Karol Jarek ©
Το ανέβασμα των συγκεκριμένων "Τρωάδων" αποτελεί μια σημαντική στιγμή, σταθμό στην ιστορία της Επιδαύρου, όχι μόνο γιατί η παράσταση έγινε προσβάσιμη σε θεατές με αισθητηριακές και κινητικές αναπηρίες αλλά κυρίως γιατί στον ίδιο το θίασο συμμετείχαν άτομα με αναπηρία, μέλη της ομάδας Εν Δυνάμει, που συγκεντρώνει άτομα με και χωρίς αναπηρία. Έτσι, η παράσταση έκανε πολιτική δήλωση ήδη εν τη γενέσει της και αξίζουν συγχαρητήρια στο Εθνικό Θέατρο για την απόφαση να την εντάξει στο θερινό ρεπερτόριό του.
Η ενσωμάτωση στον θίασο ατόμων με αναπηρία δεν ήταν εύρημα, εφέ ή μέσο συναισθηματικού εκβιασμού, αλλά εξυπηρέτησε λειτουργικά την επιθυμία της σκηνοθέτριας να επισκεφθεί το έργο του Ευριπίδη -και να το διασκευάσει δραστικά σε σημεία-, ώστε να αναδείξει τη γυναίκα και το γυναικείο σώμα ως θύμα του πολέμου, κάθε πολέμου. Οι ηρωίδες των "Τρωάδων" -γυναίκες ευγενικής καταγωγής που έγιναν αιχμάλωτες του ελληνικού στρατού και θα μετατραπούν σε σκλάβες ή παλλακίδες του- στην εκδοχή της Ευθυμίου συμπεριέλαβαν και σώματα ανάπηρα, "μη προνομιούχα", σε μία κίνηση που διεύρυνε το ούτως ή άλλως συγκλονιστικό δράμα του Ευριπίδη, που εστιάζει στις επιπτώσεις που έχει ο πόλεμος στις γυναίκες της ηττημένης πλευράς.

Η διασκευή και η σκηνοθεσία της Ευθυμίου άνοιξαν το έργο προς το σήμερα, το κατεύθυναν προς μία σαφή κατάδειξη της καταστροφής που αφήνουν οι ιμπεριαλιστικοί -δηλαδή αστήρικτοι από ηθικής άποψης- πόλεμοι (η εμφάνιση των Ελλήνων στρατιωτών θα μπορούσε να ανήκει σε σύγχρονη αμερικανική ταινία) και, παράλληλα, έφεραν τη γυναίκα στο επίκεντρο: τη γυναίκα ως λάφυρο πολέμου, ως τρόπαιο ανδρικής εξουσίας, ως πάσχον σώμα, ως αντικείμενο κακοποίησης και εκμετάλλευσης, αλλά και τη γυναίκα ως πηγή ζωής ("ο πόλεμος δεν σταματάει, αλλά εμείς πάντα θα γεννάμε τη ζωή", ακούσαμε από την Εκάβη της Λυδίας Φωτόπουλου), τη γυναίκα που ορθώνει ανάστημα, εκφράζει λόγο, τη γυναίκα που αρνείται να παραδοθεί, που αντιστέκεται. Σε αυτό το πνεύμα έγιναν και οι δύο βασικές διαφοροποιήσεις της διασκευής από το πρωτότυπο: η Ανδρομάχη πέφτει μαζί με τον Αστυάνακτα από τα τείχη της πόλης, και, στο φινάλε, οι υπόλοιπες Τρωάδες, αρνούμενες να ακολουθήσουν τους Έλληνες στα καράβια, μένουν -και πεθαίνουν- στη φλεγόμενη πατρίδα τους.

