Η Φένια Παπαδόδημα συνεχίζει τη μουσικοθεατρική της προσέγγιση στη "Νέκυια", τη λ’ ραψωδία της Οδύσσειας, στην αίθουσα Γιάννης Μαρίνος του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, όπου απομένουν τρεις τελευταίες παραστάσεις. Μαζί με τον Μανώλη Αφολάνιο (Yinka) και τον Γιώργο Παλαμιώτη, δημιουργεί μια σκηνική σύνθεση όπου η αφήγηση, η μουσική και το τραγούδι συναντούν τον ομηρικό λόγο, σε μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη.

Στη "Νέκυια", ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Άδη και συνομιλεί με τις ψυχές των νεκρών, αναζητώντας τον δρόμο της επιστροφής και τη γνώση για το πεπρωμένο του. Η διαδρομή αυτή γίνεται μια δοκιμασία αυτογνωσίας, στην οποία το πένθος, η απώλεια, η συγκίνηση και η αναγέννηση συνυπάρχουν. Η παράσταση μεταφέρει αυτή την εμπειρία στο σήμερα, αναδεικνύοντας τη διαχρονική δύναμη του μύθου.

Κεντρικό ρόλο στη μουσική αφήγηση έχει το νγκόνι, ένα παραδοσιακό αφρικανικό έγχορδο όργανο, συγγενικό με την άρπα. Η επιλογή του συνδέεται με την έμπνευση της Παπαδόδημα από τους Γκριό, τους μουσικούς αφηγητές της υποσαχάριας Αφρικής, που διατηρούν ζωντανή την προφορική παράδοση και συνδέουν το παρελθόν με το παρόν. Η δημιουργός γνώρισε αυτή την παράδοση στο Παρίσι, στο θέατρο Bouffes du Nord του Πίτερ Μπρουκ, ενώ συνεργάστηκε και με την Αφρικανή χορογράφο Ιρέν Τασσεμπεντό στην παράσταση "Mousso Kamirya".

Η Φένια Παπαδόδημα έχει ασχοληθεί με το έργο σε διαφορετικές εκδοχές όλα αυτά τα χρόνια, από το Θέατρο Τέχνης και το Φεστιβάλ Αθηνών έως τη Μουσική Βιβλιοθήκη Λίλιαν Βουδούρη. Στη συγκεκριμένη προσέγγιση, η αφήγηση περνά από το άμεσο θεατρικό παίξιμο στο μουσικό και τελετουργικό θέατρο, με στιγμές χιούμορ που αναδεικνύουν και την απρόσμενη πλευρά του ομηρικού κειμένου.

Την πρωτότυπη μουσική υπογράφουν η Φένια Παπαδόδημα και ο Γιώργος Παλαμιώτης, ενώ τα τραγούδια και τους στίχους γράφει η πρώτη. Η κινησιολογία είναι της Μαρίζας Τσίγκα, τα κοστούμια του Κωνσταντίνου Κασπίρη και οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου. Τον ηχητικό σχεδιασμό και τα live electronics αναλαμβάνει ο Γιώργος Παλαμιώτης.
Περισσότερες πληροφορίες
Νέκυια
Τρεις ηθοποιοί-ερμηνευτές και τρεις μουσικοί επί σκηνής δημιουργούν μια δική τους γλώσσα παίζοντας με το λόγο, το ρυθμό, τη μελωδία και το σώμα, ενώ ανοίγουν ένα διάλογο μεταξύ της «Οδύσσειας» και της σημερινής πραγματικότητας. Μια μουσική και μυσταγωγική εκδοχή της «Νέκυιας», της λ’ ραψωδίας της «Οδύσσειας», που λειτουργεί εδώ ως τελετουργία κατάβασης και ανάδυσης. Η παράσταση αντλεί από την αρχαία ελληνική παράδοση που τοποθετεί τον ραψωδό στο κέντρο του συλλογικού ασυνείδητου, σε έναν καίριο κοινωνικό και τελετουργικό ρόλο. Η προσέγγιση αυτή συνομιλεί με αντίστοιχες αφηγηματικές παραδόσεις άλλων αρχαίων πολιτισμών, ιδιαίτερα της Αφρικής, όπως έγιναν γνωστές στο δυτικό κοινό μέσα από το έργο και την έρευνα του Πήτερ Μπρουκ.

