Κυριακή Καλημέρη: Μια Ελληνίδα κατακτά το δύσκολο terroir του Πιεμόντε 27/08/2021

Ηλεκτρολόγος μηχανικός στο πτυχίο, αλλά επαγγελματίας του κρασιού στην ψυχή, η Κυριακή Καλημέρη χαράζει τη δική της οινική διαδρομή στα αμπελοτόπια του Πιεμόντε, με τα φυσικά κρασιά της Valdisole.

banner

Tα δεκάδες προστατευόμενα τοπικά προϊόντα, όπως η φημισμένη τρούφα της Άλμπα, η σπουδαία οινική παράδοση, αλλά κι ένα πυκνό δίκτυο από πολυάστερα εστιατόρια καταξιώνουν το Πιεμόντε γενικώς, και την περιοχή του Λάνγκε ειδικότερα, ως γη της επαγγελίας για τους ανήσυχους ουρανίσκους της υφηλίου.

Εστιάζοντας στο κρασί πάντως, και μολονότι μπορεί να μη χαίρει της δημοσιότητας του νοτιότερου Κιάντι, η περιοχή αυτή με το ήπιο, λοφώδες ανάγλυφο και τα αμπελοτόπια που απλώνονται γύρω από πύργους και οικισμούς, στην ουσία ηγείται της ιταλικής οινικής σκηνής. Ναυαρχίδες της τοπικής παραγωγής είναι, άλλωστε, το Barolo, αλλά και το «φρεσκότερο» συγγενικό Barbaresco, από την ευγενή και πολυμορφική ποικιλία του Nebbiolo και τη low-profile ενδημική Arneis.

banner

Αυτό το συναρπαστικό όσο και καρτποσταλικό οινικό τοπίο σαγήνευσε και την Κυριακή Καλημέρη, μια Ελληνίδα που, όταν η δουλειά της ως ηλεκτρολόγου μηχανικού την οδήγησε στο Πιεμόντε, γρήγορα ανακάλυψε την πηγαία αγάπη της για το κρασί και τον κόσμο του. Ενστικτωδώς, αυτή η αγάπη την ώθησε να ακολουθήσει τους οινικούς δρόμους του Λάνγκε και, εντέλει, να αποπειραθεί να τους χαράξει κιόλας.

Το οινοποιείο Valdisole, που ίδρυσε και διευθύνει από κοινού με το συνέταιρό της Giuseppe Amato, παράγει περιορισμένες αλλά εξαιρετικά ποιοτικές φιάλες ενδημικών ποικιλιών, που εκπροσωπούν επάξια και με ιδιαίτερη προσέγγιση το απαιτητικό terroir του Λάνγκε, πλάι σε θρυλικές ετικέτες με μεγάλο εκτόπισμα παράδοσης και φήμης – μια επιβράβευση της απόφασης της Κυριακής να κυνηγήσει αυτό που την παθιάζει. Γι’ αυτό της το πάθος, τις δυσκολίες και τις ομορφιές του μιλά στο «Taste & Travel», δίνοντάς μας ταυτόχρονα τη δική της οπτική για έναν πανέμορφο τόπο.

Προέρχεσαι από έναν τελείως διαφορετικό κλάδο, αυτόν της ηλεκτρολογίας-μηχανολογίας, στον οποίο μάλιστα διαπρέπεις. Πώς προέκυψε η ενασχόλησή σου με το κρασί;
Λίγο η περιέργεια, λίγο οι συγκυρίες, θα έλεγα. Στα 23 μου μετακόμισα στο Τρέντο, στα ιταλικά σύνορα με Αυστρία, για το διδακτορικό μου. Σε μια παραδοσιακά οινοπαραγωγική περιοχή, ήμουν η μόνη που δεν ήξερε απολύτως τίποτα για κρασιά και ταυτόχρονα ήθελα να βελτιώσω τα ιταλικά μου. Ξεκίνησα λοιπόν να παρακολουθώ δωρεάν πολιτιστικές εκδηλώσεις του δήμου, πολλές από τις οποίες ήταν παρουσιάσεις και συζητήσεις με οινοπαραγωγούς της περιοχής. Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με το χώρο. Ύστερα από διάφορες μετακινήσεις λόγω δουλειάς, εγκαταστάθηκα στο Πιεμόντε, περιοχή επίσης μεγάλης οινοπαραγωγικής ιστορίας, όπου, ως χόμπι και πάλι, έκανα μαθήματα οινογνωσίας, έδωσα εξετάσεις και πήρα πτυχίο sommelier. Αυτό που μου άρεσε εξαρχής είναι ότι το κρασί είναι ένα προϊόν συνυφασμένο με την ιστορία του ανθρώπου από την αρχαιότητα, μελετώντας, λοιπόν, την ιστορία του έμαθα και μαθαίνω πολλά για τη γεωπολιτική, τον πολιτισμό, για παραδόσεις, ήθη και έθιμα. Μου αρέσει να μαθαίνω όσα περισσότερα μπορώ για κάθε μέρος στο οποίο έχω ζήσει και κατ’ αυτή την έννοια έτυχε να ασχοληθώ με το κρασί γιατί έτυχε να ζω στην Ιταλία, η οποία έχει μεγάλη παράδοση και αγάπη για το συγκεκριμένο προϊόν. Αν βρισκόμουν στη Βραζιλία, ίσως να ασχολιόμουν με τον καφέ…

