Αμβούργο: Καλώς ήρθατε σε ένα αστικό εργοτάξιο απ’ το μέλλον 11/01/2020

Καθώς ανέβαινα τις πρώτες κυλιόμενες της Φιλαρμονικής του Αμβούργου, μια καμπυλωτή σκάλα ογδόντα μέτρων –η μεγαλύτερη σε όλη τη Δυτική Ευρώπη– που δια­περνά σαν τόξο τη βάση του κτιρίου, η κλίση του τούνελ δεν άφηνε το βλέμμα μου να φτάσει στην κορυφή. Ύστερα από δυόμισι λεπτά, με το σασπένς στα κόκκινα, έφτασα στην πλινθόκτιστη πρόσοψη. Ένα μεγάλο παράθυρο στη μέση άνοιγε τη θέα στον κινηματογραφικό ορίζοντα του Έλβα, του ποταμού που πάντα τροφοδοτούσε το Αμβούργο με αγαθά, τρόφιμα, χρήματα και νέες ιδέες.

Όμως η πραγματική ανταμοιβή ήρθε, μία σκάλα αργότερα, στην καρδιά αυτού του φουτουριστικού αριστουργήματος, την κεντρική Plaza. Περίπου σαράντα μέτρα πάνω από τη γη η οροφή της παλιάς αποθήκης του λιμανιού, που πλέον στηρίζει το νέο οικοδόμημα, έχει μετατραπεί σε έναν από τους πιο πολυσύχναστους δημόσιους χώρους-παρατηρητήρια της πόλης (πάνω από 10 εκατ. το έχουν μέχρι σήμερα περπατήσει), με αψίδες και κυματιστά παράθυρα αντί για τοίχους καθώς κι ένα περιμετρικό μπαλκόνι για να αγναντεύουν οι επισκέπτες προς κάθε κατεύθυνση, ενώ ο αέρας φέρνει με φούρια τη δροσιά του ποταμού.

Από εδώ ξεκινά όλο το εσωτερικό δίκτυο του Elbphilharmonie, όπως αποκαλείται στα γερμανικά το καινούργιο πολιτιστικό τοπόσημο του Αμβούργου. Χρειάστηκαν συνολικά επτά έτη, σοβαρά δομικά προβλήματα προέκυψαν που έπρεπε να διορθωθούν, σπατάλες και σκάνδαλα αποκαλύφθηκαν, ενώ το budget ξεπέρασε κατά δέκα φορές τον αρχικό προϋπολογισμό, φέρνοντας σε αμηχανία τις τοπικές αρχές και τους κατοίκους του Αμβούργου για το αν θα ξεμείνουν με ένα γιγάντιο, ημιτελές εργοτάξιο στη βιτρίνα της πόλης. Ωστόσο, το φιλόδοξο όραμα των Ελβετών αρχιτεκτόνων Jacques Herzog και Pierre de Meuron έγινε τελικά πραγματικότητα στις αρχές του 2017 και ο λογαριασμός έγραψε 789 εκατ. ευρώ.

Ευτυχώς, το αποτέλεσμα είναι εξίσου αποστομωτικό: πάνω στην πρώην αποθήκη Kaiserspeicher Α, της οποίας το κέλυφος από τούβλα ενισχύθηκε, αλλά εξωτερικά παρέμεινε ίδιο, για να υπενθυμίζει τους αμέτρητους τόνους καφέ και καπνού που πέρασαν από εδώ, υψώθηκε μια θεσπέσια γυάλινη φουτουριστική δομή με χιλιάδες ευθεία ή καμπυλωτά παράθυρα και μια κυματιστή οροφή από πάνω, ενώ στον πυρήνα αυτού του κομψού όγκου εδράζεται το περίφημο Großer Saal του κτιρίου – μια άψογα μελετημένη συναυλιακή αίθουσα με 2.100 θέσεις γύρω γύρω από τη σκηνή, η ακουστική της οποίας αγγίζει την τελειότητα. Από μπροστά, το επιβλητικό αρχιτεκτόνημα των 110 μέτρων (στο ψηλότερο σημείο του) μοιάζει τόσο ανάλαφρο κι αιθέριο, σαν μεταμοντέρνα γαλέρα που αντικατοπτρίζει τα κύματα του ποταμού, σε αντίστιξη με τη στιβαρή του βάση, παραπέμποντας στο δυνατό παρελθόν και το ακμαίο μέλλον του Αμβούργου – της χανσεατικής πόλης που ανέκαθεν αποτελούσε πλούσιο κι ελκυστικό χωνευτήρι διαφορετικών πολιτισμών, ενώ τώρα φιλοδοξεί να πάρει την πρωτιά της Γερμανίας.

