Γιάννης Κουσκούτης©
Ο "Βυσσινόκηπος" μιλά για το τέλος μιας εποχής. Ποια στιγμή του έργου θεωρείς πιο επίκαιρη σήμερα;
Σκέφτομαι τη στιγμή που ο Λοπάχιν κραυγάζει στους ιδιοκτήτες ότι η στιγμή της καταστροφής πλησιάζει. Ψάχνει απεγνωσμένα να τους βρει μια λύση. Ναι, η πρότασή του δεν συνάδει με τη ''φύση'' των ιδιοκτητών, αλλά το σφάλμα εκείνων είναι ότι στέκουν σαν χάνοι, παραδομένοι, μεμψιμοιρούν και αρνούνται να κάνουν κάτι, έστω κι αν αυτό αποτύγχανε. Δεν σας μιλάω κινέζικα, τους φωνάζει, κάντε κάτι! Κάθε φορά που βλέπω τη σκηνή, σαστίζω με την αδράνειά τους, την αποφυγή αντιμετώπισης. Αυτή, δυστυχώς, η κατάσταση του ανθρώπου είναι πιο έντονη από ποτέ. Σκοτώνονται άνθρωποι, παραμελούνται μέγιστες ευθύνες, οι αξίες καταγρεουργούνται απροκάλυπτα από δυνάστες που χρίζουν ψυχιατρικής παρακολούθησης ή φυλάκισης και η μεγαλύτερη μερίδα του πληθυσμού παθαίνουμε αγκύλωση. Και αυτή την αγκύλωση θα την χρεωθούμε εμείς οι ίδιοι. Μια πράξη, οποιασδήποτε μορφής, μία κίνηση της σβησμένη μηχανής, μια προσπάθεια συμμετοχής ή ένας λόγος που φωνάζει, μπορεί να μην αλλάζει τον κόσμο, όμως δίνει στον κάθε έναν από μας το δικαίωμα να βιώσει το ότι δεν κάθησε, άπραγος, να τον καταπατήσει η Ιστορία. Αντιμετωπίζει το φόβο της απάθειας. Καλλιεργεί τον ίδιο του τον εαυτό και το περιβάλλον γύρω του. Μια μεγάλη κίνηση συντίθεται από πολλές μικρές.

Πιστεύεις ότι οι ήρωες του έργου είναι εγκλωβισμένοι στο παρελθόν ή φοβούνται περισσότερο το μέλλον;
Μα και τα δύο. Ο εγκλωβισμός στο παρελθόν, διογκώνει τον φόβο για το μέλλον. Μια κατάσταση ασφάλειας έστω και προβληματικής, δημιουργεί το αίσθημα της οικειότητας. Το μελλοντικό είναι ανοίκειο, τρομακτικό. Εν προκειμένω, διαγράφεται όντως το τέλος μιας εποχής -η φεουδαρχία πέφτει, οι σκλάβοι γίνονται κτηματίες. Κάποιοι επιμένουν και επιθυμούν να παραμείνουν στο παλιό. Το έχουν το δικαίωμα. Ο κόσμος όμως θα τους προσπεράσει. Μ’ αρέσει, ωστόσο, να σκέφτομαι πως αυτό το αβέβαιο μέλλον μπορεί να χαρίσει σε κάποιους μια κάποια δύναμη, μια κάποια ελευθερία, χώρο για μια επιλογή, ακόμη και προοπτική. Σίγουρα στη μικρή κόρη της οικογένειας, την Άννια. Στο Λοπάχιν που γίνεται κτηματίας, στον Τροφίμωφ που ούτως η άλλως δεν αναπνέει σε αυτόν τον κόσμο, ακόμη και στη Βάρια, που είναι το σκυλί της οικογένειας, ενώ δεν φαίνεται να διαγράφεται ένα ανακουφιστικό ή γοητευτικό μέλλον, μ αρέσει να φαντάζομαι ότι θ’ ανοίξει με το ζόρι ένας χώρος, όπου κάτι μπορεί να αναπνεύσει.

