Πριν καν ανοίξουμε την πόρτα της κεντρικής σκηνής του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, ακούμε απέξω όργανα που κουρδίζονται, απροσδιόριστους υπόκωφους ήχους και τη γνώριμη φωνή του Μάξιμου Μουμούρη να δίνει σκηνοθετικές οδηγίες, λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα του «LLAWFALL», που ανεβαίνει για τρεις μόνον παραστάσεις στο πολυχώρο της οδού Πειραιώς, στις 29 & 30 Ιουνίου και 1 Ιουλίου. Αφού μπαίνουμε στο χώρο, καθόμαστε και αρχίζουμε να παρατηρούμε τους μουσικούς που καταφθάνουν και αρχίζουν να παίρνουν τις θέσεις τους, τον μαέστρο και τα μέλη της χορωδίας που ζεσταίνουν τις φωνές τους. Ένα-ένα τα μουσικά όργανα - πνευστά, έγχορδα και κρουστά- παίρνουν θέση. Το βλέμμα πέφτει υποσυνείδητα στο αφαιρετικό σκηνικό, που είναι ταυτόχρονα εντυπωσιακό και συμβολικό. Βιβλία, πολλά βιβλία κι άλλα βιβλία (σε κάποια στιγμή σταματήσαμε το μέτρημα) πλαισιώνουν στοιβαγμένα το πεδίο που διαδραματίζεται η σκηνική δράση, σε συνδυασμό με μία επιφάνεια – καθρέπτη στο βάθος της σκηνής, η οποία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ήρωα. Ένας ήρωας που γεννήθηκε από την σουίτα του άλμπουμ «Atom Heart Mother» των Pink Floyd και παίρνει σάρκα και οστά από τη δυνατή και αισθαντική ερμηνεία του Άκη Σακελλαρίου. Όταν πια η πρόβα έχει τελειώσει και η μουσική των Floyd έχει σιγήσει, οι σκέψεις είναι πολλές και οι ερωτήσεις γίνονται ακόμη περισσότερες. Η δράση μεταφέρεται στο ήσυχο φουαγιέ του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, όπου μαζί με τον Μάξιμο Μουμούρη θα συζητήσουμε για μια παράσταση με έναν ακατανόητο τίτλο...

Πώς προέκυψε και τι σημαίνει ο τίτλος «LLAWFALL»;
Το «LLAWFALL» είναι λογοπαίγνιο, είναι μία σύνθετη ονομασία. Το «LLAW» είναι οι νόμοι, οι κανόνες, οι νόρμες και το «FALL» είναι η πτώση αυτών των κανόνων, των νόμων. Ουσιαστικά έχει να κάνει με το κατά πόσο μπορούμε να καταρρίψουμε πράγματα που έχουμε κατασκευάσει εμείς οι ίδιοι για τον εαυτό μας και για τη ζωή μας, αλλά δεν είναι ειλικρινή γιατί εντάσσονται μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Όλο το έξω μας κάνει να φτιάξουμε εμείς έναν δικό μας νόμο, ατομικό, προσωπικό. Φτιάχνουμε μία ζωή. Στο πρώτο μέρος, ο ήρωας μας έχει μία μηχανικότητα και σιγά-σιγά αρχίζει και σπάει αυτό. Κι αν το «LLAW» το βάλεις -επειδή είναι με διπλό «L»- ανάποδα είναι το «WALL»! Και για το «FALL» έχω κάνει μία αφίσα που είναι ανάποδα το «A» και γίνεται «FULL», δηλαδή «LLAWFULL» (γεμάτος νόμους) που έρχεται σε αντίθεση με το «LLAWFALL» (η πτώση αυτών των νόμων). Είναι για εσωτερική κατανάλωση, αλλά είναι εκεί, όποιος το διαβάσει το διάβασε. Και «WALL» είναι οι τοίχοι των βιβλίων που έχει φτιάξει αυτός ο άνθρωπος μέσα στο σπίτι του και συμβολίζει τη γνώση, όχι μόνο την ακαδημαϊκή αλλά και την ατομική τάση προς τη γνώση. Το ότι κάποιος είναι μορφωμένος δεν σημαίνει ότι είναι συνειδητός, ότι ζει πραγματικά με επίγνωση.
Η μουσική ήταν η δικιά μου αφορμή, το δικό μου άνοιγμα στο συναίσθημα, στο να νιώσω πράγματα. Οπότε αυτό είναι που συμβαίνει και στον ήρωα. Αυτή η μουσική τον αφυπνίζει. Δεν ξέρω για πόσο. Αλλά τώρα ξέρει.
Ποιο είναι το φιλοσοφικό υπόβαθρο του ήρωα;
Η αρχική έμπνευση είναι η μουσική και οι στίχοι των Floyd, όμως αυτό μετά εμπλουτίστηκε. Συνειδητοποίησα ότι συνδέεται με πράγματα που έχω διαβάσει ήδη, πράγματα που έχω αντλήσει από τον Έντγκαρ Μορέν, χωρίς να είμαι ειδήμων. Κυρίως από «Τα δαιμόνια μου» και την πορεία όλης του της ζωής μέσα από τις κομβικές κοινωνικές αλλαγές του 20ου αιώνα που τις βίωσε, χωρίς όμως να είναι φιλοσοφικός και να είναι κοινωνιολόγος, πολύ ανθρώπινος μέσα από τη δικιά του μετάλλαξη μέσα από τα πράγματα, τις επιρροές που είχε και πώς εκείνος άλλαζε, με την αμφισβήτηση να είναι γι’ αυτόν ζωτικής σημασίας. Παράλληλα, Ο «Λύκος της Στέπας» του Έρμαν Έσε, η μοναχικότητα και η «εν δυνάμει αυτοχειρία» του είναι βασικά στοιχεία του ήρωα μας στο πρώτο μέρος, δηλαδή αυτά που σιγά-σιγά καταρρίπτονται στο δεύτερο. Ο Όσο, είναι μία αποκάλυψη για μένα. Κυρίως αυτό που αντλώ από εκείνον για τη δικιά μου ζωή και το περνάω και στην παράσταση μ’ έναν τρόπο είναι ότι η κατασκευή του «εγώ» δεν είναι πραγματική, είναι μία κατασκευή άρα δεν είναι ύπαρξη. Η ύπαρξη είναι κάτι μόνο του, που αν του το επιτρέψουμε θα αναδυθεί, αν καταρρίψουμε το «εγώ» θα αναδυθεί η ύπαρξη μας. Υπάρχει ο πυρήνας, υπάρχουν στιγμές που το νιώθουμε όλοι, που λες κάτι ήταν αυτό, κάτι ένιωσα, αυτή είναι η ύπαρξη που θέλει να βγει, απλά όλο το κοινωνικό σύνολο, η πίεση απ’ έξω δεν μας επιτρέπει αυτό να βγει έξω να αναδυθεί και να υπάρξουμε πραγματικά. Μέσα από τον καθρέπτη, ο ήρωας θυμάται για να ξαναξεχάσει. Αυτός είναι ο καθρέπτης, ότι πρέπει να θυμηθείς, να συνειδητοποιήσεις και μετά να τα ξεχάσεις γιατί το παρελθόν έχει τελειώσει. Αλλά ούτε το μέλλον υπάρχει. Το τώρα είναι. Αυτό είναι ο Όσο.