HafenCity Project: χτίζοντας το παλιό λιμάνι

«Το Elbphilharmonie ξεκίνησε τη λειτουργία του όταν πλέον το HafenCity Project είχε αρχίσει να αναπτύσσεται, έτσι αποτελεί ένα κέντρο πολιτισμού-σύμβολο τόσο για την αναγέννηση του παλιού λιμανιού ως νέας περιοχής-πρότυπο της Ευρώπης όσο και για την ευρύτερη πόλη του Αμβούργου που εξελίσσεται», μας λέει η ξεναγός όσο στεκόμαστε σε μία από τις πανοραμικές τζαμαρίες του κτιρίου. Από εκεί βλέπεις όλη την έκταση της παλιάς ναυτιλιακής ζώνης. Στην πλευρά κάτω από την ιστορική Speicherstadt, με τις παραταγμένες αποθήκες-Μνημεία Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO, χτυπούσε η καρδιά όλης της ναυτικής κι εμπορικής δύναμης του Αμβούργου από το 12ο αιώνα μέχρι τα μεταπολεμικά χρόνια, όταν άρχισε πια να ερημώνει, καταλήγοντας στα ’90s μια αποκομμένη ζώνη-φάντασμα, μόλις χίλια μέτρα μακριά από το διοικητικό κέντρο.

Η τοπική κυβέρνηση του Αμβούργου (η πόλη διοικείται εσωτερικά, καθώς αποτελεί ένα από τα ομόσπονδα κρατίδια της Γερμανίας) αποφάσισε, λοιπόν, να μετακινήσει τις λίγες εναπομείνασες βιομηχανίες μακρύτερα από το κέντρο, στην άλλη όχθη του Έλβα, δημιουργώντας 157 εκτάρια άδειας γης, και από την αρχή της χιλιετίας έθεσε σε εφαρμογή το HafenCity Project, το μεγαλύτερο πρόγραμμα αστικής αναγέννησης στην Ευρώπη. Προκειμένου η πόλη να συμβαδίσει με τις απαιτήσεις του 21ου αιώνα, το παράκτιο μέτωπο μεταμορφώνεται σε μια ολοζώντανη περιοχή μεικτής χρήσης και οικολογικής βιωσιμότητας: χώροι εργασίας, κατοικίες, εκπαιδευτικά ιδρύματα, κέντρα πολιτισμού και γκαλερί, καταστήματα λιανικής πώλησης, μπουτίκ, εστιατόρια και ξενοδοχεία – διαμοιρασμένα όλα με ισορροπία στις δέκα νέες συνοικίες του HafenCity.

Σε βάθος τριάντα χρόνων από όταν εγκρίθηκε το master plan, κάθε τετραγωνικό μέτρο της περιοχής θα είναι under construction. Όλη η επιφάνεια ανυψώνεται κατά λίγα μέτρα για αντιπλημμυρική προστασία, νέοι σιδηροδρομικοί σταθμοί είναι σε λειτουργία, δημιουργούνται χώροι πρασίνου και ανάπαυλας (25% της περιοχής), τα λιγοστά ιστορικά κτίρια αναστυλώνονται και για κάθε νέο κτίριο-project προηγείται ανοιχτός διαγωνισμός, στον οποίο η πιο ελκυστική και οικολογικά συμφέρουσα πρόταση κερδίζει. Έτσι, διασχίζοντας σήμερα τις προβλήτες και τους νέους δρόμους της περιοχής, λόγου χάρη την πεζοδρομημένη Überseeboulevard, ανακαλύπτεις αρχιτεκτονικά διαμαντάκια: πρώτα την ψιλόλιγνη πολυκατοικία Wohnturm Connamon που δημιουργεί την ψευδαίσθηση πως γέρνει, μετά το απαράμιλλο μπλοκ Sumatra που φαίνεται σαν να βηματίζει και, λίγο παρακάτω, τις εγκαταστάσεις του πολυτελούς «25hours Hotel», με 170 δωμάτια-καμπίνες πλοίου. Ανάμεσα βουίζουν χαρούμενα διάφορα cafés, food markets και άλλα μικρά μαγαζάκια.

