Γιάννης Κουσκούτης©
Ο "Βυσσινόκηπος", το τελευταίο έργο του Αντόν Τσέχοφ, γραμμένο το 1903, λίγο πριν από τον θάνατό του, αποτελεί μια από τις πιο σύνθετες και πολυεπίπεδες τραγικωμωδίες του παγκόσμιου θεατρικού κανόνα. Στις 26 Φεβρουαρίου κάνει πρεμιέρα στην Κεντρική Σκηνή του Κτηρίου Τσίλερ του Εθνικού Θεάτρου, σε διασκευή και σκηνοθεσία του Έκτορα Λυγίζου, 41 χρόνια μετά την τελευταία παρουσίασή του από τον οργανισμό. Πρόκειται για την τρίτη φορά που το έργο ανεβαίνει στην Κεντρική Σκηνή, μετά τις σκηνοθεσίες του Γιώργου Μιχαηλίδη και του Τάκη Μουζενίδη, γεγονός που το τοποθετεί σε έναν ιστορικό διάλογο με τη θεατρική παράδοση του Εθνικού.

Η νέα παραγωγή συγκροτείται ως κατεξοχήν έργο συνόλου, με έναν 11μελή θίασο: Γιώργος Ζιάκας, Γιάννης Κλίνης, Σοφία Κόκκαλη, Έκτορας Λυγίζος, Υβόννη Μαλτέζου, Μαρία Μοσχούρη, Αμαλία Μουτούση, Ράνια Οικονομίδου, Γιάννης Παπαδόπουλος, Κατερίνα Πατσιάνη και Φοίβος Συμεωνίδης. Τη μετάφραση υπογράφει η Χρύσα Προκοπάκη, τα σκηνικά η Μυρτώ Λάμπρου, τα κοστούμια η Άλκηστη Μάμαλη, τη μουσική σύνθεση και προσαρμογή η Λίνα Ζάχαρη, την κίνηση και χορογραφία ο Δημήτρης Μυτιληναίος και τους φωτισμούς ο Δημήτρης Κασιμάτης.

Η υπόθεση και η παράσταση
Όλα συμβαίνουν στο καθιστικό μιας ρωσικής ντάτσας, όπου τα μέλη μιας οικογένειας επιστρέφουν για να αντιμετωπίσουν την επικείμενη απώλεια του κτήματος και του διάσημου βυσσινόκηπού τους. Πνιγμένοι στα χρέη και στη νοσταλγία, οι ιδιοκτήτες αρνούνται να δεχτούν ότι ο κόσμος αλλάζει και ότι η κοινωνική και προσωπική τους ταυτότητα καταρρέει. Ο κήπος, άλλοτε σύμβολο ευημερίας και παιδικής μνήμης, μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, ανάμεσα στην αδράνεια και την αναγκαιότητα της αλλαγής.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Αμαλία Μουτούση ξεχωρίζει ως μια παρουσία που ενσαρκώνει την τραγική διάσταση της μνήμης και της άρνησης. Υποδύεται την Λιουμπόφ Αντρέγεβνα Ρανέφσκα, την αριστοκράτισσα ιδιοκτήτρια του κτήματος, η οποία επιστρέφει από το Παρίσι, αλλά αδυνατεί να διαχειριστεί την οικονομική καταστροφή και την πώληση του αγαπημένου της βυσσινόκηπου. Με μια διαδρομή που έχει διατρέξει διαφορετικές εποχές και αισθητικές του ελληνικού θεάτρου, η Αμαλία Μουτούση, με την πάντα λιτή και εσωτερική ερμηνεία της, μπορεί να φωτίσει τον πυρήνα του έργου: τον χρόνο ως απώλεια, αλλά και ως ευκαιρία αυτογνωσίας.

Ο "Βυσσινόκηπος" μπορεί να διαβαστεί ως ένα πεδίο συνάντησης τέχνης, ψυχανάλυσης και θρησκείας. Η τέχνη εδώ λειτουργεί ως χώρος όπου ο άνθρωπος παρατηρεί τον εαυτό του από απόσταση, όπου οι ρόλοι γίνονται καθρέφτες και η σκηνή μετατρέπεται σε εργαστήριο υπαρξιακής διερεύνησης. Η ψυχαναλυτική διάσταση του έργου αναδεικνύει τον κήπο ως σύμβολο του ασυνείδητου δεσμού με το παρελθόν.