Τι σημαίνει για εσένα το θέμα της απώλειας και της μνήμης που διαπερνά το έργο;
Η μνήμη των παιδικών χρόνων για μένα είναι φυλακτό. Φυλακτό ενέργειας. Ό,τι ανασύρεται από κει συνοδεύεται από μια σχεδόν σωματική αίσθηση. Ο άνθρωπος είναι ένα ον εν δυνάμει. Τότε, ήταν η απαρχή όλων των δυνάμεων. Άπαξ και περάσουμε στην ενήλικη κατάσταση βιώνουμε και ταξινομούμε τα πράγματα διαφορετικά. Η άντληση από αυτή τη μνήμη, την παιδική, μπορεί να χαρίσει δύναμη. Η αγκύλωση σε αυτήν είναι μόνο νοσταλγία. Και από αυτό πάσχουν οι ήρωες του έργου. Δεν διανοούνται να περάσουν το κατώφλι της παιδικότητας, παρότι οι ζωές έχουν ήδη βαρύνει αδιανόητα. Με την απώλεια του Βυσσινόκηπου, τελειώνει η ζωή όπως την ήξεραν. Χάνεται και ένα σύστημα δυναμικής μιας ευρύτερης οικογένειας. Καλείται να γίνει ο καθένας κηδεμόνας του εαυτού του.
Ερμηνεύεις το ρόλο της Βάρια. Πώς τον προσέγγισες και τι σε συγκίνησε περισσότερο στον Τσέχοφ;
Η Βάρια, ψυχοκόρη της οικογένειας, σηκώνει τα βάρη του σπιτιού. Δεν ανήκει ούτε στα αφεντικά, ούτε στους υπηρέτες. Αυτός ο μοναδικός ενδιάμεσος χώρος συνθέτει τον χαρακτήρα της. Άκρως προστατευτική με τους γύρω της, τρομερά επιμελής, ελέγχει τα του σπιτιού και κρατάει τις ισορροπίες μεταξύ των μελών της οικογένειας. Λιγότερο από όλους μπορεί να ξεχαστεί ή να διεκδικήσει κάτι για τον εαυτό της. Μοιάζει με κάποια άτομα που ενώ δεν αντέχουν άλλο την ανάληψη ευθυνών δεν έχουν και άλλο τρόπο να υπάρξουν. Η προοπτική ενός ερωτικού δεσμού με τον Λοπάχιν, φαντάζει η πιο ταιριαστή διέξοδος. Ένας άνθρωπος εξίσου εργατικός, από φτωχή οικογένεια, που όμως εκπροσωπεί την νέα εποχή, αυτήν που τους στερεί το Βυσσινόκηπο. Μπορεί να είναι ότι ο παλιός και ο νέος κόσμος δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Μπορεί να είναι απλώς ένα από αυτά τα ακατανόητα και πικρά πράγματα που συχνά συμβαίνουν στους ανθρώπους.

Πώς ήταν η συνεργασία σου με τον Έκτορα Λυγίζο και τι θεωρείς ότι έφερε ιδιαίτερο στη σκηνοθετική ανάγνωση του έργου;
Είναι η πέμπτη φορά που συνεργάζομαι με τον Έκτορα σε δική του σκηνοθεσία. Τον θεωρώ πια δικό μου άνθρωπο. Νιώθω ευγνωμοσύνη κάθε φορά και λέω ένα ναι άνευ όρων. Πρόκειται ίσως για το πιο δύσκολο εγχείρημα που έχει αναλάβει μέχρι τώρα λόγω του έργου, του αριθμού των χαρακτήρων, και φυσικά του πολύ περιορισμένου χρόνου που κλήθηκε να διαχειριστεί. Μοιράζομαι και εγώ το αίσθημα μιας νέας Δυσκολίας. Αυτό το ιδιαίτερο που έφερε, είναι η εξαρχής σύλληψη του έργου ως δραμεντί. Την αφήγηση μιας δύσκολης συνθήκης με όρους κωμικούς, με έναν ανάλαφρο τόνο και με μια σύμπτυξη των χαρακτήρων επί σκηνής. Ένας ρεαλισμός που δεν βαραίνει, δεν βυθίζει, τουναντίον κρατάει την κατάσταση στον αφρό, με μια μουσικότητα και επιπολαιότητα.

Ο Έκτορας Λυγίζος μιλά για έναν "μουσικό ρεαλισμό”, όπου το κείμενο λειτουργεί σαν παρτιτούρα. Πώς επηρέασε αυτό τον τρόπο που δουλέψατε τις ερμηνείες;
Πάντα δουλεύει με όρους μουσικούς. Σε ένα πιο λυρικό κείμενο ή σε μια πιο χοντροκομμένη φάρσα νομίζω υπήρξε ευκολότερο να το ακολουθήσουμε. Εδώ υπάρχει μια συνθήκη ρεαλισμού, ένας λόγος πολλές φορές καθημερινός, αναζητούμε την καθαρότητα του κλισέ, που θα φτάσει στα αυτιά του κάθε θεατή με τον ίδιο ξεκάθαρο τρόπο, είναι απίστευτα δύσκολο. Ζητείται ένας φοβερός έλεγχος εκπομπής σχεδόν ανά λέξη, από πολύ συγκεκριμένο χώρο του σώματος. Στην παρτιτούρα προστίθενται οι στίξεις και οι αντιστίξεις μια κίνησης, μιας πόρτας που ανοίγει, μιας σιωπής, σκηνές που ο λόγος του ηθοποιού συνομιλεί με μουσικά κομμάτια γραμμένα με τέτοιον τρόπο ώστε να φανερώνουν τις παρορμήσεις των χαρακτήρων και άλλα πολλά!!!
Ποια σκηνή της παράστασης σε δυσκόλεψε περισσότερο, είτε συναισθηματικά είτε τεχνικά;
Υπάρχουν κάποιες σκηνές που ο χαρακτήρας μου πρωτοσυστήνεται. Και με το περιεχόμενο του λόγου της και με τις χειρονομίες της, ένιωθα τεράστια απόσταση. Συνήθως κάτι υπάρχει που αρπάζεις και συντονίζεσαι μαζί του, προσπαθώντας. Εδώ μου ήταν για μεγάλο καιρό αναντίστοιχα ξένο. Μέσα στις τέσσερις πράξεις, γίνεται μια διαδρομή που έρχεται και ζεσταίνει αυτήν την πρώτη αμηχανία.