Και πώς βρέθηκες, από το πτυχίο sommelier, να ηγείσαι ενός οινοποιείου;
Η ιστορία της Valdisole ξεκινάει το 2015, όταν ο Giuseppe Amato αγόρασε ένα μικρό αμπέλι σε μια ιστοσελίδα τύπου ebay, με σκοπό να παράγει λίγο κρασί και οπωροκηπευτικά. Εγώ γνώρισα τον Giuseppe περίπου ενάμιση χρόνο μετά και αρχικά ο ρόλος μου ήταν κυρίως αυτός του γευσιγνώστη. Ύστερα από τρία χρόνια πειραματισμών, είδαμε την ανακοίνωση για το Raw Wine Fair, μια από τις σημαντικότερες εκθέσεις βιολογικού κρασιού στον κόσμο, και χωρίς να το πολυσκεφτούμε γράψαμε στη διοργανώτρια, σίγουροι ότι δεν θα λάβουμε απάντηση. Προς έκπληξή μας, απάντησε και μας ζήτησε δείγματα. Χαρήκαμε με την ευκαιρία που μας δινόταν, αλλά ήμασταν τελείως απροετοίμαστοι. Δεν είχαμε ούτε ετικέτες, ούτε κούτες, ούτε τίποτα. Πήρα ένα κομμάτι χαρτί και έγραψα τα ονόματα στο χέρι, τα κολλήσαμε στα μπουκάλια και τα στείλαμε, μαζί με ένα σημείωμα στο οποίο ζητούσαμε συγνώμη για την παρουσίαση. Τα δείγματα τους άρεσαν και έτσι η Valdisole εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη διεθνή αγορά τον Οκτώβριο του 2018. Στο μικρό αρχικό κομμάτι γης προσετέθησαν σιγά σιγά και τα διπλανά και σήμερα η Valdisole εκτείνεται σε 40 αμφιθεατρικά στρέμματα, με ολοήμερη έκθεση στον ήλιο, εξ ου και το όνομα, που σημαίνει κοιλάδα του ήλιου. Πλέον, ασχολούμαι με όλα τα στάδια της παραγωγής, τις εργασίες στο χωράφι, την καλλιέργεια και τις εργασίες στο κελάρι, ενώ παράγω και ένα αποκλειστικά δικό μου κρασί, την Ηλέκτρα, από την ποικιλία Μαλβάζια (Μονεμβασιά), σε αμφορέα.

Φαντάζομαι ότι στην αρχή το ρίσκο ήταν μεγάλο...
Το ρίσκο είναι ακόμα μεγάλο. Κυρίως επειδή είναι ένα πολύ αργό προϊόν και, καθώς δεν καταγόμαστε από οινοπαραγωγικές οικογένειες, δεν βρήκαμε τίποτα έτοιμο. Είναι μια επένδυση που, στην καλύτερη περίπτωση, αρχίζει να αποδίδει ύστερα από 4-5 χρόνια, αλλά μπορεί να πάρει και πολύ περισσότερο. Επίσης, ασταθής είναι και η κύρια εργασία μου, από τη φύση της. Δεν ξέρεις ποτέ πότε θα χρειαστεί ν’ αλλάξεις χώρα.

Σε βοήθησε με κάποιον τρόπο το επιστημονικό και επαγγελματικό σου υπόβαθρο σε όλη αυτή την προσπάθεια;
Ο Giuseppe είναι βιολόγος και εγώ ηλεκτρολόγος μηχανικός. Σίγουρα το υπόβαθρο του βιολόγου είναι πολύ σημαντικό. Στη δική μου περίπτωση βοηθάει κυρίως ο τρόπος με τον οποίο έχω μάθει να σκέφτομαι. Δεν κάνω ποτέ κάτι «γιατί έτσι μου είπαν» ή «γιατί έτσι κάνουν όλοι». Διαβάζω, αναλύω, δοκιμάζω, κάνω λάθη, μαθαίνω και ξαναπροσπαθώ. Η έρευνα με αντιπροσωπεύει ως άνθρωπο και με κρατά διανοητικά σε εγρήγορση. Από την άλλη, η καθημερινότητά μου είναι μακριά από τη φύση και σχεδόν καθόλου καλλιτεχνική. Το ένα μου επάγγελμα συμπληρώνει το άλλο.

