Έχουμε αρκετό Σαίξπηρ φέτος και στην πράξη επιβεβαιώνεται τι σημαίνει "κλασικό". Δεν είναι φοβερό ότι τόσους αιώνες μετά εξακολουθεί να είναι επίκαιρος;
Φοβερό είναι. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Σαίξπηρ βάζει τον άνθρωπο στο κάδρο, μπροστά-μπροστά. Φεύγει από τα γενικά και πηγαίνει στον άνθρωπο. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Είναι γνήσιο τέκνο της Αναγέννησης και το υπηρετεί καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον.

Στον "Έμπορο της Βενετίας", τι ήταν αυτό που σας στριφογύριζε τόσο καιρό στο μυαλό και σας οδήγησε στην απόφαση να το σκηνοθετήσετε και να πρωταγωνιστήσετε;
Είναι κάτι που το σκέφτομαι αρκετό καιρό. Οι μεγάλοι συγγραφείς δεν παίρνουν υποχρεωτικά θέση απέναντι στα πράγματα. Δημιουργούν ερωτηματικά. Ο Σαίξπηρ δημιουργεί, λοιπόν, ένα μεγάλο ερωτηματικό: ποιος είναι ο σωστός, ποιος είναι ο λάθος, ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός. Και αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει τίποτα από όλα αυτά απόλυτο. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε μέσα μας έναν κόσμο ευλογημένο κι έναν κόσμο σκοτεινό. Αυτό το δείχνει βάζοντας ως αφορμή έναν Εβραίο στη Βενετία της εποχής εκείνης. Μας δείχνει πώς λειτουργεί ο ρατσισμός, πώς επιλέγουμε με ποιους θα συνομιλήσουμε και με ποιους θα δουλέψουμε. Τους "άλλους" τους έχουμε μόνο για να μας βγάζουν λεφτά.

Τους έχουμε, δηλαδή, σαν υποζύγια, σαν πολίτες τρίτης κατηγορίας;
Ακριβώς. Και βλέπουμε ότι αυτά υπάρχουν και τώρα· δεν έχουν εξαφανιστεί. Δείχνει ανθρώπους να παλεύουν για το χρήμα, να αναμετριούνται με τις προκαταλήψεις και την ανάγκη για αποδοχή. Δεν είναι θέμα ποιος είναι αρνητικός και ποιος θετικός χαρακτήρας. Είναι όλοι και αρνητικοί και θετικοί- συμπεριλαμβανομένου, φυσικά, και του Σάυλωκ.
Ο Σαίξπηρ μας δείχνει ότι ο Σάυλωκ χάνει στο τέλος, αλλά χάνει από κάποιους που δεν είναι καλύτεροι από αυτόν. Έτσι, ο θεατής μπορεί να αναγνωρίσει ένα κομμάτι από τον εαυτό του στους άλλους- όχι μόνο στον Σάυλωκ.
Ο Σάυλωκ είναι, με έναν τρόπο, θύμα της κοινωνίας; Ένας άνθρωπος περιθωριοποιημένος;
Ναι είναι. Αρκεί να δούμε το ιστορικό πλαίσιο του έργου. Η Βενετία εκείνης της εποχής ήταν μια τεράστια οικονομική και ναυτική δύναμη που ζούσε από την οικονομία και τον δανεισμό. Την οικονομική αυτή δύναμη την είχαν οι Εβραίοι, γι' αυτό και τους μισούσαν τόσο πολύ. Τους είχαν ως πολίτες δεύτερης και τρίτης κατηγορίας. Ζούσαν περιθωριοποιημένοι, σε γκέτο, φορώντας ειδικά σήματα επάνω τους. Μας δείχνει, δηλαδή, ότι παρότι ο Σάυλωκ ζητάει μια ακραία ρήτρα -ένα κομμάτι σάρκας από το σώμα ενός ανθρώπου- δεν πρέπει να ξεχνάμε πώς έχει διαμορφωθεί αυτός ο άνθρωπος.

