@Γιώργος Καλφαμανώλης
Το έργο του γνωστού φιλοσόφου και στοχαστή, Αλμπέρ Καμύ, αναφέρεται στα ιστορικά γεγονότα του 1905, που έλαβαν χώρα στη Ρωσία πριν την Επανάσταση των Μπολσεβίκων, χωρίς όμως να πρόκειται για ιστορικό έργο. Γραμμένο το 1949, λίγα μόλις χρόνια μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, το έργο αφορά επίσης στον Αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και το Ρωσικό επεκτατισμό που είχαν ήδη οδηγήσει στον Ψυχρό Πόλεμο.

Στους "Δίκαιους", ο συγγραφέας εκκινεί από αληθινά γεγονότα, όπως η δολοφονία του Μεγάλου Δούκα Σεργκέι από μια ομάδα επαναστατών, το Φεβρουάριο του 1905, οι οποίοι οραματίζονταν μια ελεύθερη Ρωσία, απαλλαγμένη από το δεσποτισμό. Το έργο πραγματεύεται επίσης τις διαφωνίες οι οποίες προκύπτουν μεταξύ των μελών της ομάδας, καθώς η άποψη ότι η επανάσταση είναι υπεράνω πάντων συγκρούεται με αυτήν που πρεσβεύει ότι και στην επανάσταση η ηθική και οι προσωπικές αξίες πρέπει να υπερισχύουν.
Με τους "Δίκαιους", ο Καμύ εξέτασε το θέμα της εξέγερσης παρουσιάζοντας τους ήρωές του ως μη-τυπικούς επαναστάτες, με στοιχεία ρομαντισμού. Κατά συνέπεια, το έργο, μολονότι αποτελεί πολιτικό και φιλοσοφικό μανιφέστο, εμφανίζεται περισσότερο ως μελόδραμα θυμίζοντας έργα του Γαλλικού κλασικισμού.

Υπό αυτό το πρίσμα αντιμετώπισε το έργο και ο Γιάννης Κακλέας. Επικεντρώθηκε στην πολιτική και φιλοσοφική αντίθεση μεταξύ των δύο βασικών ηρώων, του Γιάνεκ και του Στεπάν, αλλά φώτισε εξίσου την πλευρά της ηθικής και των διαπροσωπικών σχέσεων. Με εμβόλιμες προβολές στις οποίες αποτυπωνόταν η Ρωσία των αρχών του προηγούμενου αιώνα, ο σκηνοθέτης πάτησε στις αρχές του επικού θεάτρου και φώτισε τη σημασία της εξέγερσης και της επανάστασης απέναντι στη βία και την ανελευθερία. Από την άλλη, η σκηνοθεσία ακολούθησε τη δραματουργική γραμμή και υπογράμμισε ότι η επανάσταση δεν πρέπει να γίνεται με κάθε κόστος, άποψη την οποία πρέσβευε και ο ίδιος ο Καμύ. Η σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα τόνισε εξίσου και τη σημασία των διαπροσωπικών σχέσεων μεταξύ των ηρώων και των αισθημάτων τους.

Ο Κωνσταντίνος Μπιμπής ήταν καλός στο ρόλο του Γιάνεκ, μολονότι στην προσπάθειά του να αποτυπώσει το πάθος του ήρωα γινόταν ενίοτε διδακτικός. Καλή ήταν και η Βερόνικα Δαβάκη ως Ντόρα, μολονότι κάποιες αντιδράσεις της ήταν υπερβολικές. Ομοίως και ο Στεπάν του Νίκου Δερτιλή. Πολύ καλοί ήταν ο Μπόρις του Γιάννη Σαμψαλάκη και ο Αλεξέι του Χρήστου Τσάβου κρατώντας ένα μέτρο, αλλά και ρεαλισμό στις εξάρσεις τους. Η Δούκισσα της Τζούλης Σούμα και ο Αστυνομικός του Δημήτρη Γεωργαλά υπήρξαν σχηματικοί κατά την ερμηνεία τους.
Το σκηνικό της Ηλένιας Δουλαδίρη κλέβει, δίκαια, τις εντυπώσεις. Αποδίδοντας με ιστορική συνέπεια το κρησφύγετο των επαναστατών, αλλά και κάνοντας ενδιαφέρουσα πρόταση για τον χώρο των φυλακών, η σκηνογραφία ήταν στα πολύ θετικά στοιχεία της παράστασης. Εξίσου ιστορικά και κοινωνικά συνεπή ήταν τα κοστούμια του Νίκου Χαρλαύτη. Συνολικά, οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου συνέβαλαν στη δημιουργία της γενικής ατμόσφαιρας της παράστασης, ενώ η καλοδουλεμένη και σύγχρονη μετάφραση της Ρίτας Κολαΐτη, βαθιάς γνώστριας του Καμύ, κατέστησε το κείμενο σαφές και άμεσο.
