Δημήτρης Γερακίτης©
Η καθημερινή διαπάλη των σχέσεων, η ενδοοικογενειακή βία, η πικρία και η ματαίωση, αλλά και η τρυφερότητα, η ζωογόνα ελπίδα, η λοξή σεξουαλικότητα, η αγάπη και το χιούμορ αναδύονται μέσα από το νέο ανέβασμα της παράστασης "Τυφλή, τυφλή φοράδα, πού πας;", σε σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη και ερμηνεία της Δέσποινας Σαραφείδου. Η παράσταση, αποτέλεσμα της συνεργασίας των εταιρειών θεάτρου 1+1=1 και Angelus Novus, επιστρέφει στο Θέατρο Φούρνος από τις 14 Φεβρουαρίου.

Το έργο βασίζεται σε πέντε διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου ("Ντιάλιθ’ ιμ", "Χριστάκη", "Βαλέρια", "Η φλέβα του λαιμού", "Γλύκα στο στόμα", "Κάι, κάι, θεούλη μου"), ενός από τους σημαντικότερους νεοέλληνες συγγραφείς. Με ποίηση και ρεαλισμό, περιγράφει μια κοινωνία ρημαγμένη, με μοναχικά και έκκεντρα πρόσωπα που παλεύουν με τον καθημερινό πόνο, τις απώλειες και την απομόνωση, ενώ η παράσταση μεταφέρει αυτό το λογοτεχνικό υλικό σε μια βιωματική θεατρική εμπειρία.

Η ηθοποιός Δέσποινα Σαραφείδου, μόνη της στη σκηνή, δίνει ζωή στα βασανισμένα πλάσματα των ιστοριών, κρατώντας μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην αφήγηση και την υπόδυση των χαρακτήρων. Μέσα από τις πέντε ιστορίες, βλέπουμε:
Μια γυναίκα να ξαναβρίσκει τη γλώσσα της καθώς θρηνεί το χαμένο παιδί της. Μια φτωχοπούλα που πουλάει το γιο της να συνδέεται ξανά με τις ρίζες της. Μια μάνα να εκφράζει τη δύναμη και την αγάπη της για την άρρωστη κόρη της. Έναν έρωτα που ανθίζει σε νεκροταφείο ανάμεσα σε δύο μοναχικούς. Τα ζώα που υποφέρουν, μετατρέπονται σε αλληγορία για τις αδέσποτες τύχες όλων μας.

Η σκηνοθεσία του Δαμιανού Κωνσταντινίδη αναδεικνύει την ένταση και την ομορφιά της γλώσσας του Δημητρίου, ενώ η παράσταση, με λιτά μέσα και μια μόνο ηθοποιό, είναι αποτέλεσμα συλλογικής δουλειάς και αγάπης των συντελεστών.
Προπώληση εισιτηρίων : more.com
Περισσότερες πληροφορίες
Τυφλή, τυφλή φοράδα, πού πας;
Πέντε διηγήματα του σημαντικού Έλληνα συγγραφέα ενώνονται σε μια παράσταση για τις ανθρώπινες σχέσεις, την ενδοοικογενειακή βία, τη ματαίωση αλλά και την ελπίδα, την αγάπη, το χιούμορ, την παρηγοριά («Ντιάλιθ’ ιμ», «Χριστάκη», «Βαλέρια», «Η φλέβα του λαιμού», «Γλύκα στο στόμα», «Κάι, κάι, θεούλη μου»). Στις ιστορίες αυτές τα πλάσματα που πρωταγωνιστούν κουβαλούν μια αντίδικη μοίρα και πορεύονται ακυβέρνητα αναζητώντας κάπου ν’ ακουμπήσουν: Μια γυναίκα εγκλωβισμένη σ’ ένα ασφυκτικό οικογενειακό περιβάλλον ξαναβρίσκει τη γλώσσα της καθώς θρηνεί το χαμένο παιδί της. Μια πόρνη που πουλάει το γιο της για δυο χιλιάρικα στη Συγγρού συνδέεται ξανά με τις ρίζες της την ώρα της ύστατης απώλειας. Μια φλέβα που χορεύει άτσαλα αποκαλύπτει τη δύναμη και το χαμόγελο μιας μάνας αφοσιωμένης στην άρρωστη κόρη της. Ένα νεκροταφείο γίνεται το σκηνικό για την ερωτική συνεύρεση δυο μοναχικών ανθρώπων. Τέλος, τα ζώα που υποφέρουν τα πάνδεινα σ’ έναν μακρινό ναύσταθμο καταλήγουν να είναι μια αλληγορία για τις αδέσποτες τύχες όλων μας.