Στο παρελθόν έχει δηλώσει πως η κατάσταση που βιώνει η χώρα θυμίζει Ιονέσκο και τώρα ήρθε η ώρα να ανεβάσει έργο του επί σκηνής. Ο Γιάννης Κακλέας σκηνοθετεί το «Παιχνίδι της σφαγής», ένα χαρακτηριστικό δείγμα θεάτρου του παραλόγου, που καταθέτει με μαύρο χιούμορ και σαρκαστική ειρωνεία ένα ανελέητο σχόλιο για τη διαβρωτική επίδραση του φόβου πάνω στην κοινωνική συνοχή (Rex - Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη», από 22/2).

Κινείται άνετα από το θέατρο του Μπέκετ και της Σάρα Κέιν στη φαρσοκωμωδία και στον Δημήτρη Ψαθά, όπως δημιουργεί εικοσιτετράωρης διάρκειας παραστάσεις για το Φεστιβάλ Αθηνών και παράλληλα μουσικές παραστάσεις με τη συμμετοχή δημοφιλέστατων ονομάτων του λαϊκού πενταγράμμου.
Ο Γιάννης Κακλέας είναι ένας σκηνοθέτης που παραδέχεται πως του αρέσει να ξαφνιάζει με τις επιλογές του αλλά και η αγάπη του για το θέατρο τού δημιουργεί την ανάγκη να μην περιορίζεται μόνο σε ένα είδος. Ήδη από την εποχή του Τεχνοχώρου, πριν από είκοσι και πλέον χρόνια, όταν ένα εκπληκτικό βοντβίλ, το «Καπέλο από ψάθα Ιταλίας» του Λαμπίς, διέρρηξε το underground ύφος των παραστάσεών του, ο Κακλέας έμεινε πιστός σε μια σκηνοθετική «τακτική» που τον θέλει να αντλεί από όλο το φάσμα του θεάτρου.

Η επιλογή ενός έργου από το θέατρο του παραλόγου φαίνεται να ανταποκρίνεται πολλαπλώς στην πολυπρισματική σκηνοθετική του προσωπικότητα. «Το κωμικό είναι η βαθύτερη γνώση του παραλόγου, γι’ αυτό νομίζω ότι προξενεί μεγαλύτερη απόγνωση από το τραγικό. Το κωμικό είναι τραγικό και η τραγωδία του ανθρώπου είναι μια κωμωδία», είχε πει ο Ιονέσκο, ο οποίος –όπως και οι άλλοι εκπρόσωποι του είδους– συνέθεσε έργα που αρνούνται να υποταχτούν σε ένα καλούπι και να υπακούσουν σε ένα σαφή διαχωρισμό μεταξύ τραγωδίας, κωμωδίας κ.λπ.
Στο «Παιχνίδι της σφαγής» (γράφτηκε το 1970 και πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ελλάδα σχεδόν αμέσως από το Θέατρο Τέχνης και τον Κάρολο Κουν) πρωταγωνιστεί μια ολόκληρη πόλη, οι κάτοικοί της δηλαδή, που πεθαίνουν κατά χιλιάδες από μια ανεξήγητη επιδημία. Μπροστά στην απειλή του θανάτου, οι άνθρωποι απογυμνώνονται από τα προσωπεία τους και οι κοινωνικές συμβάσεις τής μέχρι πρότινος καλώς ευνομούμενης ζωής τους φαίνονται ρηχές και γελοίες. Ιλαροτραγωδία, τραγική φάρσα, έμμεση –ή όχι και τόσο έμμεση– κοινωνικοπολιτική παραβολή, όπως κι αν χαρακτηριστεί το έργο, δεν χαρίζεται. Μπορεί να μην είναι δράμα σαλονιού, όπως αρκετά από τα έργα του συγγραφέα, αλλά στόχος του είναι και πάλι ο καλοβολεμένος, εθελοτυφλών αστός που βλέπει τα ζωτικά ψεύδη και τις ψεύτικες συμβάσεις του να καταρρέουν.

Το έργο εκμεταλλεύεται κάθε στοιχείο θεατρικότητας, όπως κατεξοχήν κάνουν αυτά του παραλόγου, καθώς χρησιμοποίησαν στη σύνθεσή τους χαρακτηριστικά από τις λαϊκές ρίζες της θεατρικής τέχνης, από το τσίρκο, τη μιμική τέχνη, την επιθεώρηση, το μιούζικ χολ κ.ά. Έτσι και το «Παιχνίδι της σφαγής» αποτελεί ένα θεατρικότατο «υπερθέαμα καταστροφής», μια γιορτή του θεάτρου, που συντίθεται από τις πιο ετερόκλητες φόρμες, από το μιούζικαλ στο νατουραλισμό και από την κλοουνερί στο θέατρο ντοκουμέντο. Αυτό φαίνεται να αποτελεί μια πρόκληση ιδιαίτερης γοητείας και βαρύτητας για έναν σκηνοθέτη όπως ο Κακλέας, που διακρίνεται για τον πληθωρισμό της σκηνικής «γραφής» του κι έχει παραδώσει μια σειρά παραστάσεων με εμφανείς τις επιρροές κάθε τέχνης: της μουσικής, του κινηματογράφου, της τέχνης των ακροβατών, ακόμη και των κόμικς, με τα οποία έγραψε ιστορία στον Τεχνοχώρο.
«Να τολμήσουμε τα πάντα στο θέατρο, χρειάζεται αυθαιρεσία, φαντασία, οι μόνοι περιορισμοί είναι οι τεχνικοί», έλεγε ο Ρουμάνος δραματουργός, ανοίγοντας έτσι το δρόμο στον Κακλέα για μια σκηνική απόδοση που στοχεύει στη δημιουργία ενός ολιστικού θεάματος, στο οποίο η φωνή, η κίνηση, η μουσική και το τραγούδι θα αξιοποιηθούν ισάξια με την ερμηνεία του κειμένου.
Έχοντας δίπλα του σημαντικούς συνοδοιπόρους στη μουσική σύνθεση (Σταύρος Γασπαράτος), στους φωτισμούς (Σάκης Μπιρμπίλης), στη χορογραφία (Αγγελική Τρομπούκη) και στα κοστούμια (Ελένη Μανωλοπούλου) καθώς κι έναν εκλεκτό εικοσαμελή θίασο (αποτελούμενο από τους Ιερώνυμο Καλετσάνο, Λαέρτη Μαλκότση, Χριστίνα Μαξούρη, Αγορίτσα Οικονόμου, Γιώργο Παπαγεωργίου, Έλενα Τοπαλίδου κ.ά.), ο Κακλέας εκμεταλλεύεται το εύρημα του «θεάτρου μέσα στο θέατρο» για να αποδώσει με την προσωπική του σφραγίδα το έργο ως μια άγρια φάρσα που δίνει ένας θίασος ενώπιον των κατοίκων ενός ρημαγμένου μη τόπου (τη σκηνογραφία επιμελούνται ο ίδιος και ο Σάκης Μπιρμπίλης).
Περισσότερες πληροφορίες
Το παιχνίδι της σφαγής
Στην αλληγορική ιστορία για μια επιδημία που αποδεκατίζει τους κατοίκους μιας πόλης, καθώς τα προσωπεία πέφτουν, οι άνθρωποι οδηγούνται σε ένα κρεσέντο τρόμου και αγωνίας.