Χρήστος Συμεωνίδης©
Το βιβλίο του Τζορτζ ΄Όργουελ μάλλον δεν χρειάζεται συστάσεις. Γραμμένο το 1948, υπό τη σκιά του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, περιγράφει –και σε κάποιο βαθμό προαναγγέλλει– ένα παντοδύναμο σύστημα/καθεστώς που επιβάλλεται μέσα από την προπαγάνδα και την καταστολή, τη χειραγώγηση της σκέψης, τη διαστρέβλωση της αλήθειας, τον ακρωτηριασμό της γλώσσας, τη συρρίκνωση του πνεύματος. ΄Έναν ακραίο ολοκληρωτισμό που στηρίζεται στις απαγορεύσεις, τη βία, τα βασανιστήρια και σε έναν αέναο πόλεμο-πρόσχημα, ώστε οι άνθρωποι να ζουν υπό διαρκή φόβο. Στο βάθος, ο στόχος είναι σαφής: η αφαίρεση, μέχρι εκμηδένισης, κάθε ανθρώπινου στοιχείου - συναισθήματος, δεσμού, αλληλεγγύης, ελπίδας.

Ο Γιώργος Παπαγεωργίου προσέγγισε το εμβληματικό μυθιστόρημα ως προσωπικό στοίχημα, τόσο σκηνοθετικά όσο και ερμηνευτικά. Δεν επέλεξε τη γνώριμη φόρμα της "απλής" αφήγησης ενός λογοτεχνικού έργου από έναν ηθοποιό. αντίθετα, χτίζει επί σκηνής ένα σκοτεινό, απειλητικό σύμπαν, το οποίο σκηνοθετεί και κατοικεί ο ίδιος, σε διαρκή διάλογο με το μουσικό και ηχητικό τοπίο του Αλέξανδρου Δράκου Κτιστάκη. Η συμβολή του Κτιστάκη λειτουργεί ως ισότιμος άξονας της παράστασης, καθώς οι ήχοι και η μουσική δεν συνοδεύουν απλώς τη δράση, αλλά τη διαμορφώνουν. Μαζί με τους τέσσερις μουσικούς επί σκηνής, συνθέτουν ένα ζωντανό περιβάλλον που αλληλεπιδρά με τα δρώμενα και εντείνει την αίσθηση δυστοπίας. η σκηνική ατμόσφαιρα είναι διαρκώς τεταμένη, ενώ η ακουστική εμπειρία διευρύνει και βαθαίνει το συναίσθημα.

Επί σκηνής διαμορφώνεται ένας συνεχώς μεταβαλλόμενος τόπος (γραφείο, δρόμος, κρατητήριο, δωμάτιο κλπ), που παραμένει όμως διαρκώς μαύρος και ερεβώδης, και που δεν χρειάζεται παρά λίγα σκηνικά αντικείμενα (η Αλέγια Παπαγεωργίου υπογράφει σκηνικά και κοστούμια) και τους συγκλονιστικούς φωτισμούς του Σάκη Μπιρμπίλη -που δεν λειτουργούν απλώς υποστηρικτικά αλλά συνομιλούν οργανικά με τη δραματουργία και τη σκηνογραφία-, προκειμένου να αλλάξει ταυτότητα.
Καθοριστικός οδηγός της παράστασης αποδεικνύεται και η συμπυκνωμένη διασκευή της Έλενα Τριανταφυλλοπούλου, η οποία ενσωματώνει και πρωτότυπα αποσπάσματα, που αναδεικνύουν τη διαχρονικότητα του έργου και το φέρνουν πιο κοντά στο σήμερα, χωρίς να αλλοιώνουν το ύφος του συγγραφέα. Το μυθιστόρημα μετατρέπεται έτσι σε έναν πυκνό, παραληρηματικό μονόλογο, με κεντρικό πρόσωπο τον Ουίνστον Σμιθ, απ’ τον οποίο αναδύονται και τα υπόλοιπα βασικά πρόσωπα της ιστορίας.

Επί σκηνής, ο Παπαγεωργίου αποδεικνύεται πραγματικός χαμαιλέοντας. Εντυπωσιάζει όχι μόνο για τον άθλο που πραγματοποιεί καθώς εναλλάσσεται από ρόλο σε ρόλο, αλλά κυρίως για τον τρόπο που ενορχηστρώνει το συνολικό σκηνικό γεγονός. Την ίδια στιγμή που ερμηνεύει, κατασκευάζει μπροστά μας (με μια μικρή κονσόλα ήχου, μερικά μικρόφωνα, λίγα μουσικά όργανα και καθημερινά αντικείμενα) έναν τεχνητό κόσμο που μοιάζει αληθινός — σαν να παρακολουθούμε σε πραγματικό χρόνο τον μηχανισμό με τον οποίο η εξουσία παράγει και επιβάλλει τη δική της πραγματικότητα, τη δική της "αλήθεια". Ευφυές! Το αποτέλεσμα είναι ευρηματικό, ουσιαστικό και αποτελεί μια σημαντική στιγμή του ίδιου και της σύγχρονης παραστασιογραφίας.
Περισσότερες πληροφορίες
1984
Ένας ηθοποιός επί σκηνής και τέσσερις μουσικοί ζωντανεύουν το κορυφαίο δυστοπικό έργο του Όργουελ, το οποίο παρουσιάζει έναν κόσμο όπου η ελευθερία καταρρέει, η σκέψη ελέγχεται και ο φόβος κανονικοποιείται. Ο Παπαγεωργίου σκηνοθετεί και ερμηνεύει, μετατρέποντας τη σκηνή σε τόπο εσωτερικού εγκλεισμού, όπου η βία είναι ψυχική και υπαρξιακή. Η μουσική του Αλέξανδρου-Δράκου Κτιστάκη δίνει ρυθμό και παλμό, ενώ η παράσταση φωτίζει τη μάχη του ανθρώπου να κρατήσει την ανθρωπιά του.