Ο Δημήτρης Τάρλοου επέστρεψε στη σοφόκλεια τραγωδία και, μετά την παράσταση που παρουσιάστηκε το περασμένο καλοκαίρι, προτείνει τώρα μια διασκευή για κλειστό χώρο. Το κείμενο του Σοφοκλή διατηρείται, έχει όμως ουσιαστικά αφαιρεθεί ο Χορός (τον ρόλο του αναλαμβάνουν δύο Γυναίκες), ενώ τα χορικά έχουν αντικατασταθεί από τραγούδια. Η δράση τοποθετείται σε ένα μεγαλοαστικό περιβάλλον, με ενδυματολογικά και μουσικά στοιχεία από διαφορετικές δεκαετίες —’30, ’40, ’70— μέσα στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον σκηνικό του Πάρι Μέξη: μια κατάμαυρη σκηνή, άδεια από έπιπλα, με το πάτωμα διάσπαρτο από κρυστάλλινα κολονάτα ποτήρια, απομεινάρια μιας λαμπερής γιορτής.

Συνολικά, την παράσταση διατρέχει μια αίσθηση αισθησιασμού και ερωτισμού· η ατμόσφαιρα θυμίζει καμπαρέ, στοιχείο που ενισχύεται από τη μουσική που ερμηνεύει ζωντανά ο Φώτης Σιώτας και από τους χαμηλούς, πυκνούς φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου. Αντίθετα, η αποσυνάγωγη Ηλέκτρα κατοικεί στα έγκατα του σκηνικού (ένα "μπεκετικό" μοτίβο), απ’ όπου βγαίνει μόνο για να θρηνήσει, να αντιπαρατεθεί με την Κλυταιμνήστρα και να ενωθεί με τον Ορέστη. Ακόμη και μετά τη "θριαμβευτική" διπλή εκδικητική δολοφονία της Κλυταιμνήστρας και του Αίγισθου, καταφεύγει και πάλι στην ίδια κρύπτη.

Ο λόγος του Σοφοκλή δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αισθητική αντίστιξη με το μεγαλοαστικό δυτικοευρωπαϊκό περιβάλλον. Το αποτέλεσμα δεν ξενίζει τους θεατές, αν και τα δρώμενα αποτραγικοποιούνται: το τραγικό βάρος —και αντίστοιχα έννοιες όπως το δίκαιο, το θείο στοιχείο, η κάθαρση— δίνει τη θέση του στο δραματικό. Παρ’ όλα αυτά, η δράση παραμένει σφιχτή, το ενδιαφέρον υψηλό, ενώ η εγγύτητα του κλειστού θεάτρου δημιουργεί ιδιαίτερες ποιότητες. Εξάλλου, η παράσταση αναμετριέται με την αρχαία τραγωδία με διαφορετικούς ερμηνευτικούς κώδικες· δεν επιδιώκει να αναπαραγάγει το τελετουργικό της βάρος, αλλά να το μετασχηματίσει σε μια σύγχρονη, σκηνικά επεξεργασμένη εμπειρία.

Η ανάγνωση των προσώπων σε αυτό το νέο πλαίσιο αποδεικνύεται ένα ακόμη ατού της παράστασης. Ο Ορέστης, ερμηνευμένος από τον Κωνσταντίνο Ζωγράφο, διαθέτει την ορμή αλλά και την αθωότητα ενός νεαρού που ενηλικιώνεται βίαια. Η Χρυσόθεμις της Γρηγορίας Μεθενίτη δεν είναι απλώς μια υπάκουη βασιλοπούλα, αλλά εμφανίζεται πλήρως ενταγμένη στο περιβάλλον του Οίκου, συνειδητοποιημένη ως προς την αναγκαιότητά του. Εξαιρετική η Κλυταιμνήστρα της Αγλαΐας Παππά: δυναμική, κυρίαρχη, ηγεμονική, αγέρωχη, διεκδικεί με σθένος το δίκιο της για τη δολοφονία του Αγαμέμνονα. Η Ηλέκτρα της Λουκίας Μιχαλοπούλου εμφανίζεται πεισματικά οργισμένη αλλά, με έναν τρόπο, και γεμάτη ρωγμές, και διατηρεί το ηθικό της βάρος διακριτό από την ηθική ασυδοσία και παρακμή που διακατέχει τα υπόλοιπα πρόσωπα.

Η παρουσία του Κωνσταντίνου Αβαρικιώτη ως Παιδαγωγού είναι στιβαρή και γειωμένη, ενώ ο Αίγισθος —μια κάπως αμήχανη παρουσία στο ίδιο το έργο, αφού εμφανίζεται σε μια σύντομη σκηνή, λίγο πριν πέσει νεκρός— ερμηνεύεται από τον Δημήτρη Τάρλοου έντονα γελοιοποιημένος, ως αλαζόνας και ωραιοπαθής, ίσως περισσότερο απ’ όσο θα χρειαζόταν. Επίσης, δεν λειτουργούν πάντοτε εύστοχα τα τραγούδια και ο ρόλος των δύο Γυναικών (Ελένη Βλάχου, Ιωάννα Λέκκα), ενώ και η προσπάθεια συμπερίληψης των θεατών στη δράση μπορεί να εκληφθεί ως βεβιασμένη.
Περισσότερες πληροφορίες
Ηλέκτρα εντός
Ο Δ. Τάρλοου συνεχίζει τη σκηνική του σπουδή πάνω στην τραγωδία «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή μετά το Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, σε μια νέα βιωματική πρόταση για κλειστό χώρο με ένταση, μουσική και δυναμική σύνθεση χαρακτήρων. Σύμφωνα με την υπόθεση, είναι ξημέρωμα και έχει μόλις τελειώσει η γιορτή για την επέτειο της δολοφονίας του Αγαμέμνονα που το βασιλικό ζεύγος δίνει κάθε μήνα, όπως μας πληροφορεί η Ηλέκτρα, αυτή η χολωμένη κόρη, μια ερινύα σε αναμονή. Πλέον κυριαρχούν τόνοι καμπαρέ, τζαζ μουσική από τον Φώτη Σιώτα (και σε αυτή την εκδοχή θα ερμηνεύεται ζωντανά), ερωτισμός, αλκοόλ, μια ατμόσφαιρα θριλερικής γοητείας υπό το φως ενός ακόμη επικείμενου φονικού, που –όπως γνωρίζουμε– δεν θα λύσει απολύτως τίποτα…