Λισαβόνα 21/01/2010

Sweet Melancholia

Νοσταλγικές βόλτες με αυτοκρατορικές μνήμες αλλά και ατμοσφαιρικά boutique hotels, ιστορικά cafes και τρελά bars, παραδοσιακά τραμ αλλά και φίνο shopping. Ο Κύρος Κόκκας απολαμβάνει τη γλυκιά αίσθηση παρακμής που αναδίδει το ιστορικό κέντρο της Λισαβόνας, προτείνοντας ταυτόχρονα insider’s tips για ν’ απολαύσετε το πιο σύγχρονο πρόσωπό της.
Φωτό Κύρος Κόκκας

banner

Παρήγγειλα μια «μπίκα», τον πορτογαλικό espresso, και κάθισα σ’ ένα μαρμάρινο τραπέζι στο βάθος του μαγαζιού. Από παντού ξεχείλιζε μια ατμόσφαιρα «ελεγχόμενης» παρακμής: χαμηλός φωτισμός, παλιά σκουρόχρωμα έπιπλα από τις αρχές του 20ού αιώνα, ζωγραφισμένο ταβάνι, μεγάλοι πολυέλαιοι... Βρισκόμουν στην «Brasileira», το πιο φημισμένο καφενείο της Λισαβόνας, στην Πάνω Πόλη. Εκεί όπου διανοούμενοι, αστοί και τουρίστες παρελαύνουν ασταμάτητα. Στη γειτονιά αυτή, το Σιάντο, συναντά κανείς ό,τι πιο ενδιαφέρον: από φίνο κόσμο μέχρι καλά καταστήματα, cafes, εκκλησίες, γκαλερί και casas de fados. Eίναι η γειτονιά που έδινε έμπνευση στον μεγαλύτερο ποιητή της σύγχρονης Πορτογαλίας, τον Φερνάντο Πεσόα, και στην «Brasileira», με τον δυνατό καφέ και τα δεκάδες παραδοσιακά γλυκά, ερχόταν σχεδόν καθημερινά.

Τριγυρίζοντας στους δρόμους, συνειδητοποιείς ότι όλα σε κάτι παραπέμπουν, κάτι νοσταλγούν. Σπάνια συναντάς πόλεις χτισμένες εξολοκλήρου σε μια εποχή, με μία και μοναδική τεχνοτροπία κι ελάχιστες παρεμβάσεις. Η Λισαβόνα είναι μία από αυτές, τουλάχιστον το ιστορικό κέντρο. Ένας καταστροφικός σεισμός το 1755 ισοπέδωσε τη μεσαιωνική πόλη και το τσουνάμι που ακολούθησε ολοκλήρωσε την καταστροφή. Όμως, σχεδόν αμέσως, έπειτα από υπεράνθρωπες προσπάθειες, η Παλιά Πόλη ξαναχτίστηκε με νέα, ορθογώνια ρυμοτομία και ομοιογενή ρυθμό.

Ήταν η εποχή που η πρώην κραταιά πορτογαλική αυτοκρατορία βρισκόταν σε παρακμή. Τα διαμάντια και ο χρυσός της Βραζιλίας τελείωναν, οι Ολλανδοί πολιορκούσαν τις κτήσεις της Ινδίας, τα Νησιά των Μπαχαρικών περνούσαν στα χέρια των Άγγλων και των Ολλανδών. Με μυστηριώδη τρόπο αυτή η ατμόσφαιρα μελαγχολίας και παρακμής έχει αποτυπωθεί και στην αυστηρή αρχιτεκτονική της πόλης – το πορτογαλικό μπαρόκ είναι πιο συγκρατημένο από το βαρυφορτωμένο ισπανικό και το γαλλικό· τα στολίδια είναι λιγότερο φανταχτερά και η χρήση τους πιο μετρημένη.