Οι ήρωες αδυνατούν να αποχωριστούν τις μνήμες, τις ταυτότητες και τις ψευδαισθήσεις τους, παραμένοντας εγκλωβισμένοι σε μια παρατεταμένη παιδικότητα. Η απώλεια του κτήματος λειτουργεί ως ψυχικό τραύμα αλλά και ως αναγκαία διαδικασία ενηλικίωσης. Ο "Βυσσινόκηπος" γίνεται έτσι μια αλληγορία για την ανάγκη του ανθρώπου να αναγνωρίσει το τέλος, προκειμένου να μπορέσει να μετασχηματιστεί.
Παράλληλα, το έργο φέρει μια υπόγεια πνευματική διάσταση, που ο Λυγίζος επιλέγει να φωτίσει μέσα από τη μουσικότητα του λόγου και την ένταση της συλλογικής παρουσίας. Η αίσθηση ενός κόσμου πέρα από το ορατό, μιας πραγματικότητας που υπερβαίνει τον ορθολογισμό, διατρέχει τον Τσέχοφ με λεπτότητα και ειρωνεία. Ο χρόνος, η μνήμη και η απώλεια αποκτούν σχεδόν μεταφυσική ποιότητα, ενώ ο κήπος λειτουργεί ως σύμβολο ενός χαμένου παραδείσου αλλά και ενός πνευματικού τόπου, όπου ο άνθρωπος καλείται να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με το είναι.

Στη συνάντηση αυτών των τριών πεδίων, ο "Βυσσινόκηπος" αποκαλύπτεται ως έργο αυτογνωσίας. Η τέχνη προσφέρει τη μορφή, η ψυχανάλυση την ερμηνευτική κατανόηση και η θρησκεία την προοπτική υπέρβασης. Η απώλεια του κήπου γίνεται μάθημα για την αγάπη που εμπεριέχει το τέλος, για τον δεσμό που απαιτεί αποδέσμευση, για τον εαυτό που πρέπει να μεταμορφωθεί για να αναπνεύσει.
Η σκηνοθετική προσέγγιση του Έκτορα Λυγίζου, με τον λόγο να αντιμετωπίζεται ως παρτιτούρα και τις φωνές ως ένα πολυφωνικό σώμα, επιχειρεί να αναδείξει αυτή την υπαρξιακή πολυπλοκότητα με καθαρό τρόπο. Ο "Βυσσινόκηπος" είναι ένα συγκλονιστικό έργο, απόλυτα διαχρονικό γιατί μιλά για τη δυσκολία της ενηλικίωσης, για την οδύνη της μνήμης και για την ανάγκη του ανθρώπου να αναζητήσει νόημα ανάμεσα στο παρελθόν και στο άγνωστο μέλλον.
Περισσότερες πληροφορίες
Ο βυσσινόκηπος
Μετά από 41 χρόνια παρουσιάζεται στο Εθνικό Θέατρο το τσεχοφικό κύκνειο άσμα – η σπαρακτική αυτή τραγικωμωδία που μιλά για την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να εξορκίσει τον τρόμο της Αβύσσου και του Άπειρου, τη σιωπή και το κενό, που ανά πάσα στιγμή απειλούν να τον αφανίσουν. Το αριστούργημα της παγκόσμιας δραματουργίας αναφέρεται με οδυνηρή ελαφρότητα σ’ ένα ανέμελο παρόν, που συμπιέζεται ασφυκτικά ανάμεσα σε ένα νοσταλγικά εξωραϊσμένο παρελθόν και σε ένα τραγικά αβέβαιο μέλλον. Τα μέλη μιας «ευρύτερης οικογένειας» ξαναβρίσκονται μετά από χρόνια στο γερασμένο πια – και υποθηκευμένο – σπίτι τους. Όλες και όλοι γνωρίζουν μέσα τους πως είναι η τελευταία ευκαιρία να ξαναζήσουν παρέα την ανακούφιση της οικειότητας που τους ενώνει, αλλά και να αποχαιρετίσουν όλα αυτά που, ακόμα και την ώρα που τα βιώνουν, αισθάνονται πως είναι ήδη παρελθόν. Οι ιδιοκτήτες του βυσσινόκηπου, πνιγμένοι στα χρέη και στις αυταπάτες τους, αρνούνται να δεχτούν πως το κτήμα χάνεται και πως ο κόσμος γύρω, αλλάζοντας δραματικά, τους ξεπερνά. Όπως, λίγο πολύ, και όλα τα πρόσωπα του έργου, επιλέγουν να γαντζωθούν από την ξεγνοιασιά μιας αιώνιας παιδικότητας, αναβάλλοντας πεισματικά την ενηλικίωσή τους.