Ταυτιζόμαστε εν τέλει μαζί του;
Ο Άκης ταυτίστηκε. Κι ήταν μεγάλο ζήτημα για μένα να ταυτιστεί ο Άκης. Το περίμενα ότι θα συμβεί, δεν ήμουνα σίγουρος, αλλά όταν συνέβη χάρηκα πάρα πολύ. Νομίζω ότι όλοι βιώνουμε κάποια ισχυρή ή λιγότερο ισχυρή στιγμή στη ζωή μας που συνειδητοποιούμε πράγματα και λέμε «αυτό είμαι;». Αν βγούμε εκτός και παρατηρήσουμε τον εαυτό μας, λέμε «είμαι εγώ αυτός τώρα»; «Έτσι με βλέπουν οι άλλοι»; «Μ’ αρέσει αυτό ή δεν μ’ αρέσει»; Άρα ή κάνεις πως σου αρέσει και συνεχίζεις ή αντιλαμβάνεσαι τι δεν πάει καλά και πλέον ανοίγει μία πόρτα συνείδησης στην οποία μπαίνεις. Είναι ένας άλλος δρόμος, πολύ δύσκολος αλλά και πολύ ευχάριστος, που αυτό το ακούμε και στο κείμενο ως «μία κοιλάδα με τα αγκάθια που έχει πάρα πολύ πόνο, αλλά μόνο από εκεί μπορείς να φτάσεις στην απόλαυση». Ο πόνος βρίσκεται στο να συνειδητοποιήσεις ότι είμαι έτσι. Είναι αυτό που λέει ο ήρωας «έχω αρχίσει και μπαίνω, καμπουριάζω, τα μάτια μου είναι μαύρες τρύπες». Ωραία, εντάξει, αυτό είμαι τώρα, τι κάνω από εδώ και πέρα; Προχωράω και μόνο από τον πόνο σιγά-σιγά θα φτάσω στην απόλαυση. Όλοι έχουμε αυτές τις ευκαιρίες στη ζωή μας, που θέλουν να δώσεις συναίσθημα, κι αυτό είναι και μία δικιά μου ανισορροπία. Ενώ είναι εκεί, σου δίνει ο άλλος ερεθίσματα και σου δίνει συναισθήματα του, εγώ δυσκολεύομαι να πάω προς το συναίσθημα. Γιατί εκεί φεύγεις από τη μοναχικότητα σου και πρέπει να συνδεθείς. Για τον ήρωα μας είναι η στιγμή που του συμβαίνει αυτό.