«Αυτό που ξεχωρίζει το συγκεκριμένο project είναι πως, ενώ συνήθως οι παραθαλάσσιες πόλεις αναπτύσσονται προς τα προάστια, εδώ η αλλαγή γίνεται σε πολύ κεντρικό σημείο, σηματοδοτώντας το χαρακτήρα του σύγχρονου downtown, τόσο ως προς τον αστικό σχεδιασμό όσο και την αρχιτεκτονική», εξηγεί o Andrew Stark από την οργανωτική ομάδα του HafenCity Project. Αυτήν τη στιγμή βρισκόμαστε περίπου στη μέση της διαδικασίας. Η πιο πρόσφατη ενημέρωση αναφέρει το 2027 ως έτος ολοκλήρωσης, οπότε υπολογίζεται πως το παράκτιο μέτωπο θα στεγάζει περίπου 15.000 κατοίκους και 45.000 θέσεις εργασίας, θα λειτουργεί με απόλυτα eco-friendly λογική, αντλώντας ενέργεια από ανεμόμυλους και θα υποστηρίζει καινοτόμους τρόπους μετακίνησης (π.χ. car sharing).

Προσμετρώντας την ειδυλλιακή (και πολύ ακριβή) περιοχή που γεννιέται, το Αμβούργο θα αυξήσει τη συνολική του έκταση κατά 40% και, ομολογουμένως, αυτή η αλλαγή δεν θα το αφήσει ανεπηρέαστο με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Πήρε λίγο χρόνο στους κατοίκους να αποδεχτούν το project (αν το συνδυάσεις με την πολύχρονη αβεβαιότητα της Φιλαρμονικής, καταλαβαίνεις το λόγο) ή μάλλον να συνειδητοποιήσουν κάθε κύμα αλλαγής που επιφέρει. Πλέον όμως η επιχειρηματική κίνηση –αλλά και το pricing out– είναι εδώ. Ένα από τα ορόσημα που σηματοδότησαν αυτήν τη νέα ερμηνεία του Αμβούργου είναι το άνοιγμα του «Fontenay», ενός υπερπολυτελούς ξενοδοχείου δίπλα στη λίμνη Άλστερ, που πρόσθεσε ύστερα από δεκαεννιά χρόνια έναν πεντάστερο προορισμό στο χάρτη της βόρειας πόλης. «Τα ποσοστά τουρισμού αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο τα τελευταία χρόνια», παραδέχεται η project manager Claudia Bellman κατά τη διάρκεια μιας μίνι ξενάγησης σε αυτό το υπέροχο αρχιτεκτόνημα σε σχήμα τριών δέντρων, που δεν έχει κανέναν ευθύ τοίχο, «με επτά εκατομμύρια επισκέπτες ανά έτος, το Αμβούργο έχει καθιερωθεί ως τουριστικός προορισμός στην Ευρώπη και προσπαθούμε να ακουστούμε στην Αμερική και την Ασία».

