Η Φωτεινή Αθερίδου επιστρέφει στη σκηνή με την παράσταση "Η πιο υπέροχη χειρότερη του κόσμου", ένα έργο που η ίδια δεν διστάζει να χαρακτηρίσει το πιο προσωπικό που έχει γράψει μέχρι σήμερα. Μετά το "Μπα-Μπαμπά", ένα σύγχρονο μιούζικαλ, αυτή η δουλειά μοιάζει πιο άμεση και πιο ανοιχτή στον τρόπο με τον οποίο μιλάει για την ίδια. Όχι όμως εντελώς διαφορετική. "Και τα δύο έργα έχουν κάτι βαθιά προσωπικό", εξηγεί η ίδια. "Απλώς εδώ αυτό είναι πιο έντονο. Μιλάω ξανά για υπαρξιακά που με ταλανίζουν, αλλά όλα περνάνε μέσα από χιούμορ και πλάκα". Το χιούμορ, άλλωστε, είναι ο βασικός μηχανισμός επιβίωσης στην παράσταση.
Ωμό, αυτοσαρκαστικό, συχνά "κάφρικο", όπως το χαρακτηρίζει η Αθερίδου, χωρίς φίλτρα και λογοκρισία. "Σε αυτό το έργο δεν με έκρινα καθόλου. Έγραψα ό,τι μου έβγαινε. Αν αυτολογοκριθώ, μπλοκάρω", λέει. Και όπως φαίνεται, η παράσταση τολμά να πει πράγματα που δεν λέγονται εύκολα ούτε μεταξύ φίλων. Αυτό έγινε ξεκάθαρο ήδη από τις πρόβες, που, όπως παραδέχεται, εξελίχθηκαν σε κάτι σαν ομαδική ψυχοθεραπεία. "Γελάμε ασταμάτητα στις πρόβες. Ακόμα κι αν το έργο πραγματεύεται δύσκολα πράγματα, δεν είναι μαύρο".

Στο κέντρο του βρίσκεται η Αγάπη, μια γυναίκα που προσπαθεί μια ζωή να είναι "η καλύτερη": κόρη, σύντροφος, φίλη, γκόμενα. Η ζωή, όμως, της αποδεικνύει συνεχώς ότι είναι "η χειρότερη", οδηγώντας τη σε υπαρξιακή κρίση και κατάθλιψη. Η διαδρομή της, όσο σκοτεινή κι αν είναι, δεν μένει εκεί. Στο τέλος, η Αγάπη καταλαβαίνει ότι δεν την ενδιαφέρει πια να κατακτήσει κανέναν τίτλο. "Θέλει απλώς να υπάρχει", όπως λέει η Αθερίδου. Το ρόλο της Αγάπης ερμηνεύει η Χριστίνα Χειλά Φαμέλη, η οποία απευθύνεται διαρκώς στο κοινό, σπάζοντας τον τέταρτο τοίχο.
Το στοιχείο του stand-up προκύπτει οργανικά, όπως εξηγεί ο σκηνοθέτης Προμηθέας Αλειφερόπουλος: "Δεν είναι το stand-up του punch line. Είναι το πιο υπαρξιακό είδος, που φλερτάρει με τη σοβαρότητα και την αυτοϋπονόμευση. Είναι ο μόνος τρόπος να αντέξεις την αλήθεια".

Δίπλα της, η Φωτεινή Αθερίδου και ο Μιχάλης Τιτόπουλος υποδύονται όλους τους υπόλοιπους ρόλους της ζωής της: γονείς, ψυχίατρο, φίλους, έρωτες, αλλάζοντας χαρακτήρες με καταιγιστικό ρυθμό. Οι φιγούρες αυτές λειτουργούν σαν καρικατούρες, "προϊόντα της ματιάς μιας γυναίκας σε κρίση", όπως σημειώνει ο Αλειφερόπουλος, δημιουργώντας διαρκή εναλλαγή έντασης και αποφόρτισης.
Το σκηνικό της Ζωή Μολυβδά-Φαμέλη μοιάζει με παιχνίδι, με ένα DIY σύμπαν που θυμίζει τσίρκο ή ένα Jumanji που ζωντανεύει. Οι γονείς εμφανίζονται σαν ξόανα, φιγούρες μνήμης που σε ακολουθούν σε όλη σου τη ζωή. Η μουσική από τις Σκιαδαρέσες λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο γέλιο και τον πόνο, ενώ τα κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη επιτρέπουν αστραπιαίες μεταμορφώσεις πάνω στη σκηνή.
Παρότι η παράσταση δεν υπόσχεται ένα κλασικό happy end, αφήνει χώρο για φως. "Μέσα από τον κύκλο που κάνει η ηρωίδα, βλέπεις πώς τελικά αγάπησε τον εαυτό της ή πώς είδε αλλιώς τα πράγματα", λέει η Αθερίδου. Και ο Αλειφερόπουλος συμπληρώνει: "Η χαρά βρίσκεται στην ίδια την ύπαρξη, χωρίς το "πρέπει να γίνω κάτι”". Ο θεατής φεύγει συγκινημένος, έχοντας ίσως θυμηθεί κάτι απλό και βαθιά ανθρώπινο: ότι δεν χρειάζεται να είσαι ούτε ο καλύτερος ούτε ο χειρότερος. Αρκεί να είσαι.
Προπώληση εισιτηρίων: more.com
Περισσότερες πληροφορίες
Η πιο υπέροχη χειρότερη του κόσμου
Μια καταιγίδα σκέψεων, νεύρων και γέλιου χωρίς φίλτρα, είναι η υπαρξιακή κωμωδία που μιλάει για το άγχος, τις εμμονές, τις συγκρίσεις, το θεϊκό και το φρικτό σεξ, τα χάπια για την ακμή και την παρακμή. Κεντρική ηρωίδα είναι η Αγάπη. Προσπαθεί να επιβιώσει σε δουλειές που στραβώνουν, σε σχέσεις που μπλέκουν, σε σώματα που δεν συνεργάζονται, σε μυαλά που δεν το βουλώνουν ποτέ. Από τη σκηνή περνάνε σαν φλας οι άνθρωποι που τη διαμόρφωσαν: γονείς, φίλοι, έρωτες, ψυχολόγοι και θεραπευτές.

