Μπαίνοντας σε μια θεατρική αίθουσα, μάλλον όλοι κουβαλάμε την ίδια προσδοκία: να δούμε μια καλή παράσταση. Για κάποιους, μάλιστα, αυτή η προσδοκία μετατρέπεται σε απαίτηση προς κάθε άνθρωπο που συμβάλλει στο ανέβασμα της παράστασης. Πόσο συχνά όμως αναρωτιόμαστε αν εμείς, ως θεατές, στεκόμαστε στο ύψος αυτών των –κατά τα άλλα υψηλών– προσδοκιών μας;
Το άρρητο συμβόλαιο ανάμεσα σε ηθοποιούς και θεατές μοιάζει τα τελευταία χρόνια να παραβιάζεται όλο και πιο βάναυσα. Στα σχεδόν τριάντα χρόνια που παρακολουθώ συστηματικά θέατρο –τα τελευταία δεκαπέντε ως "επαγγελματίας θεατής"– έχω την αίσθηση πως η κατάσταση στις θεατρικές πλατείες επιδεινώνεται διαρκώς.
Η αρχή έγινε με την επέλαση των κινητών τηλεφώνων, που εισέβαλαν στις αίθουσες ως μόνιμη πηγή άγχους και διάσπασης, με φωτεινές οθόνες να αναβοσβήνουν στο σκοτάδι και κουδουνίσματα να εξελίσσονται ακόμα και σε κανονικές συνομιλίες, χαμηλόφωνες ή και όχι τόσο, ενώ στα κινητά προστέθηκαν τα smart watches: ένας ακόμη περισπασμός για το βλέμμα και τη συγκέντρωση.

΄Όμως, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η τεχνολογία. Φέτος, για παράδειγμα, βρέθηκα σε παράσταση όπου δύο θεατές θεώρησαν απολύτως φυσιολογικό να καταναλώσουν πατατάκια –ναι, εν ώρα παράστασης!– και μάλιστα ενοχλήθηκαν βαθύτατα όταν τους έκανα παρατήρηση. Δυστυχώς, μια σύντομη περιήγηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στις αναρτήσεις καλλιτεχνών όσο και θεατών που καταγγέλλουν απρεπέστατες συμπεριφορές μέσα στις αίθουσες αρκούν για να διαπιστώσει κανείς πως τέτοια περιστατικά μόνο μεμονωμένα δεν είναι.
Μετά την πανδημία, φαίνεται πως νέα –και σίγουρα προβληματικά– ήθη τείνουν να παγιωθούν στις πλατείες των θεάτρων. Πολλοί θεατές μοιάζει να αδυνατούν να διαχωρίσουν το σαλόνι του σπιτιού τους από τον δημόσιο χώρο του θεάτρου, μεταφέροντας εκεί καθημερινές συνήθειες: συζητήσεις, κατανάλωση φαγητού και ποτού, μια γενικότερη χαλαρότητα που αγγίζει τα όρια της αδιαφορίας. Το πιο ανησυχητικό; Μια σχεδόν πλήρης απουσία επίγνωσης του πού βρίσκονται – και μια εξίσου ανησυχητική έλλειψη ενσυναίσθησης απέναντι στους ηθοποιούς και στους υπόλοιπους θεατές.

Το θέατρο, όμως, δεν είναι χώρος ατομικής έκφρασης ή προσωπικής άνεσης, αλλά μια βαθιά συλλογική εμπειρία, όπου η "ελευθερία" του ενός σταματά ακριβώς εκεί που αρχίζει η εμπειρία των πολλών. Μάλιστα, το φαινόμενο δεν γνωρίζει ηλικιακά ή αισθητικά στεγανά. Παρατηρείται σε μεγαλύτερους και νεότερους, σε εμπορικές σκηνές, αλλά και σε εναλλακτικούς χώρους. Σαν κάτι να έχει αλλάξει βαθύτερα στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη θεατρική εμπειρία, αλλά και το ρόλο μας μέσα σε αυτήν.
΄Ίσως, λοιπόν, χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε τους λόγους που μας οδηγούν στο θέατρο. Είναι μόδα; Μια lifestyle επιλογή; Άλλο ένα μέσο μαζικής ψυχαγωγίας; Αν η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι ναι, τότε αξίζει να θυμηθούμε κάτι θεμελιώδες: το θέατρο δεν είναι απλώς ένα πολιτιστικό προϊόν προς κατανάλωση, αλλά μια συμφωνημένη συνθήκη, αν όχι μια μικρή τελετουργία. Μια συλλογική πράξη που προϋποθέτει την ενεργητική μας παρουσία, την προσοχή μας, τη διαθεσιμότητά μας να συνυπάρξουμε σιωπηλά με αγνώστους, γύρω από μια κοινή εμπειρία.
Σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο θορυβώδης και πιο ανυπόμονος, η συγκέντρωση που απαιτεί μια θεατρική παράσταση ίσως να είναι, τελικά, ένα δώρο. Ένας σπάνιος χρόνος εστίασης, όπου καλούμαστε —και επιλέγουμε— να αφήσουμε απ’ έξω τον συνεχή καταιγισμό ειδοποιήσεων, σχολίων και παρεμβολών. Και αν μη τι άλλο, ακόμη κι όταν μια παράσταση δεν μας αφορά, δεν μας συγκινεί ή δεν μας ικανοποιεί, η σιωπηλή της αποδοχή είναι το ελάχιστο που μπορούμε να προσφέρουμε. ως ένδειξη σεβασμού απέναντι σε όσους βρίσκονται επί σκηνής, αλλά και απέναντι στους ανθρώπους που κάθονται δίπλα μας.
Γιατί το θέατρο, όσο ζωντανό κι αν είναι πάνω στη σκηνή, κρίνεται –και– από τη στάση όσων το παρακολουθούν. Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα καθίσουμε στην πλατεία, ας θυμηθούμε ότι είμαστε κι εμείς μέρος της παράστασης –και ότι στο θέατρο η σιωπή δεν είναι απουσία, αλλά τρόπος επικοινωνίας και γέφυρα με τη σκηνή.