Η μόνη περιοχή που έμεινε ανεπηρέαστη από το σεισμό του 1755 είναι η Αλφάμα. Χτισμένη σε λόφο, με γερά θεμέλια, η Αλφάμα αποτελεί τον ιστορικό πυρήνα της Λισαβόνας. Εδώ βρισκόταν ο πρώτος οικισμός, στριμωγμένος γύρω από τα τείχη του φρουρίου του Αγίου Γεωργίου, στην κορυφή του λόφου. Πολύχρωμα σπίτια πολλών αιώνων, με τους σοβάδες να ξεφτίζουν από την υγρασία του Ατλαντικού, στέκουν γαντζωμένα στις πλαγιές.

Για ν’ αποφύγουν τη φθορά από την υγρασία, πολλά κτίρια είναι καλυμμένα με αμέτρητα πλακάκια, τα αζουλέζος (που σημαίνει γαλαζωπά, λόγω του μπλε χρώματος που είχαν όταν πρωτοεμφανίστηκαν). Τα αζουλέζος, όμως, παρότι αρχικά ήταν χρηστικά αντικείμενα, γρήγορα εξελίχτηκαν σε τέχνη. Ολόκληροι ζωγραφικοί πίνακες σε πλακάκια με αποχρώσεις του μπλε στολίζουν τα παλιά μέγαρα και τις εκκλησίες. Σήμερα έχουν προστεθεί περισσότερα χρώματα στην παλέτα, ωστόσο η γοητεία των παλιών μονοχρωματικών παραμένει ανυπέρβλητη.

banner

Αποφάσισα να εξερευνήσω την Αλφάμα μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο, το τραμ. Σε δρόμους όπου θα αγκομαχούσα ανεβοκατεβαίνοντας, το μικρό eletrico της γραμμής 28, ένα βαγόνι από τα τέλη του 19ου αιώνα (!), γλιστρούσε αβίαστα στις ράγες. Τα eletricos, τα μονοβάγονα τραμ, είναι σήμα κατατεθέν της Λισαβόνας. Δεκάδες αναρριχώνται στις ανηφόρες της Αλφάμα ή φρενάρουν γρυλίζοντας στις κατηφόρες της.

Το δικό μου, ένα κατακόκκινο βαγόνι, είχε ξεκινήσει από την απέραντη Πλατεία του Εμπορίου, κοντά στην προκυμαία, και αφού έστριψε αρκετές φορές στα στενά σοκάκια, πήρε την ανηφόρα της Αλφάμα. Θαύμαζα την τεράστια πέτρινη πρόσοψη της μεσαιωνικής μητρόπολης με τα γοτθικά τόξα και τα βιτρό. Περνούσα ξυστά από μπακάλικα και φούρνους – θα μπορούσα να πάρω ένα καρβέλι ή μερικά σταφύλια αν άπλωνα το χέρι.

Το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής μέχρι την κορυφή και το κάστρο το έκανα με τα πόδια. Από τις πολεμίστρες, η πανοραμική θέα της Λισαβόνας κόβει την ανάσα. Χτισμένη σ’ επτά λόφους, όπως η Ρώμη και η Κωνσταντινούπολη, παρουσιάζει ένα κυματιστό ανάγλυφο με δρόμους που ανεβοκατεβαίνουν και στρίβουν, σπίτια κι εκκλησίες που φυτρώνουν ανάμεσα σε πάρκα, δέντρα και φοίνικες στα πιο απίθανα μέρη. Το «δυνατό σημείο» της πόλης είναι τα διάσπαρτα παρατηρητήρια, τα miradouros. Ανοίγματα στον πυκνό ιστό των κτιρίων, σε στρατηγικά σημεία των λόφων, προσφέρουν εκπληκτική θέα – από διαφορετική οπτική γωνία το καθένα. Διαμορφωμένα σαν μικρά πάρκα, με παρτέρια, σιντριβάνια και παγκάκια, προσφέρονται για ξεκούραση (για τους τουρίστες) και για... καυτά φιλιά και όρκους αιώνιας πίστης (για τους ντόπιους ερωτευμένους)!

