Άραχθος-Κατσανοχώρια 06/10/2005

Αυθεντικό ηπειρώτικο τοπίο

Αυθεντικό ηπειρώτικο τοπίο

Η περιοχή των Κατσανοχωρίων σίγουρα δεν έχει τη δόξα ή το glam των γειτονικών Ζαγοροχωρίων, αποτελεί όμως την πλέον αυθεντική εκδοχή του ηπειρώτικου ορεινού τοπίου, όπου πλάι στα μοναδικά μνημεία της φύσης το ανθρώπινο χέρι πρόσθεσε αριστουργηματικά επιτεύγματα. Το ταξίδι στην ξεχωριστή άγρια φύση του Άραχθου και των έντεκα χωριών που κρέμονται στη δυτική όχθη του, είναι συναρπαστικό.

Ως βάση εξόρμησης για την εξερεύνησή μας επιλέγουμε το γραφικό Κωστήτσι –το μικρότερο από τα έντεκα Κατσανοχώρια– και το υπέροχο Princess Lanassa, μια πρότυπη ξενοδοχειακή μονάδα, ιδανική και για τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Η ιστορία της φτάνει πολύ πίσω στο χρόνο, στις αρχές του 18ου αιώνα: κυνηγετικό καταφύγιο στην αρχή, μετεξελίχθηκε αργότερα σε εξοχική κατοικία των προγόνων του σημερινού ιδιοκτήτη. Τα προσεγμένα δωμάτια με θέα το φαράγγι του Άραχθου φέρουν ιστορικά ονόματα από το δαιδαλώδες περιβάλλον του βασιλιά Πύρρου και της γυναίκας του, πριγκίπισσας Λάνασσας. Στους κοινόχρηστους χώρους, όπου κυριαρχεί η σμιλεμένη ηπειρώτικη πέτρα, ξύλινες γωνιές με γιαννιώτικες μαξιλάρες, σπάνια περσικά χαλιά και αυθεντικές γκραβούρες περιμένουν τον επισκέπτη. Ένας από αυτούς κι εγώ, με τη μυρωδιά του καμένου ξύλου στο τζάκι που σιγοκαίει και τη συνοδεία του ντόπιου τσίπουρου που ευφραίνει τις αισθήσεις, ανακαλύπτω το φθαρμένο βιβλίο «Τα Ιστορικά των Κατσανοχωρίων», μια σπάνια έκδοση του 1969.

Διαβάζω τον πρόλογο...

«Τα Κατσανοχώρια είναι μια μικρή περιοχή ένδεκα χωρίων του νομού Ιωαννίνων της επαρχίας Δωδώνης. Τα ένδεκα αυτά χωρία είναι τα εξής: Έλληνικόν (πρώην Λοζέτσι), Αετορράχη (πρώην Κοτόρτσι), Λάζαινα, Κορύτιανη, Πλαίσια, Πηγάδια, Καλέντζι, Νίστορα, Καλλιθέα (πρώην Κωστήτσι), Φορτόσι και Πάτερον.
Περιοχή ορεινή με κλίμα ψυχρόν, υγρόν και παγερόν κατά το χειμώνα, δροσερόν δε κατά το καλοκαίρι με καθαρή ατμόσφαιρα. Οι κάτοικοι της περιοχής καλούνται Κατσάνοι. Όλοι διακρίνονται ως φιλόπονοι, νοήμονες, ευέλικτοι
προ παντός οι έμποροι, φιλόξενοι και φίλαλλοι. Εγκλήματα και αιματοχυσίαι εις τα χωρία αυτά είναι σπάνιαι».
Το ενδιαφέρον μου επικεντρώνεται στο κεφάλαιο «Κωστήτσι»…
«Το Κωστήτσι ευρίσκεται επί θεαματικής, μαγευτικής και υγιεινοτάτης τοποθεσίας, εις την οποία καταλήγει το προς Άραχθον αντείρισμα της Αετοράχης. Πιο θεαματικωτέρα είναι η τοποθεσία Αηλιάς οπόθεν διακρίνει κανείς εν διαυγή ατμόσφαιρα το πανόραμα της περιοχής […]. Ρομαντικόν και επίζηλον μέρος για παραθερισμό».
Η «ανάγνωση» της περιοχής αρχίζει την επομένη, «by the book».
Ανηφορίζω με τα πόδια λίγο έξω από το χωριό προς το πέτρινο εκκλησάκι του Προφήτη που στέκεται σ’ ένα μπαλκόνι, στο χείλος του φαραγγιού. Ο Καλαρίτικος που κατεβαίνει απ’ τα χιονισμένα Τζουμέρκα σμίγει κάτω απ’ τα πανύψηλα βράχια με τον Άραχθο που έρχεται απ’ το βορρά για να συνεχίσει ενισχυμένος τον υδάτινο δρόμο του προς τα θρυλικά γεφύρια της Πλάκας και της Άρτας.
Παραμένοντας πάντα στη δυτική όχθη του Άραχθου, κατευθύνομαι προς την ιστορική Μονή Τσούκας κοντά στο κεφαλοχώρι Ελληνικό. Δύο γιαγιάδες συντροφιά με τρεις κατσίκες και δυο κότες με χαιρετούν στο έμπα του χωριού.
Τα «Ιστορικά» αναφέρουν σχετικά: «Αι γυναίκες είναι ωραίες, γεμάτες φαιδρότητα, με ωραία χαρακτηριστικά. Ασχολούνται όχι μόνο με τα οικιακά αλλά με την γεωργία και την κτηνοτροφία. Η γυναίκα των Κατσανοχωρίων είναι η ηρωίδα της εργασίας και ο στύλος του σπιτιού και αναπληροί πλήρως τον απουσιάζοντα σύζυγον, υιόν κ.λπ.».

