Ελίνα Γιουνανλή©
Η αναμονή για την πρεμιέρα του "Σωσμένου" μοιάζει ήδη με μικρή θεατρική ιστορία από μόνη της. Η ημερομηνία αλλάζει, οι πρόβες συνεχίζονται, οι φήμες κυκλοφορούν — και τα τελευταία νέα θέλουν την πρώτη παράσταση να έρχεται τελικά στις 19 Μαρτίου στο Cartel. Κι ίσως γι’ αυτό η προσμονή γίνεται ακόμη πιο έντονη. Όχι μόνο γιατί πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά και σκληρά έργα του Εντουαρντ Μπόντ, αλλά γιατί στη σκηνή συναντιούνται για πρώτη φορά δύο καλλιτέχνες που δεν φοβούνται την έκθεση. Ο Βασίλης Μπισμπίκης και η Λένα Κιτσοπούλου κουβαλούν στο θέατρο έναν τρόπο ωμό, προσωπικό, σχεδόν επικίνδυνα αληθινό. Όταν αυτοί οι δύο κόσμοι συναντηθούν, κάτι απρόβλεπτο μπορεί να συμβεί. Και μέσα σε αυτή τη σύγκρουση, η μουσική του Μπάμπη Παπαδόπουλου έρχεται να χτίσει την ατμόσφαιρα μιας παράστασης που ήδη μοιάζει να κουβαλά ένταση πριν καν ανοίξει η αυλαία.
Η Λένα και ο Βασίλης βρίσκονται και επί σκηνής ως οι γονείς του έργου, πλαισιωμένοι από την ομάδα του Cartel — Στέλιος Τυριακίδης, Αλέξανδρος Κουκιάς, Αναστασία Δέλτα, Γιάννης Κατσιμίχας, Λευτέρης Αγουρίδας, Ελένη Γεωργακοπούλου — που συγκροτούν τον σκληρό κόσμο του "Saved". Από αυτή τη συνάντηση — και από τη θέση της μέσα σε αυτήν — ξεκινά το προσωπικό κείμενο της Λένα Κιτσοπούλου που ακολουθεί.

"Ένα ποίημα βίας χωρίς χαραμάδα φωτός"
Ο "Σωσμένος" είναι ένα έργο βίας και ανεκπλήρωτης ευτυχίας, είναι ένα ποίημα βίας χωρίς ίχνος χαραμάδας για να μπει από κάπου λίγο φως, οπότε εμείς καλούμαστε εδώ να βρούμε το φως, όπως κάνουμε κάθε φορά με την τέχνη του θεάτρου, ή, με τα σώματα μας όταν αυτά πρέπει να περπατήσουν πάνω σε μία σκηνή, οπότε το φως εδώ είναι ότι όλα τα πρόσωπα του έργου υπό άλλες συνθήκες μπορεί και να μεγαλουργούσαν, μπορεί και να αγαπούσαν ή να αγαπιόντουσαν πραγματικά, μπορεί και να είχαν δικαίωμα να γευτούν ένα κομματάκι ευτυχίας.

Το έργο πραγματεύεται τον θάνατο δύο παιδιών, του δικού μου, ο οποίος έχει συμβεί πριν από χρόνια και της κόρης μου, ο οποίος συμβαίνει επί σκηνής. Οι δύο αυτοί θάνατοι, είναι κατά τη γνώμη μου πιο πολύ συμβολικοί παρά ρεαλιστικοί, είναι από τη μία μεριά οι θάνατοι των αθώων, όλων αυτών που δεν έχουν τη δύναμη να αντισταθούν, των θυμάτων ενός πολέμου, τον οποίο εδώ ο Έντουαρντ Μποντ τοποθετεί μέσα σε ένα σπίτι, μεταφέροντας την έννοια του πολέμου μέσα στον μικρόκοσμο μίας κακοποιητικής οικογένειας, και από την άλλη μεριά, δυστυχώς, ο θάνατος στο έργο αυτό ισοδυναμεί με σωσμό. Σωσμένος τελικά αποδυκνείεται αυτός ο οποίος δεν πρόλαβε να γίνει ενήλικας μέσα σε ένα βίαιο κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον. Το έργο αυτό με όχημα τη βία μας λέει ότι καμιά φορά μπορεί και να σωθείς εάν ακόμα και οι ίδιοι σου οι γονείς σε σκοτώσουν, παρά άμα σε αφήσουν να επιβιώσεις μέσα σε ένα περιβάλλον που κατά πάσα πιθανότητα θα σε καταντήσει φονιά του δικού σου παιδιού, είτε μεταφορικά είτε κυριολεκτικά.

Εγώ υποδύομαι την Μερί, την μητέρα της Παμ, βασικά δεν υποδύομαι τίποτα, βάζω τον εαυτό μου ολόκληρο μέσα σε μία συνθήκη όπου ένα φως ανοιγοκλείνει ακατάπαυστα και με τα εκφραστικά μέσα που διαθέτω, με τις λέξεις που εφευρίσκω, είτε αμύνομαι, είτε επιτίθεμαι, σε οτιδήποτε κινείται γύρω μου, προσπαθώ πάντως να παραμείνω ευάλωτη όπως είμαι και στη ζωή μου, μέσα στον κόσμο του έργου αλλά και του Βασίλη Μπισμπίκη, ο οποίος έτσι κι αλλιώς το μεταφράζει, το μεταποιεί, το σκίζει, το ξαναγράφει ακόμα και αφήνοντας σε ελεύθερο να το ξαναγράψεις εσύ. Οπότε δεν μπορώ να μιλήσω για ρόλο στην παράσταση αυτή, είμαι εγώ μέσα σε μία στιγμή του εαυτού μου άγνωστη για μένα μέχρι τώρα και προσπαθώ να παραμείνω παρούσα.
Περισσότερες πληροφορίες
Σωσμένος
Το έργο που συγκλόνισε το βρετανικό κοινό με τη σκληρότητα της γλώσσας και την ωμή απεικόνιση της βίας, εκτυλίσσεται σε μια εργατική συνοικία του Λονδίνου, όπου μια νεαρή γυναίκα μένει έγκυος εκτός γάμου και έρχεται αντιμέτωπη με την κοινωνική απόρριψη και την οικογενειακή αδιαφορία. Γράφτηκε από τον Έντουαρντ Μποντ το 1965, μία από τις πιο ριζοσπαστικές και πολιτικά συνειδητοποιημένες φωνές του μεταπολεμικού βρετανικού θεάτρου. Η ομάδα του Cartel μεταφέρει τη δράση από τα αγγλικά προάστια της δεκαετίας του ‘60 στη σύγχρονη Αθήνα. Σε μια πόλη όπου η νεανική βία, η ανάγκη για αποδοχή και η κοινωνική πίεση διαμορφώνουν ένα εκρηκτικό τοπίο. Γύρω από τη νεαρή ηρωίδα κινούνται νέοι άνθρωποι χωρίς σαφή προοπτική, εγκλωβισμένοι σε μια πραγματικότητα αποξένωσης και συναισθηματικής ένδειας. Οι σχέσεις χαρακτηρίζονται από σιωπή, αδυναμία επικοινωνίας και συσσωρευμένο θυμό. Ο Μποντ σκιαγραφεί έναν κόσμο όπου η άσκοπη βία δεν εμφανίζεται ως εξαίρεση, αλλά ως δομικό στοιχείο μιας κοινωνίας που παράγει αποκλεισμό.