Η παράσταση χάρισε δυνατές στιγμές: η έναρξη, π.χ., όπου -αντί του προλόγου μεταξύ θεών- ο πόλεμος παρουσιάζεται ως ένα παιδικό παιχνίδι πριν γίνει αδιανόητη πραγματικότητα, τα εξαιρετικά τραγούδια που συμπλήρωσαν τη δραματουργία και μίλησαν επιδραστικότερα απ’ όσο ο "κραυγαλέος", κάποιες φορές, λόγος, η συνολική ομαδικότητα και η εύγλωττη και πυκνή απόδοση του θρήνου, του σπαραγμού, του φόβου, της οργής, της αγάπης για την πατρογονική γη, της αναμονής και της αγωνίας, όλων των συναισθημάτων που διακατέχουν τις ηρωίδες. Υπήρχαν, όμως, και στιγμές που η παράσταση κατευθυνόταν στην πρόκληση μιας πάση θυσία συγκίνησης, στην "επιβολή" συναισθημάτων και συμπερασμάτων, ενώ και η διασκευή πότε συνομιλούσε ωραία με τον ευριπίδειο λόγο και πότε του αντιστεκόταν.

Ερμηνευτικά, πάντως, βγήκε κερδισμένη: η Εύη Σαουλίδου ξεχώρισε, επιβλήθηκε και συγκίνησε στον ρόλο της Ανδρομάχης, η Νάνσυ Σιδέρη έδωσε την πιο ενδιαφέρουσα Κασσάνδρα που έχουμε δει, ο Αργύρης Ξάφης ήταν συνταρακτικός ως Ταλθύβιος/διαχειριστής της εξουσίας, που έχει αναλάβει και το καθήκον του εξορθολογισμού του πολέμου, ο Γιώργος Χριστοδούλου ερμήνευσε τον Μενέλαο σύμφωνα με τη σκηνοθετική επιθυμία να υπερτονιστεί στο πρόσωπό του η αλαζονεία του ισχυρού, τόσο ως νικητή πολέμου όσο και ως άνδρα, και αντίστοιχα η Βασιλική Τρουφάκου έδωσε εύγλωττα την Ελένη ως ένα ακόμη θύμα της πατριαρχικής εξουσίας και ως πρόσχημα/άλλοθι της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής. Η Λυδία Φωτόπουλου ήταν σαρωτική και σπαρακτική στον ρόλο της Εκάβης, αν και επωμίστηκε και τα σημεία εκείνα της διασκευής που έκαναν το κείμενο να ακούγεται αυστηρά καταγγελτικό.

Εξαιρετικό το σκηνικό της Ευαγγελίας Κιρκινέ, όπως αποτύπωσε έναν ρημαγμένο τόπο, που έμοιαζε με κρατήρα που ξερνούσε στάχτες, ενώ τα κοστούμια του ΄Άγγελου Μέντη με αναφορές στη δεκαετία του ’40-’50 προσέδωσαν αισθητική ομοιομορφία στην όψη της παράστασης. Η μουσική (Λευτέρης Βενιάδης) και η κίνηση (Τάσος Παπαδόπουλος) ενίσχυσαν την ομαδικότητα μιας παράστασης, όπου όλοι υπήρξαν ισότιμοι πρωταγωνιστές. Στον Χορό συμμετείχαν οι Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Ελένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά και Χρύσα Τουμανίδου, ενώ στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα εμφανίστηκαν η ΄Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης, αντίστοιχα.
Περισσότερες πληροφορίες
Τρωάδες
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία προσβασιμότητας προσφέρει η παράσταση του Εθνικού Θεάτρου για πρώτη φορά στην ιστορία του Αρχαίου Θεάτρου Επιδαύρου, επαναπροσδιορίζοντας την έννοια της συμπερίληψης, σε σύμπραξη με την κολεκτίβα «Εν Δυνάμει». Στην πρώτη της επιδαύρια κάθοδο, η Ελένη Ευθυμίου θέτει ένα καίριο ερώτημα μέσα από την βαθιά ανθρωποκεντρική, αντιπολεμική τραγωδία: «Θα μπορέσουν άραγε οι καταπιεσμένες αυτού του κόσμου να ξανακερδίσουν το δικαίωμα της επιλογής;». Στο επίκεντρο βρίσκεται ο θρήνος των γυναικών της Τροίας που οδηγούνται στην εξορία. Ένα ενσέμπλ 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών, με και χωρίς αναπηρία, καταθέτουν μια σκηνική αφήγηση για την απώλεια ως συλλογική μνήμη και για τη φρίκη του πολέμου μέσα από το φίλτρο του (θηλυκού) σώματος με κέντρο τη μουσικότητα.