Γκέλυ Καλαμπάκα©
Γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του ’60, το έργο του ΄Άλμπι συνομιλεί με την εποχή του και το οικοδόμημα του "αμερικάνικου ονείρου". Μόνο που ο Αμερικανός μετρ της δραματουργίας εισβάλλει σε αυτό το αφήγημα με ένα δράμα δωματίου που λειτουργεί διαβρωτικά απέναντι τόσο στο πρότυπο της "αγίας οικογένειας" όσο και στην εικόνα του ευηπόληπτου καταξιωμένου διανοούμενου, ενώ παράλληλα εκθέτει τις παθογένειες της μεταπολεμικής αμερικανικής κοινωνίας. Παρ’ όλα αυτά, η δύναμη του έργου δεν εξαρτάται από την ιστορική του συγκυρία, καθώς πρόκειται για μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία που φωτίζει τη βίαιη, αλλά λυτρωτική, διαδικασία της απογύμνωσης από τις αυταπάτες.

Στην καρδιά του έργου βρίσκεται η συμπλεγματική σχέση του Τζορτζ και της Μάρθα, μια σχέση που λειτουργεί ως παιχνίδι αντοχής, επιβίωσης και επιβεβαίωσης, όπου οι ρόλοι του θύτη και του θύματος εναλλάσσονται διαρκώς. Ο μεσόκοπος πανεπιστημιακός και η γυναίκα του (κόρη του πρύτανη του ιδρύματος όπου διδάσκει ο Τζορτζ) επιδίδονται σε ένα παιχνίδι ισχύος και αλληλοεξόντωσης μπροστά στο αμήχανο, έντρομο βλέμμα του νεότερου ζευγαριού που τους έχει επισκεφθεί. Είναι ταυτόχρονα αντίπαλοι και σύμμαχοι, άνθρωποι που πληγώνουν και πληγώνονται, ενήλικοι που φέρονται σαν παιδιά και παιδιά που κουβαλούν παλιά τραύματα. Μα πάνω απ’ όλα είναι συμπαίκτες σε ένα σκληρό παιχνίδι που χρειάζεται θεατές για να υπάρξει: τα σενάρια ζωής που επινοούν, με πιο καθοριστικό εκείνο του "παιδιού" τους, κρατούν τη σχέση τους ζωντανή.

Αυτή τη σχέση ανέδειξε με δυναμισμό και ένταση η σκηνοθεσία του Σωτήρη Τσαφούλια. Μέσα στο "βαρύ" ακαδημαϊκό σπίτι του ζευγαριού (σκηνικά της Μαίρης Τσαγκάρη), ξεδιπλώνεται όλη η νοσηρότητα του δεσμού τους, οι αλληλοεξευτελισμοί, οι ταπεινώσεις, οι συνεχείς εναλλαγές προσβολών, ειρωνείας και σαρκασμού. Σε αυτό το πεδίο, ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης και η ΄Εφη Μουρίκη επιδεικνύουν τρομερή χημεία, ανταλλάσσοντας βιτριολικές ατάκες και στήνοντας παιχνίδια-"παγίδες" στους καλεσμένους τους. Ειδικά η Μουρίκη πραγματοποιεί μία σχεδόν δαιμονική ερμηνεία: είναι μοχθηρή, ειρωνική, αιχμηρή, κινείται συνεχώς από τη διάθεση να προκαλεί τον Τζορτζ, και αφού ξοδέψει όλο της το δηλητήριο, απομένει αποκαμωμένη και ευάλωττη σαν μικρό παιδί: μια σημαντική στιγμή της ηθοποιού.

Ο Τζορτζ του Βλαδίμηρου Κυριακίδη προτάσσει την πίκρα του ήρωα -και όχι την απέχθεια ή το μίσος-, αναδεικνύοντας την παραίτηση και το υπαρξιακό κενό που τον διαπερνά. Πρόκειται, άλλωστε, για έναν άνδρα που έχει συντριβεί από τη μη εκπλήρωση των προσδοκιών -τόσο των άλλων όσο και των δικών του- για τον εαυτό του. Ο ηθοποιός έχει ωραίες στιγμές, αν και συχνά καταφεύγει σε μία περισσότερο κωμική περσόνα. ΄Ίσως επειδή και η σκηνοθεσία δείχνει να επιδιώκει την ελάφρυνση του κλίματος και στιγμές αυτή η τοξική σχέση φέρνει γέλιο στην πλατεία. Ωστόσο, την ερμηνεία του Κυριακίδη διατρέχει μία τρυφερότητα απέναντι στη Μάρθα. ΄Άλλωστε, ο δικός του ήρωας είναι αυτός που σταματάει το παιχνίδι τους -ή έστω αποφασίζει την αλλαγή των όρων του-, σηματοδοτώντας ένα σημείο καμπής, που ενώ συντρίβει τη Μάρθα, αφήνει να διαφανεί το ενδεχόμενο μιας νέας φάσης στη σχέση τους.

Κατά τη διάρκεια αυτής της αποκαλυπτικής νύχτας, το δεύτερο ζευγάρι του έργου δεν λειτουργεί απλώς ως δραματουργικό εργαλείο για την ανάδειξη της σχέσης του κεντρικού ζευγαριού, αλλά ακολουθεί τη δική του πορεία. Εξαιρετική η Ελεάνα Στραβοδήμου στο ρόλο της νευρωτικής νεαρής γυναίκας που επιχειρεί να αντισταθεί —με επώδυνο τρόπο— στον προδιαγεγραμμένο ρόλο της "καλής μητέρας". Η Χάνι κρύβει σκοτεινά μυστικά και βαθύ πόνο πίσω από την περσόνα της τυπικής Αμερικανίδας "sweetheart", και η ηθοποιός παραδίδει μια αξιοσημείωτη ερμηνεία, αποδίδοντάς την σαν μια μηχανική κούκλα–καρικατούρα που σταδιακά αποδομείται και καταρρέει. Ικανοποιητικός και ο Σπύρος Σταμούλης στον ρόλο του Νικ, του φέρελπι ζεν πρεμιέ που, παρά τη φαινομενική του αυτοπεποίθηση, έχει ρωγμές και ανασφάλειες. Η μουσική (Ted Regklis) και τα φώτα (Σωτήρης Τσαφούλιας-΄Έλενα Πετροπούλου) υπογραμμίζουν ίσως υπερβολικά τις δραματικές εντάσεις. Πολύ ωραία τα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη.
Περισσότερες πληροφορίες
Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ
Το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Έντουαρντ Άλμπι είναι ένα σπουδαίο ψυχολογικό δράμα που διαδραματίζεται σε μια φαινομενικά συνηθισμένη βραδιά. Η Μάρθα και ο Τζορτζ, ένα παντρεμένο ζευγάρι, προσκαλούν στο σπίτι τους ένα νεότερο ζευγάρι, τον Νικ και τη Χάνι. Όμως, η βραδιά μετατρέπεται σε αρένα: αλκοόλ, εξομολογήσεις, ψευδαισθήσεις και βίαιες συγκρούσεις αποκαλύπτουν τις πληγές, τα μυστικά και τις μάσκες που κρύβουν όλοι. Ένα αριστούργημα για την αγάπη, την εξουσία, τη μοναξιά και τη μάχη ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, που παραμένει συγκλονιστικά επίκαιρο έξι δεκαετίες μετά.