Μια πόλη πολλών αντιθέσεων, μια πόλη για κάθε άνθρωπο

Πλέοντας στα νερά του Έλβα, με την πλέον διάσημη γραμμή του ferri 62, αντιλαμβάνεσαι την ταυτότητα αυτής της πόλης: από τη μία πλευρά τα αποστομωτικά νέα κτίρια, το πλάγιο παραλληλόγραμμο Dockland, οι κυρτοί ουρανοξύστες ή το μαγικό Elbphilharmonie, και από την άλλη, στο βάθος, οι μεγάλοι γερανοί και τα κοντέινερ των ναυπηγείων. Χωρίς το νερό δεν νοείται Αμβούργο. Από την αρχή της ιστορίας του οι πολλές κι επαναλαμβανόμενες επιδρομές των Βίκινγκ, η καταστροφική πυρκαγιά του 1842 αλλά και ο μεγάλος βομβαρδισμός στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που ισοπέδωσε το 80% των κτιρίων, ποδοπάτησαν πολλές φορές αυτόν τον τόπο, αλλά κάθε φορά έβρισκε τον τρόπο να επιστρέφει στην πρότερη δόξα του, σαν τον φοίνικα που αναγεννιέται από τις στάχτες του – όπως θυμίζει το πτηνό-σύμβολο στην πρόσοψη του εμβληματικού δημαρχείου.

Ο λόγος; Η αλύγιστη δύναμη του λιμανιού. Η «Πύλη προς τον Κόσμο», όπως χαρακτηριζόταν τα παλιά χρόνια η πόλη, έχαιρε ελευθερίας από δασμούς και φόρους, οπότε νέο χρήμα έρρεε διαρκώς στα κανάλια του Αμβούργου. Αυτή είναι και η αιτία που τόσα χρόνια μετά, ενώ το αστικό και οικονομικό τοπίο έχουν αλλάξει άρδην, αυτή η πόλη παραμένει τόσο πλούσια: πάνω από 40.000 εκατομμυριούχοι βρίσκονται ανάμεσα στους 1,8 εκατ. κατοίκους, διασκορπισμένοι στις απομονωμένες συνοικίες δίπλα στην λίμνη Άλστερ, με μεγάλα πάρκα ή παραλίες για να βγάζουν το σκύλο βόλτα και να κάνουν τζόκινγκ.

Το Αμβούργο είναι φανερά μια πόλη με υψηλό βιοτικό επίπεδο, όπου χαίρεσαι να ζεις (αν ο μόνιμα συννεφιασμένος ουρανός δεν είναι πρόβλημα). Υπάρχει άπλετος δημόσιος χώρος και πολύ πράσινο, με πρώτο και καλύτερο το πάρκο Planten un Blomen. Έχει τόσο πολύ νερό, που μοιάζει με πλωτό κρατίδιο, μια κι εδώ το μεγάλο ρεύμα του Έλβα συναντά τον ποταμό Άλστερ, σχηματίζοντας λιμνούλες και πάμπολλα κανάλια που αξίζει να διασχίσεις με βάρκα, ενώ αναπτύχθηκε χωρικά χωρίς βιασύνες και κατέληξε σε ένα –για τα δικά μας δεδομένα– αραιοκατοικημένο μοντέλο 110 διαφορετικών συνοικιών που συνδέονται με τις ράγες του τρένου. Λίγα λεπτά αρκούν για να βρεθείς από τη μία πλευρά της πόλης στην άλλη και να ανακαλύψεις τα πολλά πρόσωπα του Αμβούργου: από το νότιο, παράκτιο μέτωπο του HafenCity και της ιστορικής Altstadt με τα σημαντικότερα αξιοθέατα μέχρι το ήρεμο, καταπράσινο Eppendorf, στα νερά του οποίου έρχονται να ξεχειμωνιάσουν σμήνη κύκνων, και από την πολυσυλλεκτική Altona μέχρι το φιλόξενο σε LGBTQ+ άτομα St. George, σίγουρα κάποια γειτονιά θα κερδίσει την καρδιά σου.

Για τους περισσότερους ταξιδιώτες αυτή είναι το St. Pauli και οι περιοχές που το αγκαλιάζουν. Συνδεδεμένο οργανικά με το πιο πανκ, αντιφασιστικό και ιστορικό ποδοσφαιρικό κλαμπ της Γερμανίας, το αμβουργέζικο «Kiez», όπως αποκαλούν την περιοχή μεταξύ τους οι ντόπιοι, είναι φύσει ανεκτικό στη δια­φορετικότητα. Πιάσε μερικά chugs τεκίλας από το κοντινό «Chug Club» (Taubenstraße 13) και ξεκινάμε.