Ο Σάυλωκ παρουσιάζεται σκληρός, απάνθρωπος, χωρίς καμία έννοια ελέους…
Ναι, κι αυτό είναι ένα σημείο που το αναδεικνύουμε στην παράσταση. Μας δείχνει όμως ότι ούτε οι άλλοι είναι καλοί. Χειρότεροι είναι! Είναι επιπόλαιοι, φιλοχρήματοι, τεμπέληδες. Ένα κύριο χαρακτηριστικό του έργου είναι αυτή η αντίθεση ανάμεσα στους Χριστιανούς και τους Εβραίους, όπου η Χριστιανοσύνη είχε θεωρητικά την έννοια του ελέους στην ατζέντα της. Μόνο που το έλεος δεν υπάρχει τελικά. Ο Σαίξπηρ μας δείχνει ότι ο Σάυλωκ χάνει στο τέλος, αλλά χάνει από κάποιους που δεν είναι καλύτεροι από αυτόν. Έτσι, ο θεατής μπορεί να αναγνωρίσει ένα κομμάτι από τον εαυτό του στους άλλους- όχι μόνο στον Σάυλωκ.
Με τη δραματική υπερβολή της "λίβρας σαρκός", ποιο είναι το αντίστοιχο "τίμημα σε σάρκα" που ζητά η σημερινή κοινωνία όταν κάποιος αποτυγχάνει οικονομικά;
Να σε εξαφανίσει! Να σε εξοστρακίσει, να σε εκμεταλλευτεί, να σε βγάλει τελείως από το παιχνίδι. Βλέπουμε ότι και σήμερα όλες οι κοινωνικές κατατάξεις κρίνονται από την οικονομική δύναμη, κι αυτό είναι τρομερό.

Βλέπουμε επίσης ότι ο Νόμος γίνεται εργαλείο στα χέρια των ισχυρών…
Είναι μια πολύ καλοστημένη απάτη. Κερδίζουν τη δίκη με ένα νομικό τρικ. Στην παράσταση φαίνεται καθαρά ότι ακόμα και ο εκπρόσωπος της εξουσίας ξέρει ότι πρόκειται για απάτη, αλλά την αποδέχεται. Ανήκει στην άρχουσα τάξη απέναντι σε μια μειονότητα. Τελικά, αυτός που χειρίζεται καλύτερα τα πράγματα-και όχι απαραίτητα με αλήθεια-είναι αυτός που κερδίζει. Κι εμείς κάνουμε το λάθος να προσπαθούμε να μεταφράσουμε την πολιτική και κοινωνική συμπεριφορά με όρους αμιγώς ηθικούς, ενώ πίσω από όλα υπάρχει το συμφέρον.
Ο Σαίξπηρ ονομάζει το έργο "κωμωδία". Πού κρύβεται το χιούμορ σε μια τόσο σκληρή ιστορία;
Παντού, πλην των σκηνών του Σάυλωκ. Οι υπόλοιποι ήρωες ζουν σαν να βρίσκονται σε ένα χρυσό κλουβί και ασχολούνται με τα πάντα εκτός από τα ουσιαστικά. Οι έρωτές τους είναι επιπόλαιοι, η συμπεριφορά τους έχει μια ελαφρότητα. Ο πρώτος τίτλος του έργου ήταν άλλωστε "Η κωμική ιστορία του Εμπόρου της Βενετίας". Υπάρχει μια τεράστια ειρωνεία σε όλα αυτά, την οποία διατηρούμε ακέραια στην παράσταση.

Τι σας κέρδισε στη μετάφραση του Άκη Δήμου;
Τη ζήτησα ο ίδιος από τον Άκη. Το πρωτότυπο έργο είναι πάρα πολύ μεγάλο. Κρατήσαμε όσα περισσότερα πρόσωπα μπορούσαμε, διατηρώντας την καρδιά και το πνεύμα του έργου, ώστε ο θεατής να επικοινωνεί άμεσα τόσο με το χιούμορ όσο και με το δράμα.
Η μουσική του Κωστή Μαραβέγια τι ρόλο παίζει;
Δεν είναι απλώς κάποιες μουσικές "ξεκάρφωτες". Η μουσική λειτουργεί ως συνέχεια της πρόζας, επισφραγίζει αυτό που προηγήθηκε ή αυτό που έρχεται. Ο Κωστής έχει το σπάνιο χάρισμα να ξεχνάει την "καριέρα" του και να αφήνεται στη θεατρική πράξη. Είναι η τέταρτη φορά που συνεργαζόμαστε.