Το Πιεμόντε είναι μια κορεσμένη και «σκληρή» γωνιά του οινικού κόσμου. Πώς πιστεύεις ότι το οινοποιείο σας διαφοροποιείται από τον τεράστιο ανταγωνισμό; Ποιο είναι το κενό που θέλετε να πληρώσετε;
Το Πιεμόντε είναι από τις πιο σημαντικές περιοχές στην ιστορία της ιταλικής οινοποιίας. Σε λιγότερα από 4-5 χλμ. έχουμε μερικά από τα πιο σημαντικά ονόματα στην περιοχή του Μπαρμπαρέσκο και σε λιγότερα από 20 χλμ. του Μπαρόλο. Στην περιοχή μας είναι δύσκολο να μη βγάλεις ένα καλό Nebbiolo, αφού είναι ένα αμπέλι τέλεια προσαρμοσμένο στο συγκεκριμένο terroir. Άρα η πρόκληση δεν ήταν είναι να κάνουμε ένα Nebbiolo καλύτερο από τα άλλα, αλλά να προτείνουμε ενδιαφέροντα κρασιά από όλο τον κόσμο, με διαφορετικές οινοποιήσεις και χωρίς καμία παρέμβαση. Δεν χρησιμοποιούμε χημικά ούτε στην καλλιέργεια ούτε στην παραγωγή. Το μεγαλύτερο βάρος της διαδικασίας πέφτει στο αμπέλι, όπου προσπαθούμε να βοηθήσουμε κάθε φυτό να αναπτύξει ένα δυνατό ανοσοποιητικό σύστημα. Με τα χρόνια μάθαμε ότι αν το σταφύλι είναι υγιές, το κρασί γίνεται μόνο του χωρίς καμία παρέμβαση.

Σκοπεύεις να εντάξεις το οινοποιείο στον οινοτουριστικό χάρτη της περιοχής;
Η αλήθεια είναι ότι βρίσκεται ήδη στο χάρτη, παρότι δεν το επιδιώξαμε. Όχι επειδή δεν θέλουμε επισκέπτες, αλλά επειδή και για τους δυο μας η οινοποίηση είναι «χόμπι», οπότε δεν προλαβαίνουμε. Έχουμε την τύχη να είμαστε σε μια διάσημη περιοχή, όχι μόνο για τα κρασιά αλλά και για τη λευκή τρούφα, για τη σοκολάτα και διάφορα άλλα προϊόντα, και το γεγονός ότι προσφέρουμε μια τελείως διαφορετική πρόταση μας φέρνει πολλούς επισκέπτες, πιο πολλούς από αυτούς που μπορούμε να δεχτούμε. Έχουμε δίπλα μας το μοναδικό πανεπιστήμιο γαστρονομίας στην Ιταλία, στο οποίο φοιτούν μαθητές κυριολεκτικά από όλο τον κόσμο, οπότε προς το παρόν προσπαθούμε να δεχόμαστε πάντα τους φοιτητές γιατί είναι αυτοί που στο μέλλον θα βρίσκονται σε επαφή κάθε μέρα με το ευρύ κοινό και πρέπει να γνωρίζουν.

Πώς βλέπεις την ελληνική οινική σκηνή; Διαφαίνεται εξέλιξη τόσο την οινοποίηση (βλέπε πορτοκαλί κρασιά, φυσικές, τολμηρές οινοποιήσεις) όσο και στην κατανάλωση του κρασιού (αύξηση των winebars και restaurants, πιο μυημένο κοινό)…
Δυστυχώς την ελληνική σκηνή δεν τη γνωρίζω αρκετά, στην Ιταλία φτάνουν ελάχιστα ελληνικά κρασιά και οι γνώσεις μου περιορίζονται σε παραγωγούς που γνωρίζω σε εκθέσεις ή που επισκέπτομαι όταν βρίσκομαι στην Ελλάδα. Παρατηρώ όμως ότι, τελευταία, εμφανίζονται ολοένα περισσότερα wine bars, το οποίο είναι πολύ θετικό! Η πρόκληση στο χώρο των φυσικών κρασιών, ιδιαίτερα σε αυτά τα πρώτα στάδια είναι να είμαστε αυστηροί και αμερόληπτοι κριτές της δουλείας μας. Κι αυτό επειδή, από τους καταναλωτές, λίγοι είναι εκείνοι που θα εμβαθύνουν πραγματικά – το ευρύ κοινό δεν θα κάνει μαθήματα sommelier, θα μάθει από τις συναναστροφές του στα bar και από τις συζητήσεις με τους σερβιτόρους. Εμείς ως παραγωγοί και οι επαγγελματίες των wine bars, λοιπόν, έχουμε τεράστια ευθύνη στην εκπαίδευση αυτού του νέου κοινού. Δυστυχώς, όμως, πολύ συχνά σε wine bars και της Ελλάδας και του εξωτερικού, το προσωπικό δεν είναι σωστά προετοιμασμένο. Έχω ακούσει απίστευτες απαντήσεις σε ερωτήσεις πελατών…
Από τον Εμμανουήλ Χουσάκο. Φωτό: Giuliana Antrilli

Από τον Εμμανουήλ Χουσάκο

banner
banner