Σε απόσταση από την πολυδιαφημισμένη «αμαρτωλή» Reeperbahn, ο σφυγμός του εναλλακτικού χτυπάει στα οικοδομικά τετράγωνα του Schanzenviertel και του διπλανού Karolinenviertel: χαζεύοντας τα γκράφιτι, εδώ μπορείς να κάνεις σλάλομ ανάμεσα σε zero waste μαγαζιά, όπως το café «In guter Gesellschaft» και το «Lockengelöt», όπου τα παλιά βαρέλια μετατρέπονται σε ψυγεία και τα βινίλια σε φωτιστικά, να βρεις ενημερωμένα δισκάδικα (το Hanseplatte έχει πολλές μπάντες από τη δραστήρια σκηνή του Αμβούργου), χαριτωμένα cafés και μπιστρό, να πιεις τις ατελείωτες βαρελίσιες μπίρες του «Altes Mädchen» και τα χαρμάνια του «Törnqvist» ή να φας τριώροφα μπέργκερ ακούγοντας Cypress Hill στο «Dalfs», ενώ κάθε Σάββατο πρωί θα τους συναντήσεις όλους στην υπαίθρια αγορά Flohschanze. Όταν πέσει ο ήλιος, το «Rote Flora» κρατάει ακόμη. Το πολιτιστικό κέντρο-μπαρ, που λειτουργεί υπό κατάληψη από το 1989 κι εκπροσωπεί τον προβληματισμό απέναντι στο gentrification της περιοχής, παραμένει ενεργό σημείο πολιτικής ζύμωσης – απαραίτητο για να μπεις στις δεύτερες σκέψεις του Αμβούργου.

Όλο το πολυσυλλεκτικό Αμβούργο στο πιάτο

Το κρύο και οι βαριές εργασίες στο λιμάνι σμίλευσαν ιστορικά την τοπική κουζίνα του Αμβούργου, δίνοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στις θερμίδες και στους πολλούς υδατάνθρακες, με βασιλιά των σπεσιαλιτέ το Labskaus, μια συνταγή-πάντρεμα πουρέ πατάτας και κορν μπιφ, τηγανητών αβγών και λαχανικών, που έθρεφε για δεκαετίες τους φτωχούς ναύτες στα ταξίδια τους. Λόγω του ποταμού και των ατελείωτων εμπορευμάτων που φόρτωναν και ξεφόρτωναν, η γαστρονομική εργαλειοθήκη αυτής της πόλης ανέκαθεν ήταν εξοπλισμένη με ψαρικά, θαλασσινά, σούπες και μπαχαρικά από διακόσιες διαφορετικές εθνικότητες, ξεφεύγοντας από την τυπική γερμανική πεπατημένη των Wurst και της φανατικής κρεατοφαγίας γενικότερα. Όχι ότι αυτά λείπουν από το Αμβούργο –ένα bucket με κομμένο λουκάνικο Θουριγγίας περιχυμένο με σάλτσα κάρι στην καντίνα «Mö Grill» δίνει την απάντηση–, όμως η κοιλιά της πόλης ανέκαθεν ζητούσε την ποικιλία, την εποχικότητα και το ζωτικό πάρε δώσε μεταξύ καταναλωτών και παραγωγών. Έτσι η αυθεντική γευστική εμπειρία του Αμβούργου δεν γίνεται παρά να ξεκινάει στα υπαίθρια food markets.

Η πιο ιστορική και φημισμένη του είδους είναι η Fischmarkt, πάνω στην όχθη του Έλβα στην Altona. Μόλις χαράξει ο ήλιος κάθε Κυριακή, συνεχίζοντας την παράδοση από το 1703, μικροπωλητές από τα περίχωρα διαλαλούν την πραμάτεια τους στους περαστικούς, ενώ εκείνοι στριμώχνονται μπροστά στους πάγκους για να διαλέξουν το καλύτερο κομμάτι. Αν το βράδυ του Σαββάτου, το St. Pauli σε κρατήσει έως τόσο αργά, φρόντισε να κατηφορίσεις μέχρις εδώ. Πέρα από φρέσκα ψάρια, λαχανικά ή άλλα τρόφιμα, η παραποτάμια πρωινή αγορά έχει κι έτοιμες λύσεις για το στομάχι: τα Fischbrötchen, ή όπως λέμε σάντουιτς με ψαρικά ή θαλασσινά, είναι ό,τι πρέπει για να χαζέψεις τα ναυπηγεία απέναντι, την ώρα που τοπικές μπάντες παίζουν φολκλόρ μουσική.

