Mike Rafail
Το έργο του Γάλλου συγγραφέα Γκιγιόμ Πουά συγκροτείται από μια σειρά συνεντεύξεων που πραγματοποιήθηκαν την περίοδο της πανδημίας. Ο χρόνος έχει σημασία, καθώς πρόκειται για μια εποχή απομόνωσης και διάχυτης απειλής, όπου αφενός ο θάνατος έγινε πιο απτός από ποτέ, αφετέρου "εξοστρακίστηκε" σε μοναχικές τελετές. Ο θάνατος και ο θρήνος –έννοιες ήδη αποτραβηγμένες από το δημόσιο βίο του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού– περιθωριοποιήθηκαν ακόμη περισσότερο. Γι’ αυτό και η έναρξη της παράστασης με τη μαρτυρία της τελευταίας μοιρολογίστρας της Κορσικής είναι σημαντική, υπενθυμίζοντας πως κάποτε η απώλεια και το πένθος ήταν αναπόσπαστα στοιχεία της ζωής μιας κοινότητας· μια συλλογική υπόθεση, ένα πεδίο κοινής εμπειρίας και ανακούφισης.

Κάθε ιστορία –έχουν προστεθεί τρεις νέες με την υπογραφή της Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου, εμπνευσμένες από τη σύγχρονη πραγματικότητα– βάζει τη δική της ψηφίδα στο μωσαϊκό, δεν διαθέτουν όμως όλες τις ίδιες ποιότητες. Ορισμένες ακούγονται διδακτικές ή προβλέψιμες, ενώ το σύνολό τους δεν εξυπηρετεί την ευρυθμία της παράστασης. Παρ’ όλα αυτά, φέρνουν στο προσκήνιο τη θέαση της ζωής μέσα από το πρίσμα αυτού του αναπόφευκτου γεγονότος, μπροστά στο οποίο συχνά εθελοτυφλούμε.
Παράλληλα, αναδεικνύουν και άλλα κρίσιμα θέματα: το δικαίωμα σε έναν αξιοπρεπή θάνατο, το ταξικό πρόσημο που επηρεάζει την ποιότητα του τέλους, αλλά και επιμέρους όψεις της ευρωπαϊκής πραγματικότητας των πρώτων δεκαετιών του 21ου αιώνα: μετανάστευση, ανισότητες, ξενοφοβία, ομοφοβία.

Η σκηνοθεσία του Χρήστου Θεοδωρίδη μοιάζει αρχικά να αναζητεί τα πατήματά της, ίσως επειδή το ίδιο το κείμενο δεν διαθέτει θεατρικό χαρακτήρα. Προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες κάθε ιστορίας, η παράσταση εμφανίζεται στην αρχή σχετικά στατική, με ένα κάπως αμήχανο άνοιξε-κλείσε της αυλαίας για την αποκάλυψη του εκάστοτε σκηνικού περιβάλλοντος (σκηνικά: Λουκάς Μπάκας-Φιλάνθη Μπουγάτσου), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ο σκηνοθέτης καταφεύγει σε κυριολεκτική αναπαράσταση των λεγομένων – κάτι που δεν συνηθίζει.
Επιπλέον, η συνύπαρξη έμπειρων ηθοποιών και ηθοποιών της ομάδας του (Γιώργος Κισσανδράκης, Μαρία Μπαγανά, Ανδρέας Νάτσιος, Ιωάννα Μαυρέα, Ελευθερία Αγγελίτσα) με αρκετούς πρωτοεμφανιζόμενους δημιουργεί άνισες ποιότητες. Ωστόσο, όλοι οι ηθοποιοί καταθέτουν προσωπική αλήθεια, ενώ ορισμένοι δίνουν ήδη ιδιαίτερα ελπιδοφόρα δείγματα (Ειρήνη Δάμπαση, Ηλίας Σγουραλής, Θάνος Μαγκλάρας, Γιώργος Εξακοΐδης, Χαράλαμπος Αθανασόπουλος, Θωμάς Τσακνάκης).

Παρά τις επιμέρους αδυναμίες, ο Θεοδωρίδης κατορθώνει να οικοδομήσει, πάνω σε ένα κατεξοχήν μη θεατρικό υλικό, ένα συμπαγές σκηνικό σύμπαν με έντονη σύνδεση με το παρόν. Με τη συμβολή της σταθερής συνεργάτιδάς του στις χορογραφίες, Ξένιας Θεμελή, η παράσταση αποκτά σταδιακά ρυθμό και παλμό: οι ατομικές ιστορίες μετατρέπονται σε συλλογική εμπειρία και οι ερμηνευτές συγκροτούν ένα "Χορό" που αντιδρά ως ενιαίο σώμα, με κορυφώσεις κινησιολογικής έντασης που λειτουργούν λυτρωτικά. Το θέμα είναι δύσκολο, όσο και βαθιά ανθρώπινο, όμως η σκηνοθεσία το διαπερνά με ανάλαφρες ανάσες (όπως οι παρουσίες των δύο μουσικών: Κωνσταντίνος Κρομμύδας, Χρήστος Τζον Μούσλι), στήνοντας τελικά μια γιορτή της ζωής και της κοινής ανθρώπινης μοίρας.
Περισσότερες πληροφορίες
Ιεροτελεστία
Η ύπαρξη λογίζεται ως πράξη επανάστασης στο έργο του Γάλλου συγγραφέα που αντλεί από συνεντεύξεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Ανεβαίνει σε μια παράσταση για τη θνητότητα, την απώλεια και ταυτόχρονα μία παρέλαση ανθρωπινότητας, μια γιορτή της ζωής με ζωντανή μουσική επί σκηνής. Πάνω σε μια ιδέα της Γαλλίδας σκηνοθέτριας θεάτρου και όπερας Lorraine de Sagazan, υφαίνεται το έργο - χρονικό απώλειας που – μέσα από «μικρές» ιστορίες ανθρώπων – καταλήγει στη «μεγάλη» Ιστορία της ανθρωπότητας. Ιστορίες θανάτου ανθρώπων που αγαπήθηκαν παθιασμένα, που θυσιάστηκαν για τους άλλους, που ταξίδεψαν στην άλλη άκρη της θάλασσας για ένα καλύτερο μέλλον, που τους έκλαψαν ή που δεν τους αναζήτησε κανείς. Η σκηνική προσέγγιση του Χρήστου Θεοδωρίδη ακολουθεί τη λογική συνεντεύξεων του συγγραφέα, προσθέτοντας στο τελικό αποτέλεσμα και τρεις νέες ιστορίες εμπνευσμένες από την ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων χρόνων, γραμμένες από την τακτική συνεργάτιδα του σκηνοθέτη, Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου. Σε μια εποχή στην οποία ο θάνατος περνάει απαρατήρητος, σχεδόν αδιάφορος, που η απώλεια οφείλει να βιώνεται γρήγορα και ο πόνος δεν επιτρέπεται, το έργο του Γκιγιάμ Πουά έρχεται να μας θυμίσει ότι το τέλος της ζωής είναι ένα φυσικό μέρος της.