Ποιοι συνθέτουν τον θίασο και την δημιουργική ομάδα;
Ο Τάσος Γιαννόπουλος υποδύεται τον Αντόνιο, η Φαίη Ξυλά την Πόρσια, ο Αλμπέρτο Φάις τον Μπασάνιο, η Λήδα Καπνά τη Νερίσσα, ο Ηρακλής Κρομμύδας τον Σαλέριο, ο Σταύρος Μαρκάλας τον Γκρατσιάνο, ο Παναγιώτης Γουρζουλίδης τον Τουμπάλ, ο Θράσος Σταθόπουλος τον Λορέντζο, η Στελίνα Καρασαββίδου την Τζέσσικα, ο Ιωάννης Απέργης τον Λάνσελοτ και ο Γιάννης Στόλλας τον Δόγη. Τα σκηνικά του Γιώργου Γαβαλά είναι σύγχρονα και θαυμάσια αφαιρετικά, τα κοστούμια της Κατερίνας Παπανικολάου σύγχρονα και καλοβαλμένα, η κίνηση της Σεσίλ Μικρούτσικου και οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου. Δεν θέλαμε σε καμία περίπτωση μια παράσταση-μουσειακό έκθεμα που να θυμίζει 16ο αιώνα. Θέλουμε να φέρουμε τον θεατή του 21ου αιώνα μαζί μας.
Καλό είναι οι άνθρωποι να μη βιαζόμαστε να βγάζουμε συμπεράσματα. Μας λείπει η σκέψη.
Αν έπρεπε να πείτε σε μία φράση ποια είναι η καρδιά του έργου, ποια θα ήταν αυτή;
Έχει να κάνει με το δίκαιο. Λέει κάποια στιγμή η Πόρσια: "Κανένας δεν θα έπρεπε να πορεύεται μόνο με το δίκαιο" — το δίκαιο όπως το εννοούμε από τη νομική του πλευρά. Το δίκαιο δεν πρέπει να αρνείται την ανθρώπινη ύπαρξη και την ιδιαιτερότητα.

Αν ο Σάυλωκ καθόταν απέναντί σας στο καμαρίνι, ποια θα ήταν η πρώτη κουβέντα που θα του λέγατε;
Θα του έλεγα: "Ξανασκέψου το". Καλό είναι οι άνθρωποι να μη βιαζόμαστε να βγάζουμε συμπεράσματα. Μας λείπει η σκέψη. Μπορείς να αιτιολογήσεις γιατί ο Σάυλωκ φτάνει εκεί —είναι εμφανές στο έργο— αλλά δεν μπορείς να το δικαιώσεις. Μπορείς, όμως, να κατανοήσεις τη συναισθηματική του διαδρομή.
Και αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο σήμερα...
Ζούμε σε μια εποχή που όλοι δικάζουμε, καταδικάζουμε και βγάζουμε αποφάσεις στο πόδι. Έχουμε γνώμη χωρίς να έχουμε γνώση. Ο Σαίξπηρ μας φέρνει αντιμέτωπους με τον άνθρωπο και μας λέει πολύ απλά: "Πριν αποφασίσεις ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός, ξανασκέψου το".
Προπώληση: more.com
Περισσότερες πληροφορίες
Ο έμπορος της Βενετίας
Στη Βενετία, ο έμπορος Αντόνιο δανείζεται χρήματα από τον Σάυλωκ για να βοηθήσει τον φίλο του Μπασσάνιο να διεκδικήσει την Πόρσια. Το δάνειο συνοδεύεται από έναν ακραίο όρο: αν δεν εξοφληθεί εγκαίρως, ο Σάυλωκ μπορεί να απαιτήσει μία λίβρα από τη σάρκα του Αντόνιο. Όταν οι συνθήκες ανατρέπονται και το χρέος δεν μπορεί να αποπληρωθεί, η συμφωνία οδηγεί τους ήρωες σε μια σκληρή αντιπαράθεση. Παράλληλα, ο έρωτας, η επιθυμία, οι κοινωνικές προκαταλήψεις και η ανάγκη για εκδίκηση περιπλέκουν τις σχέσεις τους. Ο Σαίξπηρ δημιουργεί έτσι ένα έργο χωρίς εύκολους διαχωρισμούς ανάμεσα σε θύτες και θύματα, θέτοντας διαρκώς το ερώτημα των ορίων ανάμεσα στον νόμο, τη δικαιοσύνη και την ανθρωπιά.