Η ποικιλία σε αυτά τα αμβουργέζικα ψαρο-ψωμάκια δεν γίνεται να μη σε πλανέψει. Τα καλύτερα και πιο φινιρισμένα του είδους κρύβονται λίγα μέτρα παρακάτω από το κτίριο της αγοράς, στον αριθμό 152 της Große Elbstraße, στο μικρούλι μπιστρό «Hummer Pedersen», το οποίο ανήκει στην ομώνυμη οικογένεια που για πολλά χρόνια προμηθεύει τα καλά εστιατόρια του Αμβούργου με τα πιο φρέσκια θαλασσινά, έχοντας ως έμβλημα τον αστακό. Η πρώτη ύλη είναι το Α και το Ω όταν μιλάμε για θάλασσα κι εδώ δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας· προτίμησε το πλατό ψητών ψαρικών με τηγανητές πατάτες ή τα μεγάλα στρείδια, για τα οποία επίσης φημίζονται. Με αντίστοιχη φιλοσοφία και ποιότητα, αλλά στο τερέν του κρέατος, κινείται το foodbar «Metzgers». Δίπλα από τη βιτρίνα με τα νωπά κρέατα, πάρε θέση στον πάγκο μπροστά από την ανοιχτή κουζίνα και μυήσου στην κρεατοφαγία: ένα ζουμερό rib eye από μικρό εκτροφείο στην Αμερική κι ένα αχνιστό stew είναι μια καλή πρώτη γνωριμία.

Για να συμπληρωθεί η γαστρονομική βάση του Αμβούργου, χρειάζονται ακόμη μερικές μπουκιές: αυθεντικά προϊόντα από μικροπαραγωγούς της Γερμανίας στο κονσεπτικό παντοπωλείο-εστιατόριο «Hobenköök», μια και ο σεφ Thomas Sampl γνωρίζει πάνω από διακόσιους προμηθευτές ανά τη χώρα με το μικρό τους όνομα και μπορεί να σου αναλύσει όλες τις λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά· παραδοσιακή γλυκόξινη Eelsoup (σούπα με καπνιστό χοιρομέρι, χέλι και κομμάτια φρούτων που ζαλίζει με το άρωμά της) και υπερθρεπτικό Labskaus στο ιστορικό ξύλινο σαλέ του «Old Commercial Room», όπου έχουν γευματίσει από τον Γούντι Άλεν μέχρι τον Άντι Γουόρχολ, ενώ ένα από τα καλύτερα Panfish της πόλης, τηγανητό ψάρι δηλαδή λουσμένο με σάλτσα μουστάρδας –κι όμως, του πάει απίστευτα–, σε περιμένει στο μαμαδίστικο «Fisch & Co.» (Deichstraße 41).

Ωστόσο, η γαστρονομική ταυτότητα του Αμβούργου είναι τόσο πολυφωνική, που δεν χωρά σε λίγες αναφορές. Μπλεγμένη με μύριους όσους πολιτισμούς, καρυκεύματα και τεχνικές, η βεντάλια ανοίγει σε αμέτρητα (και πολύ αξιόλογα) έθνικ εστιατόρια, με την ανατολίτικη και την ασιατική κουζίνα να κρατούν τα ηνία – μερικά top-of-the-list παραδείγματα είναι το τουρκικό «Lokmam» και το λατινοαμερικάνικο «Holy-taco». Ταυτόχρονα το επίπεδο σε όλη την κουζίνα του Αμβούργου έχει ανεβεί αξιοσημείωτα. «Στο παρελθόν η γκουρμέ σκηνή βρισκόταν κυρίως στα εστιατόρια των high-end ξενοδοχείων, αλλά σήμερα όλο και περισσότεροι νέοι σεφ έχουν το θάρρος να πορευτούν ανεξάρτητα», παραδέχεται ο πολυβραβευμένος Kevin Fehling, o οποίος διάλεξε το HafenCity για να δημιουργήσει το νέο του εστιατόριο «The Table», επιστεγάζοντας με τρία αστέρια Michelin την ορμή της πόλης στην υψηλή γαστρονομία.