Η Μονή Τσούκας, αφιερωμένη στη Γέννηση της Θεοτόκου, έχει ιστορία δέκα αιώνων και μοναδική θέα στη χαράδρα του Άραχθου. Χτισμένο στο χείλος του γκρεμού, σε υψόμετρο 760 μέτρων, το καστρομονάστηρο θυμίζει αετοφωλιά που κρέμεται πάνω από το αφρισμένο ποτάμι. Πέτρα σμιλεμένη με απαράμιλλη δεξιοτεχνία στις στέγες, στους τοίχους, στα καλντερίμια, χαρακτηρίζει την ιστορική μονή που φτιάχτηκε από καλόγερους ασκητές το 1190.
Από το Ελληνικό παίρνω το κατηφορικό μονοπάτι για τον Άραχθο και τη γέφυρα της Λυσιάς, ένα χιλιόμετρο πριν το σμίξιμο με τον Καλαρίτικο – μια ωριαία συναρπαστική πεζοπορία μέσα απ’ το παραποτάμιο δάσος, με τη βοή του Άραχθου να γεμίζει τ’ αυτιά μου όσο πλησιάζω. Μια ευρηματική συρμάτινη κρεμαστή γέφυρα μήκους 70 μέτρων με περνάει απέναντι, όπου βρίσκεται, βουβός από δεκαετίες, ένας μικρός πέτρινος οικισμός.
Οι περιηγήσεις στα Κατσανοχώρια αποκαλύπτουν κατά κανόνα μικροσκοπικούς πέτρινους οικισμούς με ελάχιστους κατοίκους («Ο αριθμός των κατοίκων μειούται συνεχώς και λίαν επικινδύνως» γράφουν τα «Ιστορικά»), αριστουργηματικές εκκλησίες και απομονωμένα ξωκλήσια με θέα τα Τζουμέρκα.
Ξεκινώ από το χωριό Πάτερο. Κάτι μου θυμίζει αυτό το όνομα... Η ημιυπόγεια και φυσικά κλιματιζόμενη ηπειρώτικη βασιλική της Αγίας Παρασκευής στο κέντρο του χωριού, χτισμένη εξ ολοκλήρου από πέτρα το 16ο αιώνα, μαγεύει τη ματιά εξωτερικά αλλά και εσωτερικά με το ξυλόγλυπτο επιχρυσωμένο τέμπλο της.
Στην κοντινή Κορίτιανη των είκοσι κατοίκων, ο Άγιος Νικόλαος, ο πολιούχος Άγιος Συμεών μα περισσότερο η Κοίμηση της Θεοτόκου που χτίστηκε γύρω στα 1620 στην άκρη του χωριού, πιστοποιούν περίτρανα τη μαστοριά των ντόπιων και την ανάγκη των απλών ανθρώπων να έρθουν σε επαφή με το Θεό. Οι Τούρκοι, που εγκατέλειψαν την περιοχή το 1912-13, δοκίμασαν –χωρίς επιτυχία– να κάψουν την αριστουργηματική εκκλησία, πέτυχαν όμως να τρυπήσουν τα μάτια των εικονιζόμενων αγίων.