Το πιο εντυπωσιακό παρατηρητήριο της Λισαβόνας, βέβαια, δεν είναι πλατεία, αλλά... ασανσέρ! Είναι ο ανοικτός ανελκυστήρας της Σάντα Ζούστα (Santa Justa), μια στήλη 30 μέτρων, που κατασκευάστηκε το 1898 για να ενώσει την Κάτω Πόλη με την Πάνω, συνδέοντας έτσι τις δύο άκρες ενός γκρεμού. Το νεο-γοτθικό στιλ και η αρθρωτή μεταλλική του κατασκευή δείχνουν την ξεκάθαρη επίδραση του Άιφελ, που μόλις τότε άρχιζε να γίνεται γνωστός από τον ομώνυμο πύργο του στο Παρίσι.

Αν το κέντρο της Λισαβόνας είναι η καρδιά της και η Αλφάμα η ψυχή της, τότε η γειτονιά του Μπελέιν (Belem) είναι η ανάμνηση της χρυσής της νιότης.
Η Λισαβόνα είναι χτισμένη στη βόρεια όχθη του ποταμού Τάγου, λίγο προτού εκβάλλει στον Ατλαντικό. Μερικά χιλιόμετρα προς τη θάλασσα βρίσκονταν το εμπορικό λιμάνι και οι ιστορικές αποβάθρες του Μπελέιν. Από κει ξεκίνησε το 1497 ο Βάσκο ντα Γκάμα για την Ινδία και από δω άνοιγαν αργότερα τα πανιά τους οι καραβέλες για τον απέραντο καινούργιο κόσμο που μόλις είχαν ανακαλύψει οι Πορτογάλοι θαλασσοπόροι.

Σε ανάμνηση εκείνου του ιστορικού ταξιδιού που άλλαξε για πάντα την εικόνα του κόσμου και τη ροή της Ιστορίας, ο βασιλιάς Ντον Μανουέλ ο Ευτυχής έχτισε εδώ το πελώριο μοναστήρι του Αγίου Ιερώνυμου. Ένα αρχιτεκτονικό κόσμημα από λευκό μάρμαρο, με γοτθικά στοιχεία διανθισμένα με ναυτικά θέματα: αχιβάδες, παλαμάρια, λαγουδέρες, στιλιζαρισμένα λουλούδια, φύλλα και θαλασσινά τέρατα. Στο μοναστήρι, στο νάρθηκα του κυρίως ναού, βρίσκονται οι τάφοι των δύο μεγαλύτερων αντρών της Πορτογαλίας, του Βάσκο ντα Γκάμα και του εθνικού ποιητή Λουίς ντε Καμόενς. Ο τελευταίος, ποιητής του 16ου αιώνα, θεωρείται ο θεμελιωτής της πορτογαλικής γλώσσας και στο επικό του ποίημα «Os Lusiadas» ύμνησε την Ιστορία των Ανακαλύψεων και το πρώτο ταξίδι των συμπατριωτών του στην Ινδία. Λίγο πιο μπροστά από το μοναστήρι βρίσκεται ο πύργος του Μπελέιν, ίσως το πιο όμορφο μικρό φρούριο στον κόσμο. Όταν χτίστηκε το 1515, βρισκόταν σ’ ένα νησάκι στη μέση του Τάγου, όμως η αλλαγή του ρου και οι προσχώσεις το έχουν πια συνδέσει με τη στεριά. Η αρχιτεκτονική του είναι ιδιάζουσα, αφού συνταιριάζει μαροκινές και βενετσιάνικες επιρροές, δίνοντας μια ιδιαίτερη όψη στο κτίσμα που συναντούσαν πρώτο οι θαλασσοπόροι όταν επέστρεφαν από μακροχρόνια ταξίδια. Από το ψηλότερο μπαλκόνι, έναν εξώστη του πέμπτου ορόφου, η θέα είναι μαγευτική. Οι δύο όχθες του Τάγου, καταπράσινες, αφήνουν ανάμεσά τους να μπαίνει το θαλασσινό νερό της παλίρροιας, διευκολύνοντας έτσι την πρόσβαση των πλοίων στον Ατλαντικό. Στο βάθος του ορίζοντα φαίνονται τα κύματα του πάντα αγριεμένου ωκεανού. Από δω έφευγαν οι καραβέλες για «πελάγη που κανείς πρωτύτερα δεν είχε ταξιδέψει», όπως έγραψε ο Καμόενς. Από δω ξεκινούσαν οι αντιβασιλείς με τη λαμπρή τους συνοδεία κάθε τέσσερα χρόνια για το μακρινό κράτος της Ινδίας. Από δω έφευγαν οι ιεραπόστολοι για την Ιαπωνία και οι χρυσοθήρες που όργωναν τη Βραζιλία. Από δω οι πλούσιοι γαιοκτήμονες πήγαιναν στις φυτείες στην Αγκόλα και τη Μοζαμβίκη και δω επέστρεφαν οι καραβέλες ξεχειλισμένες με μπαχαρικά και θησαυρούς από την Ανατολή – την εποχή που η Λισαβόνα ήταν το κέντρο της Γης.

