©Patroklos_Skafidas
΄Ενα ουσιαστικά άγνωστο έργο, που μετράει περισσότερα από εκατό χρόνια ζωής, γίνεται η αφετηρία για μία από τις πιο ξεχωριστές, γοητευτικές και πρωτότυπες παραστάσεις της φετινής σεζόν (και όχι μόνο αυτής). Δείγμα του γερμανικού εξπρεσιονισμού, το έργο του Κάιζερ αφηγείται την ιστορία ενός υπαλλήλου και οικογενειάρχη που, ύστερα από την αιφνιδιαστική εμφάνιση μιας γοητευτικής γυναίκας στην τράπεζα όπου εργάζεται, παρασύρεται σε μια ριζική ρήξη με τη ζωή του: κλέβει ένα τεράστιο χρηματικό ποσό, εγκαταλείπει δουλειά και οικογένεια και ξεκινά μια περιπλάνηση στην πόλη.

Γραμμένο το 1912, το έργο συμπυκνώνει το εφιαλτικό κλίμα της προπολεμικής Ευρώπης μέσα από μια αλληλουχία σκηνών που απομακρύνονται από το ρεαλισμό και κινούνται στο μεταίχμιο ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Η εξωτερική διαδρομή του ήρωα μετατρέπεται σε ένα εσωτερικό, υπαρξιακό ταξίδι, αλλά και σε μια αιχμηρή τοιχογραφία της κοινωνικής πραγματικότητας: η ηθική αποσύνθεση, η ψυχολογία της μάζας, οι ταξικές ανισότητες, ο ατομικισμός έναντι του κοινού συμφέροντος, η παντοδυναμία του χρήματος, όλα όσα συνθέτουν το σκοτεινό τοπίο της Γερμανίας και της Ευρώπης στο κατώφλι δύο πολέμων αποτυπώνονται τόσο καίρια, αν και έμμεσα, σε αυτή την παράδοξη και ανησυχητικά οικεία ιστορία.

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος, από τους σκηνοθέτες που επιμένουν με συνέπεια στο ανέβασμα ολιγοπαιγμένων ή άγνωστων έργων, καταθέτει εδώ μια αξιομνημόνευτη παράσταση – ένα υπόδειγμα ύφους, αισθητικής αρτιότητας και δουλειάς συνόλου. Ο εξπρεσιονιστικός χαρακτήρας του κειμένου λειτουργεί ως ιδανικός καμβάς για μια μελετημένη σκηνοθετική πρόταση: ο σκηνοθέτης στήνει επί σκηνής ένα θέαμα κουρδισμένο στους ρυθμούς ενός αόρατου μηχανισμού, με κινηματογραφική αισθητική και αντίστοιχο ρυθμό. Αξιοποιώντας τους ερμηνευτικούς και αισθητικούς κώδικες του βωβού κινηματογράφου, δημιουργεί μια παράσταση στιλιζαρισμένη όσο ακριβώς χρειάζεται, χωρίς να γίνεται κουραστική ή να δείχνει "άψυχη"· ένα θέαμα που ισορροπεί ανάμεσα στο γκροτέσκο κωμικό στοιχείο, το υπαρξιακό δράμα και την κοινωνικοπολιτική αλληγορία, συγκροτώντας ένα σκηνικό σύμπαν με χαρακτηριστική ταυτότητα.

Η δουλειά όλων των καλλιτεχνικών συντελεστών συντελεί αποφασιστικά στη δημιουργία αυτού του τυποποιημένου, στιλιζαρισμένου και εκκεντρικού σύμπαντος, που υιοθετεί στοιχεία από την τέχνη των πρώτων δεκαετιών του 20ού αι. Η καλλιτεχνική επιμέλεια, τα σκηνικά, τα κοστούμια και τα βίντεο του Βασίλη Παπατσαρούχα, η μουσική του Δήμου Βρύζα, η κίνηση της Ζωής Χατζηαντωνίου, οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου λειτουργούν συμπληρωματικά, συγκροτώντας ένα συνεκτικό και απολύτως αναγνωρίσιμο αισθητικό περιβάλλον.

Παράλληλα, η ερμηνευτική ομάδα αποδεικνύεται εξαιρετική επιλογή. Οι Ευγενία Σαμαρά, Βαλεντίνος Κόκκινος, ΄Αλκης Μπακογιάννης, Κωνσταντίνος Πλεμμένος και Γιάννης Σαμψαλάκης εναλλάσσονται με απολαυστική άνεση από ρόλο σε ρόλο, διατηρώντας μέτρο και ακρίβεια: είναι έντονοι χωρίς να γίνονται κραυγαλέοι και κινούνται με ευχέρεια στις διαφορετικές διακυμάνσεις κάθε σκηνής. Ο Ορφέας Αυγουστίδης, στον κεντρικό ρόλο του ταμία, παραδίδει μια εξαιρετική ερμηνεία, αποτυπώνοντας έναν άνθρωπο που, μέσα από μια διαδοχή αποκαλυπτικών εμπειριών, έρχεται αντιμέτωπος με τον κυνισμό της κοινωνίας γύρω του.
Περισσότερες πληροφορίες
Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα
Σ' αυτήν την μαύρη κωμωδία, αριστουργήμα του εξπρεσιονιστικού θεάτρου, ένας άνδρας ξεκινά ένα ταξίδι μέσα στην πόλη, αναζητώντας νόημα και διέξοδο από την καθημερινή του αδράνεια. Η νέα διασκευή του Θωμά Μοσχόπουλου αποκαλύπτει την ψυχολογική του σύγκρουση, ενώ το έργο συνδέει έντονο μαύρο χιούμορ με υπαρξιακό βάθος. Ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με τη ματαιότητα, τις κοινωνικές συμβάσεις και τη συλλογική παράνοια, μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο πολέμους, κρίσεις και αβεβαιότητες. Μέσα από τον σαρκασμό, τη φαντασία και τις πολλαπλές γυναικείες φιγούρες που τον προκαλούν, αναδεικνύεται η αγωνία του ανθρώπου για νόημα και επιβίωση.