Η απογευματινή ιππασία με τα ανδαλουσιανά άλογα της φάρμας «Ιπποστρούθ» στους δασωμένους ομιχλώδεις λόφους γύρω από τη Λάζαινα ολοκληρώνει με τον καλύτερο τρόπο τη χερσαία εξερεύνηση.
Η δυνατότερη όμως εμπειρία που μπορείς να ζήσεις στα Κατσανοχώρια είναι πέρα από κάθε αμφιβολία η πλωτή κατάβαση του Άραχθου. Μια εμπειρία που γίνεται ανεπανάληπτη αν περιλαμβάνει τον Καλαρίτικο και τις ολοζώντανες αφηγήσεις του Νίκου Μάνθου. Γέννημα θρέμμα της περιοχής, με βαθιά γνώση ιστορίας και πατριδογνωσίας, ο Νίκος διατηρεί εταιρεία εναλλακτικού τουρισμού και καλλιεργεί βατόμουρα.
Είκοσι χιλιόμετρα πλωτής κατάβασης μέσα από στενά φαράγγια απαιτούν έμπειρο στην πλειονότητά του πλήρωμα, αυτοσυγκέντρωση (η απώλεια ενός κουπιού στο ποτάμι δημιουργεί σοβαρά προβλήματα) και καλή φυσική κατάσταση.
Λίγα μέτρα μετά την εκκίνηση από τη γέφυρα του Γκόγκου, η λαστιχένια βάρκα αρχίζει να χοροπηδά στον αφρισμένο Καλαρίτικο. «Το ποτάμι πηγάζει από τους Καλαρίτες, το χωριό του περίφημου Bulgari. Ένα συγκλονιστικό μονοπάτι μέσα σε φαράγγι το ενώνει με το ξακουστό Σιράκο. Και τα δύο χωριά αποτελούν εξαιρετικά δείγματα ηπειρώτικης αρχιτεκτονικής». Οι δίνες του ποταμού και οι απότομες κλίσεις της κοίτης του απαιτούν δύναμη και ελιγμούς ακριβείας σε περάσματα τρίτου και τετάρτου βαθμού δυσκολίας.
Στο στενότερο σημείο του ποταμού, στο περίφημο φαράγγι του Καλαρίτικου με τα κατακόρυφα βράχια, τα αγριοπερίστερα προβαίνουν σε προκλητικές πτήσεις δεξιοτεχνίας πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Φτάνουμε στη σμίξη και κωπηλατώντας έντονα περνάμε απευθείας στον Άραχθο.
Ο Νίκος μού δείχνει τον Προφήτη Ηλία και ξεκινά την εν πλω αφήγηση της θρυλικής ιστορίας του.
«Ο ποταμός είχε τρία αδέρφια. Τον Αχελώο, τον Αλιάκμονα και τον Αώο. Όλοι μαζί ζούσαν αγαπημένοι στην προστατευτική αγκαλιά της μάνας τους, της Πίνδου. Οι τρεις μεγαλύτεροι μια μέρα έφυγαν μακριά κι αυτός στην αγωνία και την προσπάθειά του να τους φτάσει, άρχισε να τριγυρνά στην Ήπειρο αναζητώντας τους απεγνωσμένα. Τελικά κατευθύνθηκε νότια, έγινε πολύ ορμητικός και παρέσυρε τα πάντα στο διάβα του προς τον Αμβρακικό. Έτσι ονομάστηκε Άραχθος…»

