάσεις σήμερα το "Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν" δεν είναι απλώς μια καλλιτεχνική επιλογή· είναι μια πράξη θεατρικής τόλμης. Ο Δημήτρης Καρατζιάς και ο Μάνος Αντωνιάδης, που συνυπογράφουν μετάφραση και διασκευή, αποφάσισαν να μεταφέρουν στη σκηνή αυτό το "σκοτεινό", απολύτως ανθρώπινο και αμείλικτο κείμενο του 20ού αιώνα, ένα έργο που απαιτεί μεγάλη σκηνοθετική ευθύνη, ευαίσθητη ματιά και θίασο ικανό να αντέξει την ένταση και το βάρος του. Το ίδιο το γεγονός ότι η νουβέλα του Horace McCoy ανεβαίνει με πολυμελή ομάδα στο Εν Αθήναις, μαρτυρά μια επιλογή γενναία και βαθιά συνειδητή: να ειπωθεί η ιστορία όπως της αξίζει, με πλήρη σκηνική δύναμη.

Η ιστορία τοποθετείται στην Αμερική της Μεγάλης Ύφεσης, τη δεκαετία του 1930, εκεί όπου τα όνειρα συντρίβονταν στην ανάγκη της επιβίωσης. Οι μαραθώνιοι χοροί-απάνθρωποι διαγωνισμοί αντοχής που υπόσχονταν λίγα δολάρια και μια ψευδαίσθηση ελπίδας- γίνονται το θέατρο ενός κόσμου που καταρρέει. Εκεί συναντάμε ανθρώπους εξαντλημένους, άνεργους, πεινασμένους, αλλά ακόμη ικανούς να ονειρεύονται έστω και στο περιθώριο. Το έργο του McCoy είναι όχι μόνο καταγγελία της κοινωνικής σκληρότητας της εποχής αλλά και ανατομία της ανθρώπινης ανάγκης να πιστέψει ότι κάτι μπορεί να αλλάξει, ακόμη κι όταν όλα δείχνουν αντίθετα.

Η νουβέλα γνώρισε μεγάλη αναγνώριση και στον κινηματογράφο με την ταινία του 1969, σε σκηνοθεσία Sydney Pollack, με τους Jane Fonda, Michael Sarrazin και Susannah York. Η ταινία απέσπασε 25 υποψηφιότητες και 11 βραβεία σε σημαντικές διοργανώσεις, όπως τα Oscar, Bafta και Golden Globes, αναδεικνύοντας την ίδια αμείλικτη κριτική στην κοινωνική εξαθλίωση και την ανθρώπινη αντοχή που συγκλονίζει και σήμερα στη σκηνική μεταφορά του έργου. Η παράσταση του Καρατζιά και του Αντωνιάδη διατηρεί ζωντανή τη γοητεία και τη δύναμη της ιστορίας, φέρνοντας το κοινό κοντά στον αληθινό αγώνα για επιβίωση και την ψυχολογική ένταση του μαραθωνίου χορού.

"Το κοινό λάτρευε τη θεατρικότητα των θεαμάτων αρένας, πλήρωνε καθημερινά εισιτήριο για να παρακολουθήσει αυτά τα σκληρά και άγρια show που συνδύαζαν μουσική, χορό, τραγούδι και θέατρο με το δράμα των συμμετεχόντων, φτάνοντας στα όρια της κατάρρευσης, πολλοί ακόμη και νεκροί. Σήμερα θεωρούνται ένα από τα πιο σκοτεινά θεάματα στην αμερικανική λαϊκή κουλτούρα", υπογραμμίζουν ο σκηνοθέτης Δημήτρης Καρατζιάς και ο συνθέτης Μάνος Αντωνιάδης. Πόσο παράξενος φαντάζει αυτός ο κόσμος!

Γιατί μας αφορά σήμερα; Διότι, όπως και τότε, ζούμε σε έναν κόσμο που συχνά μετατρέπει την ανθρώπινη ανάγκη σε θέαμα, την εξάντληση σε ψυχαγωγία, την απόγνωση σε προϊόν. Η πίεση να σταθείς "όρθιος", να συνεχίσεις να "χορεύεις" ενώ νιώθεις να καταρρέεις, μοιάζει τρομακτικά οικεία. Οι ήρωες του έργου ανήκουν σε κάθε εποχή που δοκιμάζεται, σε κάθε άνθρωπο που παλεύει να φανεί δυνατός όταν όλα γύρω του είναι εύθραυστα. Η παράσταση, επομένως, δεν ξαναζωντανεύει μόνο μια εποχή· ξεσκεπάζει και τη δική μας.

