Γιώργος Βέργαδος©
Μπορεί άραγε πάντοτε να γεννηθεί η ομορφιά και η ελπίδα μέσα στα ερείπια; Η Κάτια Γέρου πιστεύει ακόμα στην αναντικατάσταση δύναμη της αφήγησης ως πράξη ελευθερίας και αντίστασης απέναντι σε μια σκληρή πραγματικότητα. Σε μια συνέντευξη λίγο πριν αποχαιρετήσει την παράσταση όπου ενσαρκώνει την εμβληματική "Αφηγήτρια ταινιών" του Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ, η πάντα ανήσυχη καλλιτεχνικά ηθοποιός μεγάλων υποκριτικών καταθέσεων, "παιδί" του Κάρολου Κουν και του Θεάτρου Τέχνης, μιλά για το έργο, για τη σχέση με το κοινό και γι’ αυτό που συνεχίζει να την αιφνιδιάζει στο θέατρο και πάνω στη σκηνή. Με φόντο τη Χιλή της δεκαετίας του ‘60, αφηγείται τις περιπέτειες ενός κοριτσιού, που έχει το σπάνιο χάρισμα να μεταφέρει με ιδιαίτερη ζωντάνια τις ιστορίες των ταινιών. Σε μια πόλη ορυχείων, η "αφηγήτρια" προσφέρει στους κατοίκους που δεν έχουν χρήματα ούτε για να αγοράσουν εισιτήριο για το σινεμά, ένα τόπο ονείρου και διαφυγής.
Τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε στην "Αφηγήτρια ταινιών" του Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ;
Με γοήτευσε αυτό που πάντα μας γοητεύει, δυνατή λογοτεχνία: η ταύτισή μας με τα πρόσωπα, την ιστορία και τη σκέψη του συγγραφέα, η επιβεβαίωση της ανθρώπινης ουσίας μας, της ανθρωπινότητάς μας. Ακόμα κι αν ο ήρωας ενός μυθιστορήματος ζει σε ένα ιγκλού στην Αλάσκα και εσύ στη Λαμία, εάν η πένα του συγγραφέα είναι δυνατή, αποκλείεται να μην συνδεθείς μαζί του.
Υπάρχει κάποια σκηνή ή στιγμή της παράστασης που σας συγκινεί ιδιαίτερα κάθε φορά;
'Όλες! Ας διαλέξω τις πιο φωτεινές: όταν λέω κάποιες φράσεις ή τραγουδάω στα Ισπανικά, όταν παριστάνω πρόσωπα που η ηρωίδα έχει συναντήσει, όταν "απειλώ" τους θεατές ότι "εάν δεν πείτε την "τάδε" λέξη δυνατά, θα σας κλειδώσω εδώ μέχρι το δεκαπενταύγουστο" και οι θεατές γελούν και μου κάνουν το χατίρι.

Πείτε μας μια χαρακτηριστική φράση που λέει στο έργο η ηρωίδα σας.
"Σε όλους αρέσουν οι ιστορίες. 'Όλοι θέλουν να ξεφύγουν για λίγο από αυτό το πικρό τίποτα, που είναι η έρημος".
"Η ζωντανή επαφή με τον αφηγητή - ηθοποιό, ενώ είναι από τις πιο αρχαίες μορφές τέχνης και επικοινωνίας, ταυτόχρονα είναι και η πιο μοντέρνα, η πιο αναντικατάστατη".
Τι ιδιαίτερο έφερε η σκηνοθετική ματιά της Μάγιας Πολιτάκη σε αυτή την ιστορία;
Η Μάγια Πολιτάκη έφερε στην παράσταση ένα μοναδικό συνδυασμό τεσσάρων στοιχείων: απόλυτη λιτότητα αλλά και λειτουργικότητα στην όψη, λεπτομερή βαθιά δουλειά πάνω στο κείμενο, την λατρεία της για τον αυτοσχεδιασμό στην κίνηση (με την πολύτιμη βοήθεια του Johnny O.) και μια παιδικότητα έμφυτη, που έδινε στην πρόβα μας χαρά –"παίζουμε" οι ηθοποιοί, μην το ξεχνάμε αυτό. Θα ‘θελα πολύ να ξαναδουλέψω μαζί της.
Εσείς ποια κινηματογραφική ιστορία θα επιλέγατε να διηγηθείτε στο κοινό του σήμερα ως Αφηγήτρια;
Θα επέλεγα "Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν" του Αντρέι Ταρκόφσκι*.
*Το ντεμπούτο του οραματικού Αντρέι Ταρκόφσκι –ένα λυρικό αντιπολεμικό δράμα σπάνιας πλαστικότητας και συγκίνησης– κατέκτησε το Χρυσό Λιοντάρι στο φεστιβάλ Βενετίας για ένα σκηνοθέτη που με την τόλμη του θ' αλλάξει ολόκληρο το μεταπολεμικό σινεμά.