Με αυτές τις σκέψεις και μελαγχολική διάθεση για τα περασμένα μεγαλεία της πόλης, πήρα το δρόμο του γυρισμού για το κέντρο. Με μια μικρή παράκαμψη, την πιο γλυκιά όλης της πόλης: μόλις λίγα μέτρα από το μεσαιωνικό μοναστήρι του Αγίου Ιερώνυμου, βρίσκεται ένα μικρό και αδιάφορο ζαχαροπλαστείο με μπλε τέντες (Rua de Belem 84-92), τόσο αδιάφορο, ώστε τα πλήθη που μπαινοβγαίνουν με σταθερή ροή να προκαλούν έκπληξη. Μέσα επικρατεί αναβρασμός, πρέπει να στηθείς στην ουρά για να φτάσεις στον πάγκο. Τεράστια ταψιά βγαίνουν κάθε τόσο από τους φούρνους φορτωμένα με δεκάδες παστέις ντε νάτα: μικρές τάρτες από σφολιάτα με κρέμα που μοσχοβολάει βανίλια. Με μια μυστική συνταγή που κρατείται επτασφράγιστη από το 1837, εδώ κατασκευάζονται τ’ αυθεντικά παστέις του Μπελέιν, διάσημα σε όλη τη χώρα. Έχοντας ίσα ίσα «αρπάξει» από το φούρνο, με μια λεπτή καστανή κρούστα, πασπαλισμένα με κανέλα, αυτός ο συνδυασμός τραγανού φύλλου και βελούδινης κρέμας είναι ό,τι πρέπει. «Έξι» παρήγγειλα στο σερβιτόρο, που γούρλωσε τα μάτια. «Τα πέντε τυλιγμένα», πρόσθεσα και τα μπάλωσα κάπως. Ποτέ δεν έμαθε ότι κανένα δεν κατάφερε να φτάσει μέχρι το ξενοδοχείο...

ΛΙΣΑΒΟΝΑ KNOW-HOW

Πού να μείνετε
Avenida Palace (123 rua 1 de dezembro, Rossio, www.hotel­avenidapalace.pt) Κεντρικό ξενοδοχείο με πολύ ωραία θέα στην Πλατεία Restauradores και ατμόσφαιρα belle epoque.
York House (32 rua das Janelas Verdes, Lapa, www.yorkhouselisboa.com) Μικρό boutique hotel που στεγάζεται σ’ ένα ανακαινισμένο μοναστήρι του 17ου αιώνα, δυτικά του κέντρου, στη Lapa. Κάθε δωμάτιο έχει διαφορετική διακόσμηση και κρεβάτι με ουρανό. Μπαρ στην ταράτσα με ωραία θέα και καλό εστιατόριο.
Fontana Park Hotel (Rua Eng. Vieira da Silva, 2, Saldanha, www.fontanapark-hotel.com) Ενδιαφέρον ξενοδοχείο, κοντά στο μετρό, με λιτή, μοντέρνα διακόσμηση και ωραία θέα.
Pestana Hotel (Rua Jau 54, www.pestana.com) Πεντάστερο ξενοδοχείο σε κτίριο του 14ου αιώνα με θέα στον Τάγο. Οι κήποι του θεωρούνται εθνικό μνημείο.
Hotel Lisboa Plaza (7 travessia do Salitre, www.lisbonplazahotel.com ) Ήσυχο, κοντά στην Avenida da Liberdade, την κεντρικότερη λεωφόρο, με κλασική διακόσμηση στα δωμάτια.