Εδώ αναδεικνύεται η σημασία του πολυμελούς θιάσου. Οι δεκάδες ηθοποιοί – Νίκος Ιωαννίδης, Γιώργος Σεϊταρίδης, Τριανταφυλλιά Ταμπαλιάκη, Ορνέλα Λούτη, Δήμητρα Κολλά, Νικόλας Μπράβος, Στέφανος Κακαβούλης, Χριστίνα Σαμπανίκου, Σωτήρης Μεντζέλος, Αντώνης Αντωνίου, Θάνος Κρομμύδας, Αγάπη Παπαθανασιάδου, Ευάγγελος Ανδρέας Εμμανουήλ, Όλγα Θανασιά, Αλεξάνδρα Γαϊδατζή, Παρασκευή Αλίρη και Γιάννα Σταυράκη-συνθέτουν ένα ευρύ φάσμα χαρακτήρων και προσωπικών διαδρομών. Κάθε ηθοποιός φέρει τη δική του "ιστορία" στο σώμα και στη φωνή του, και η σκηνή γεμίζει με αληθινές ζωές, όχι απλώς ρόλους.

Το έργο δεν μπορεί να ειπωθεί χωρίς συλλογικότητα: οι δεκάδες ιστορίες που συνυπάρχουν στον μαραθώνιο χρειάζονται σώματα που παλεύουν, χορεύουν, υπομένουν και συγκρούονται. Η απόφαση του Καρατζιά και του Αντωνιάδη να χρησιμοποιήσουν τόσους ηθοποιούς επί σκηνής αναδημιουργεί την πραγματική ατμόσφαιρα του έργου και επιτρέπει στο κοινό να βιώσει τον κλειστοφοβικό, αμείλικτο κόσμο σχεδόν σωματικά.

Η παράσταση λειτουργεί σαν ζωντανός μικρόκοσμος της εποχής, καθρέφτης που επιστρέφει σε εμάς όχι μόνο όσα συνέβησαν τότε, αλλά και όσα συνεχίζουν να συμβαίνουν τώρα. Τα σκηνικά και κοστούμια είναι του Γιώργου Λυντζέρη, οι φωτισμοί του Βαγγέλη Μούντριχα και της Σεμίνας Παπαλεξανδροπούλου, ενώ οι χορογραφίες είναι της Ναταλίας Βαγενά. Η μουσική παρουσία του Μάνου Αντωνιάδη υπογραμμίζει την παράλογη "γιορτή" του μαραθωνίου, δημιουργώντας ένα σύνολο δυνατό, συγκινητικό και γεμάτο κίνηση.

Το "Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν" είναι μια παράσταση που χρειάζεται να υπάρξει, γιατί μας θυμίζει πως πίσω από κάθε αγώνα αντοχής – πραγματικό ή μεταφορικό – βρίσκονται άνθρωποι που ζητούν απλώς μια ευκαιρία. Κι αυτό είναι κάτι που κανένας δεν πρέπει ποτέ να ξεχνά. Η παράσταση είναι ακατάλληλη για ανηλίκους, ενώ μετά την έναρξη της παράστασης δεν επιτρέπεται η είσοδος στην αίθουσα.
Προπώληση εισιτηρίων: more.com
Περισσότερες πληροφορίες
Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν
Η βασισμένη σε αληθινά γεγονότα συγκλονιστική νουβέλα «They Shoot Horses, Don't They?» διαδραματίζεται στην Αμερική της Μεγάλης Ύφεσης. Δεκάδες νέοι, φτωχοί, άνεργοι και άστεγοι, θύματα της κρίσης διεκδικούν μια θέση στο Χόλιγουντ. Κίνητρο το μεγάλο έπαθλο αλλά και η δωρεάν διαμονή και διατροφή για όσο κρατήσει ο χορός. Στόχος ένα καλύτερο μέλλον, μια πιο ανθρώπινη ζωή και γιατί όχι, μια καριέρα στον κινηματογράφο. Οι κανόνες του μαραθωνίου, σκληροί και αδυσώπητοι. Οι διαγωνιζόμενοι πρέπει με κάθε τρόπο να παραμείνουν όρθιοι, χορεύοντας αδιάκοπα, με ελάχιστα διαλείμματα, για μέρες, εβδομάδες, μήνες, μέχρι τελικής κατάρρευσης. Νικητής, το τελευταίο ζευγάρι που θα κρατηθεί όρθιο.