Φάρος της αναδυόμενης αστικής τάξης της Θεσσαλονίκης των δεκαετιών του ’50 και του ’60, αλλά και μόνο σημείο συνάντησης της πόλης με τη διεθνή γαστρονομία για δεκαετίες, το «Όλυμπος - Νάουσα» γνώρισε πόλεμο, Κατοχή κι απελευθέρωση και μεσουράνησε στις συνήθειες της πόλης έως τα μέσα της δεκαετίας του ’70, οπότε και παρασύρθηκε σε μια φθίνουσα πορεία, που οδήγησε στο σβήσιμο της μαρκίζας του το 1993.Μέχρι τότε, όμως, πρόλαβε να εδραιώσει το συμβολικό του ρόλο ως ενός από τα ιστορικά τοπόσημα της πόλης, φιλοξενώντας στις σάλες του όλες τις μεγάλες προσωπικότητες της εποχής του. Μέρος όπου πήγαιναν όλοι «για να δουν και να τους δουν», το ιστορικό εστιατόριο αποτέλεσε κοσμικό πόλο μεγάλης έλξης, αλλά και γαστρονομικό ραντεβού με τις εξελίξεις της περιόδου, αφού, χωρίς να είναι το πιο ακριβό ή το πιο comme il faut εστιατόριο της πόλης, ήταν το σημείο που έδωσε σχήμα στην αστική κουζίνα της Θεσσαλονίκης, παντρεύοντας τις ευρωπαϊκές επιρροές με την πολυσυλλεκτική γαστρονομική της παράδοση. Σ’ αυτό το τεχνικό και γευστικό αμάλγαμα καταδύθηκε και ο σεφ Δημήτρης Τασιούλας, επικεφαλής της επιστροφής του «Όλυμπος Νάουσα» στον σύγχρονο γαστρονομικό χάρτη της πόλης.

Συνδεδεμένος με τη νεότερη γευστική διαδρομή της Θεσσαλονίκης, μέσα από εγχειρήματα όπως το επιδραστικό «Σέμπρικο» και το συναρπαστικό «Thria», ο έμπειρος σεφ προσέγγισε το project με την επιμέλεια ενός ιστορικού, ανασύροντας όχι μόνο συνταγές, αλλά και μνήμες μιας από τις πιο τρυφερές περιόδους της πόλης. Μνήμες που μετέτρεψε σε πιάτα όπως το ξακουστό σνίτσελ Χόφμαν, το οποίο στον νέο κατάλογο αναφέρεται ως «Όλυμπος Νάουσα» 1967-2022: μια σφαιρική μπραντάδα κοτόπουλου με βάση από κρέμα καπνιστού τσένταρ, συνοδευόμενη από προσούτο Ευρυτανίας στη σχάρα, με την τοπική πρώτη ύλη από μικρούς παραγωγούς να αποτελεί κομμάτια του γαστρονομικού DNA αυτού του νέου εγχειρήματος.
Αυτή την εκλεκτή πρώτη ύλη θα μπορεί να βρίσκει κανείς σύντομα και στην άλλη αναγέννηση ενός θεσσαλονικιώτικου θρύλου: την Αγορά Μοδιάνο, ένα ακόμη τοπόσημο της γαστρονομικής πορείας της πόλης, που τις τελευταίες δεκαετίες είχε παραδοθεί στη φθορά του χρόνου. Την πτωτική του πορεία φρόντισε να ανακόψει ο Όμιλος Φάις, αναλαμβάνοντας την ολική μεταμόρφωση της εμβληματικής αγοράς και το επαναλανσάρισμά της ως γαστρονομικού παραδείσου, σε άμεση επικοινωνία με τη διεθνή πραγματικότητα.

Με αποστολή της να προσφέρει εκλεκτά ελληνικά και διεθνή προϊόντα και γεύσεις, σε ένα μοναδικό περιβάλλον υψηλής αρχιτεκτονικής αισθητικής, όπου πωλητές κι εστιατόρια θα συνυπάρχουν με pop up events και εκδηλώσεις στα πρότυπα της La Boqueria και του Mercado San Miguel, φέτος η Αγορά Μοδιάνο σκοπεύει να γιορτάσει τα 100 χρόνια από τη δημιουργία της ακριβώς όπως την είχε οραματιστεί ο ιδρυτής της, Έλι Μοδιάνο: ως ένα ζωντανό κύτταρο της πόλης, όπου η γαστρονομία θα πραγματώνει την πλήρη πολιτισμική της διάσταση.