Ακολουθώντας το ρου του ποταμού διαπλέουμε τα σύνορα της Ελλάδας του 1912. Φτάνουμε στον καταρράκτη της Κλίφκης κοντά στο χωριό Καλέντζι. Ανυπέρβλητο το θέαμα του αγριεμένου στοιχείου της φύσης που, εκσφενδονίζοντας με πίεση και ορμή το νερό, διασφάλιζε την ακεραιότητα του θησαυροφυλακίου της Δωδώνης που φυλασσόταν εδώ.
Μπαίνουμε στο στενό φαράγγι με δεκάδες μικρούς καταρράκτες να μας μουσκεύουν. Η ευεξία στο κατακόρυφο. Μικρές αμμουδιές σχηματίζονται στις όχθες, που πνίγονται απ’ τα πλατάνια, τα σφεντάμια και την παραποτάμια βλάστηση. Βγαίνοντας από το φαράγγι η ροή μαλακώνει και οι ρυθμοί χαλαρώνουν. Τώρα είναι η ώρα να λύσω τις απορίες μου.
«Γιατί το χωριό ονομάστηκε Πάτερο;» Ο Νίκος πάντα ετοιμόλογος: «Οι κάτοικοι του χωριού καλλιεργούσαν κολοκύθια και τα κρεμούσαν στα δοκάρια των εξωτερικών τοίχων, που εδώ ονομάζονται πάτερα».
Επιτέλους, απαλλάσσομαι από τη σπαζοκεφαλιά της σοφής λαϊκής έκφρασης «κολοκύθια εις το
πάτερον». «Όσο για το Καλέντζι, πήρε το όνομά του από την κόρη του βασιλιά Τόμαρου, την Εκάλη, που μετέτρεψε το θησαυροφυλάκιο σε κάστρο που ονομάστηκε Καστρί. Οι κάτοικοι κατατρεγμένοι από τους Τούρκους μετανάστευσαν στην Αχαΐα και έφτιαξαν το εκεί Καλέντζι. Ο Αντρέας Σταυράκης έγινε παπάς, ο… παπα-Αντρέας».
Οι συνειρμοί και οι συμπτώσεις διακόπτονται στη θέα του περίφημου γεφυριού της Πλάκας. Τριακόσια μέτρα πριν από τη γέφυρα ο Νίκος μού δείχνει το πέδιλο του πυλώνα του παλιού γεφυριού.
«Το γεφύρι πρωτοφτιάχτηκε το 1864 με χρηματοδότηση 75.000 γρόσια από τον Φορτοσιώτη Λούλη. Ήταν δίτοξο και πολύ εντυπωσιακό. Εγκαινιάστηκε με τη δέουσα λαμπρότητα (η σπουδαιότητα της κατασκευής του θα αντιστοιχούσε σήμερα στα εγκαίνια της γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου) και την ίδια μέρα, όταν αφαιρέθηκαν τα ξύλινα καλούπια, το γεφύρι κατέρρευσε σαν χάρτινο. Το φιάσκο ήταν τεράστιο και η πολυαναμενόμενη προσπέλαση στον κάμπο της Άρτας παρέμεινε όνειρο. Ο επίμονος Λούλης χρηματοδότησε και πάλι το έργο με 90.000 γρόσια, ενώ με έρανο από τα γύρω χωριά μαζεύτηκαν άλλα τόσα. Επιλέχθηκε νέα θέση (η σημερινή), νέος πρωτομάστορας, και το μονότοξο πια γεφύρι ορθώθηκε οριστικά το 1866. Μια ξαφνική νεροποντή και η αναμενόμενη άνοδος της στάθμης ανάγκασαν τους μάστορες να αφαιρέσουν πρόωρα τον ξυλότυπο και να καταδικάσουν το γεφύρι σε μόνιμη και εμφανή ασυμμετρία».
Οι ιστορικές αναφορές στο γεφύρι της Πλάκας δεν τελειώνουν εδώ... «Στην Κατοχή ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ το χρησιμοποιούσαν για τις μετακινήσεις τους, ενώ το 1944 ο Βελουχιώτης κι ο Ζέρβας, υπέγραψαν εδώ την ιστορική συνθήκη ειρήνευσης. Την ίδια χρονιά οι Γερμανοί αποχωρώντας δοκίμασαν να το ανατινάξουν. Μάταια όμως. Ένα τέτοιο έργο μπορεί να ξεθεμελιωθεί μόνο απ’ το ίδιο το ποτάμι. Η απαράμιλλη τεχνική του πρωτομάστορα Μπέκα, οι ανθεκτικές πέτρες και οι συγκολλητικές ιδιότητες του ασπραδιού από 20.000 αβγά που ενίσχυσε τους αρμούς κράτησαν το γεφύρι όρθιο».
Συνεπαρμένος από την πλωτή περιπέτεια, την ομορφιά του τοπίου και τη δύναμη της αφήγησης του καινούργιου μου φίλου, αποφασίζω να παρατείνω –έστω και για λίγες ώρες– τη συναρπαστική εξόρμησή μου. Καταστρώνω επιτόπου –με τη βοήθεια του Νίκου– ένα πρόγραμμα αστραπή στην ανατολική όχθη του Άραχθου. Τα επιβλητικά Τζουμέρκα, η σφηνωμένη στο βράχο Μονή Κηπίνας και το σιωπηλό μεγαλείο στο Σιράκο και τους Καλαρίτες με αποζημίωσαν με το παραπάνω...

Διαμονή
Princess Lanassa, Κωστήτσι
Ιωαννίνων, 26590/22600, 210/8137251, www.hotellanassa.gr