Πού να φάτε
Αλφάμα
Santo Antonio de Alfama (Beco de Sγo Miguel 7, +351218881328) Καθίστε κάτω από την κληματαριά με θέα την Παλιά Πόλη και τον Τάγο και απολαύστε μια ποικιλία από πρώτα πιάτα.
Σιάντο
Cafe no Chiado (Largo do Pica­deiro 10-12, +351213460501) Πρόσφατα ανακαινισμένο, στο κέντρο του Κιάντο, δίπλα από στάση του τραμ 28. Ανοιχτό όλη μέρα για καφέ, σνακ και φαγητό.
Kaffeehaus (Rua Anchieta 3, +351210956828) Cafe-restaurant με μοντέρνα διακόσμηση, ανοιχτό όλη τη μέρα. Δοκιμάστε το εκπληκτικό Apfelstrudel.
Barrio Alto
Lisboa a Noite (Rua das Gαveas 69-71, +351213468557) Πολύ καλή πορτογαλική κουζίνα σ’ ένα ανακαινισμένο κελάρι κρασιών. Δοκιμάστε κάποιο πιάτο με μπακαλιάρο. Κάντε οπωσδήποτε κράτηση.

Nightlife
Capela (Rua da Atalaia 45, Barrio Alto). Καλή μουσική, ανοιχτό μέχρι τις 3 π.μ.
Groove bar (Rua da Rosa 148-150, Barrio Alto). Για χορό μέχρις τελικής πτώσεως – μένει ανοιχτό μέχρι τις 2 π.μ.
Majong (Rua da Αtalaia 3, Barrio Alto) «Τρελή» διακόσμηση, με γιγάντια μαρούλια να κρέμονται από το ταβάνι! Μουσική από electro-pop μέχρι nu-rave, με προβολή από ταινίες τρόμου, b-movies και βωβό κινηματογράφο.
Fados
Casa de Linhares Beco dos Armazens do Linho 2, Αλφάμα, +218865088, www.casadelinhares.com.
Cafe Luso Travessa da Queimada, 10, Barrio Alto, +213422281, www.cafeluso.pt.

Shopping
• Πολύ καλό κρασί Πόρτο και Μαδέι­ρα • Παραδοσιακά κεραμικά και πλακάκια αζουλέζος από εργαστήρια της Αλφάμα, στην Πλατεία Largo Sao Tome. Κι ακόμη, χειροποίητα τραπεζομάντιλα από τις Αζόρες καθώς και CDs με fados κι εξαιρετικές, αλλά πανάκριβες αντίκες. • Για τα πιο φίνα δερμάτινα γάντια, η μικροσκοπική Louveria Ulisses (Rua do Carmo 87Α, Σιάντο) είναι μοναδική. • Για την πιο αυθεντική σοκολάτα του κόσμου, πηγαίνετε στο κατάστημα-boutique-εργαστήριο Corallo στην Πάνω Πόλη (Rua Cecilio da Souza 85). Από μια σπάνια ποικιλία κακάο από την Αφρική, με ειδική, αργή επεξεργασία, χωρίς πρόσθετα ή αρώματα, είναι όσο πιο κοντά γίνεται στο αληθινό κακάο (www.claudiocorallo.com).

Μετακινήσεις
Από και προς το αεροδρόμιο, πάρτε ταξί ή λεωφορείο από το κέντρο (Πλατεία Rossio). Μέσα στην πόλη κινηθείτε με τα πόδια, με ταξί, μετρό και τα eletricos. Τέλος, για το Μπελέιν υπάρχουν συχνά τρένα από το σταθμό του Cais do Sodre.