Το αγαπημένο στους κατοίκους «Jellyfish», η αυθεντική γιαπωνέζικη κουλτούρα στο «Izakaya» του ξενοδοχείου «Sir Nikolai» και το «100/200» με nose-to-tail φιλοσοφία είναι μερικά από τα παραδείγματα που προστέθηκαν τα τελευταία χρόνια και ανεβάζουν τον πήχη. «Η γαστρονομική ταυτότητα αυτής της πόλης δεν διαχωρίζεται με βάση τις εθνικές κουζίνες, όπως η μεσογειακή ή η γαλλική· όλες προσθέτουν κάτι ξεχωριστό και κάνουν το Αμβούργο τόσο ενδιαφέρον», συμπεραίνει ο Kevin. Πράγματι. Από το πιο γκουρμέ εστιατόριο μέχρι τα food trucks που σερβίρουν φαγητό στα όρθια, από τα τοπικά προϊόντα και τα παραδοσιακά αμβουργέζικα πιάτα μέχρι τις έθνικ σπεσιαλιτέ, κράτα λίγο χώρο σε κάθε στάση γιατί η επόμενη γωνία ίσως επιφυλάσσει κάτι ακόμη πιο συναρπαστικό.

Γυρίστε το Αμβούργο με ατράξιον-στοπ

Elbphilharmonie
Ανάμεσα στις προβλήτες του λιμανιού, το αποστομωτικό αρχιτεκτόνημα, που υψώνεται σαν γυάλινο κύμα, αποτελεί το έργο-σύμβολο για την ακμάζουσα πόλη του Αμβούργου. Χρειάστηκαν σχεδόν 800 εκατ. ευρώ, αλλά το αποτέλεσμα αγγίζει την τελειότητα, με αποκορύφωμα το Grand Hall, έναν συναυλιακό χώρο με άψογη ακουστική.

Miniatur Wunderland
Απλωμένος σε 1.500 τ.μ., αυτός ο χώρος-παράδεισος για κάθε ηλικία περιλαμβάνει μικρογραφίες πόλεων με άπειρες μινιατούρες, ανθρωπάκια, κινούμενα τρενάκια, αυτοκίνητα, κτίρια, καράβια ή αεροπλάνα που απογειώνονται, ενώ κάθε δεκαπέντε λεπτά νυχτώνει και ανάβουν αμέτρητα φωτάκια.

Kunstmeile
Από το εμβληματικό Kunsthalle που φυλάει μία από τις σημαντικότερες συλλογές δημόσιας τέχνης διεθνώς (Ρέμπραντ, Ντα Βίντσι κ.ά.) μέχρι τα κέντρα σύγχρονης τέχνης στο Αμβούργο, το τριήμερο «μίλι τέχνης» (€ 25) ενδείκνυται για μια γρήγορη γεύση από το εικαστικό αποτύπωμα της πόλης.

Πλοία-μουσεία
Στο ρεύμα του Έλβα, κοντά στο Landungsbrücken, βρίσκεται αγκυροβολημένο το Cap San Diego, ένα πρώην φορτηγό ατμόπλοιο με πανύψηλα κατάρτια, που πλέον έχει μετατραπεί σε δημοφιλές μουσείο, και δίπλα του το πολυταξιδεμένο Rickmer Rickmers του 1896, όπου μπορείς επίσης να δειπνήσεις.

Ευχαριστούμε το Goethe-Institut της Αθήνας για τη βοήθειά του στην πραγματοποίηση του ταξιδιού.

Άγγελος Κλάδης

Σχετικοί Προορισμοί