Τι σου δίνει το θέατρο που δεν σου δίνει ο κινηματογράφος, δεδομένης της εμπειρίας σου και στα δύο;
Το θέατρο έχει αυτό το πράγμα με το χρόνο. Μήνες πρόβας και ύστερα μια καθημερινή επανάληψη και μάλιστα σε συνέχεια. Τα πράγματα συντίθενται και αποκαλύπτονται διαφορετικά λόγω του χρόνου. Και αυτό νιώθω ότι προσδίδει ένα βάθος βιώματος. Γι ́αυτό και όσες φορές συμμετείχα στην επανάληψη μιας παράστασης μετά από ένα κενό διάστημα, ήταν αποκαλυπτικό το πόσο πιο βαθιά ήταν η επαφή. Επίσης τη λειτουργία μπροστά στο κοινό, καθώς και τη συνάντηση με τεράστια ποιητικά κείμενα. Νιώθω ότι στο θέατρο παιδεύομαι παραπάνω με την καλή έννοια. Είναι άπειροι οι χώροι ανακάλυψης και υπό καλές συνθήκες γίνομαι καλύτερη ηθοποιός.
Αν ο ρόλος σου ζούσε στο σήμερα, πώς πιστεύεις ότι θα αντιδρούσε στην απώλεια του "βυσσινόκηπου”;
Έχω μια μικρή αντίσταση στο να μεταφέρω τα της παράστασης ή τα του κειμένου στο σήμερα. Επιθυμώ περισσότερο να πηγαίνω εγώ εκεί. Και το εκεί δεν ορίζεται μόνο ημερολογιακά ή τοπικά.
Αν μπορούσες να δώσεις μια φράση-κλειδί στο κοινό πριν δει την παράσταση, ποια θα ήταν;
Κλειδί σε τί; Πετάξτε τα κλειδιά στο πηγάδι- είναι και φράση του έργου.
Περισσότερες πληροφορίες
Ο βυσσινόκηπος
Μετά από 41 χρόνια παρουσιάζεται στο Εθνικό Θέατρο το τσεχοφικό κύκνειο άσμα – η σπαρακτική αυτή τραγικωμωδία που μιλά για την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να εξορκίσει τον τρόμο της Αβύσσου και του Άπειρου, τη σιωπή και το κενό, που ανά πάσα στιγμή απειλούν να τον αφανίσουν. Το αριστούργημα της παγκόσμιας δραματουργίας αναφέρεται με οδυνηρή ελαφρότητα σ’ ένα ανέμελο παρόν, που συμπιέζεται ασφυκτικά ανάμεσα σε ένα νοσταλγικά εξωραϊσμένο παρελθόν και σε ένα τραγικά αβέβαιο μέλλον. Τα μέλη μιας «ευρύτερης οικογένειας» ξαναβρίσκονται μετά από χρόνια στο γερασμένο πια – και υποθηκευμένο – σπίτι τους. Όλες και όλοι γνωρίζουν μέσα τους πως είναι η τελευταία ευκαιρία να ξαναζήσουν παρέα την ανακούφιση της οικειότητας που τους ενώνει, αλλά και να αποχαιρετίσουν όλα αυτά που, ακόμα και την ώρα που τα βιώνουν, αισθάνονται πως είναι ήδη παρελθόν. Οι ιδιοκτήτες του βυσσινόκηπου, πνιγμένοι στα χρέη και στις αυταπάτες τους, αρνούνται να δεχτούν πως το κτήμα χάνεται και πως ο κόσμος γύρω, αλλάζοντας δραματικά, τους ξεπερνά. Όπως, λίγο πολύ, και όλα τα πρόσωπα του έργου, επιλέγουν να γαντζωθούν από την ξεγνοιασιά μιας αιώνιας παιδικότητας, αναβάλλοντας πεισματικά την ενηλικίωσή τους.