Το επιλέγει και εκεί είναι το λάθος που κάνουμε όλοι. Η επιλογή κρύβει από πίσω μία σκέψη, μία απόφαση. Άρα είναι μακριά από την ύπαρξη. Οπότε επιλέγει, αυτό που λέει κι ο Καβάφης για την ασπίδα που φτιάχνει ο καθένας για να προστατευτεί από το κοινωνικό σύνολο, ένα τείχος, για να προστατευτεί, για να είναι ήρεμος, να είναι «comfortably numb». Κι έρχεται η μουσική και του παίρνει τη σκέψη, είναι μία εισβολή απ’ έξω, γιατί το πρώτο μέρος δεν έχει καθόλου μουσική. Η μουσική είναι ο άξονας που ξυπνάει όλα του τα συναισθήματα και αρχίζει και νιώθει και λέει –αυτό τελικά κάπου με πάει, ας αφεθώ– και αφήνεται σιγά-σιγά σε αυτό. Κι ανοίγει η πόρτα και πλέον δεν ξέρεις τι θα βρεις εκεί πέρα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι είναι δύσκολο. Το βόλεμα, το «comfortably numb» των Pink Floyd το έχουμε όλοι, βολευόμαστε εύκολα σε κάποιες καταστάσεις οπότε αν βγούμε από το οικείο, εκεί είναι το ενδιαφέρον, εκεί είναι και η χαρά, αλλά το βόλεμα έχει πολύ πιο ισχυρή δύναμη προς τα κάτω. Το θέμα είναι να βρούμε τη δύναμη προς τα πάνω, που έχει λίγο πιο πολύ κόπο στην αρχή, αλλά όταν πας προς τα πάνω μετά μπορείς και να πετάξεις πραγματικά.

Τι σε έκανε να επιλέξεις το «Atom Heart Mother» και πότε το άκουσες πρώτη φορά;
Την τελευταία δεκαετία είναι πολύ έντονα μέσα μου το «Atom Heart Mother» και το ακούω κι εγώ σε πολύ μοναχικές στιγμές. Κυρίως ταξιδεύοντας ή όταν είμαι μόνος μου στο αμάξι, «on the road». Ήταν μία σύνδεση μου με τη μοναχικότητα το «Atom Heart Mother». Δε θυμάμαι πότε. Έτυχε να έχω διπλό cd σπίτι μου και το συνειδητοποίησα πριν από λίγα χρόνια και λέω –Γιατί έχω δύο «Atom Heart Mother» σπίτι μου;
Γιατί το συγκεκριμένο έργο;
Δεν ήταν γραμμένο για ορχήστρα. Ο Ron Geesin το ενορχήστρωσε. Έχει πολύ ωραία ιστορία από πίσω το «Atom Heart Mother». Είναι η στροφή στη δεκαετία που μεγαλουργήσανε ουσιαστικά στη δεκαετία του ’70. Μπαίνουν με αυτό στη μετά-Μπάρετ εποχή που πρώτη φορά δοκιμάζουν συμφωνική (μουσική), το ξεκίνημα τους σε μία νέα πορεία, που πλέον φεύγουν από την ψυχεδέλεια, πάνε σε πολύ πιο ολοκληρωμένες συνθέσεις. Νομίζω η ψυχεδέλεια ήταν ένα πάτημα για να βρουν αυτό. Άλλα άλμπουμ δεν θα μπορούσα να τα κάνω γιατί έχουν περάσει στο θυμικό μας. Αυτό είναι κάτι το οποίο δεν έχει περάσει. Δεν είναι χιτ, κανένα κομμάτι από το άλμπουμ δεν έμεινε. Ακούμε μελωδίες και ρεφαρίσματα από το «Atom Heart Mother» στα επόμενα τους άλμπουμ.

Πόσο πρωταγωνιστικός είναι ο ρόλος της μουσικής σε όλο αυτό;
Η μουσική ήταν η δικιά μου αφορμή, το δικό μου άνοιγμα στο συναίσθημα, στο να νιώσω πράγματα. Πάντα όταν έβγαινα έξω βράδια με παρέα, για να περάσουμε καλά, αν δεν άκουγα μουσική που να με κάνει να ξεχνιέμαι, να χορέψω, να αρχίσει το σώμα να λειτουργεί, κι όχι η σκέψη, δεν πέρναγα καλά. Γιατί ήταν πολύ ουσιαστική μου ανάγκη να μην σκέφτομαι, να ακούσω μουσική. Η μουσική πάντα με ηρεμούσε. Οπότε αυτό είναι που συμβαίνει και στον ήρωα. Αυτή η μουσική τον αφυπνίζει. Δεν ξέρω για πόσο. Αλλά τώρα ξέρει. Κι εκεί θα συνδεθεί ο κόσμος αν είναι να συνδεθεί.
Περισσότερες πληροφορίες
Llawfall
Οι στίχοι των Pink Floyd από το άλμπουμ «Atom heart mother» και κείμενα των Εντγκάρ Μορέν, Έρμαν Έσε και Όσο συνθέτουν τον αφηγηματικό ιστό αυτής της μουσικοθεατρικής παράστασης με επίκεντρο τον άνθρωπο