Σε μια εποχή γεμάτη εικόνες και οθόνες, τι σημαίνει για εσάς η δύναμη της προφορικής αφήγησης;
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, οι εικόνες και οι οθόνες προσφέρουν βεβαίως γνώση, συγκίνηση και πολλά άλλα πράγματα, όμως νιώθω ότι η ζωντανή επαφή με τον αφηγητή - ραψωδό – ηθοποιό – performer, ενώ είναι από τις πιο αρχαίες μορφές τέχνης και επικοινωνίας, ταυτόχρονα είναι και η πιο μοντέρνα, η πιο αναντικατάστατη.
Πόσο πολιτική είναι τελικά αυτή η ιστορία; Μιλάμε για μια ανάγκη διαφυγής ή βαθύτερη πράξη αντίστασης;
Ψηφίζω το δεύτερο: βαθύτερη πράξη απέναντι σε μια σκληρή πραγματικότητα. Κάθε μορφή τέχνης αυτό είναι ή αυτό θα έπρεπε να είναι: εργαλείο επιβίωσης, εργαλείο ανοίγματος της αντίληψης.

Τι θα θέλατε να κρατήσει ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση;
Αυτό που κράτησα εγώ βλέποντας μια φωτογραφία από τη Γάζα: μέσα σε ερείπια πολλά ζευγάρια παντρεύτηκαν ομαδικά, οι γυναίκες φορούσαν νυφικά, οι άντρες κοστούμια. Εννοώ ότι μέσα από τα ερείπια, που πολλές φορές διασχίζουν οι ρόλοι μας, να μπορεί να αναδύεται ομορφιά και ελπίδα, να νικιέται ο ζόφος. Τα σχόλια των θεατών είναι γενναιόδωρα και συγκινητικά και αυτό το χαίρεται όλη η ομάδα μας.
"Βλέποντας μια φωτογραφία από τη Γάζα, όπου πολλά ζευγάρια παντρεύτηκαν ομαδικά μέσα στα ερείπια, ένιωσα ότι σε ένα τέτοιο τόπο μπορεί ακόμα να αναδύεται ομορφιά και ελπίδα. Αυτό επιθυμώ να κρατήσουν και οι θεατές από την 'Αφηγήτρια ταινιών'".
Μετά από τόσα χρόνια στο θέατρο, τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας αιφνιδιάζει στη συνάντηση με το κοινό;
Στη νεότητά μας, τότε που οι παραστάσεις ήταν Τρίτη με Κυριακή, και κάποιες μέρες είχαμε και διπλές παραστάσεις, οι ηθοποιοί αφουγκραζόμασταν τον εαυτό μας και μας έπιανε πανικός: λέγαμε για παράδειγμα "ωχ, έχω πυρετό", "ωχ η φωνή μου είναι θαμπή", "μου έτυχε κάτι πολύ άσχημο και δεν ξέρω πως θα βγάλω την παράσταση". Με τα χρόνια αυτό αλλάζει. Η αντοχή και η χαρά της συνάντησης με το κοινό είναι ευθέως ανάλογες με την ηλικία. Μεγαλώνοντας "αναγεννάσαι από την τέφρα σου" σε κλάσματα δευτερολέπτου. Είσαι πασίχαρος που συναντάς καινούριος ανθρώπους για να τους διηγηθείς την ιστορία του ρόλου σου και του έργου. Με ένα "φου" απομακρύνεις τις δυσκολίες της μέρας και κάνεις απλώς τη δουλειά σου. Είναι αυτό που έλεγε ο Γιώργος Λαζάνης "όταν ανεβαίνουμε στη σκηνή πρέπει να αλλάζουν οι παλμοί της καρδιάς μας" ή αυτό που έλεγε η Μάγια Λυμπεροπούλου αποκαλώντας την παιδεία στο θέατρο "τσαγκαρική". Αυτό, που ειδικά τα τελευταία δύσκολα για μένα χρόνια συμβαίνει, με αιφνιδιάζει και είμαι ευγνώμων.

Πότε θυμάστε για πρώτη φορά τον εαυτό σας να συγκινείται πραγματικά από μια ταινία ή και μια παράσταση;
Από την ταινία "Ο Τιτανικός" στην πρώτη ασπρόμαυρη εκδοχή του, όπου, ως παιδάκι στο Αγρίνιο, έκλαψα γοερά για όλα τα θύματα το ναυαγίου. Και αργότερα θα ονομάσω δύο ταινίες που με συγκίνησαν, το "La Strada" του Φελίνι (στο παρελθόν έχει παίξει στη θεατρική εκδοχή της ταινίας στο θέατρο Βικτώρια) και "Ο Καθρέφτης" του Ταρκόφσκι. Την τελευταία την είδα τρεις φορές για να την καταλάβω κάπως, αλλά μαγεύτηκα από την πρώτη φορά. Η παράσταση που με συντάραξε, ήταν οι "Πέρσες" του Κάρολου Κουν.
Η μετάφραση είναι της Λένας Φραγκοπούλου, τα σκηνικά των Νίκου Πολίτη και της Κατερίνας Σωτηρίου, που υπογράφει επίσης και τα κοστούμια. Η μουσική είναι του Γιάννη Μακρίδη και οι φωτισμοί του Αλέξανδρου Σωτηρίου.
Περισσότερες πληροφορίες
Η αφηγήτρια ταινιών
Στη Χιλή της δεκαετίας του ‘60, ένα κορίτσι έχει το σπάνιο χάρισμα να αφηγείται τις ταινίες στους κατοίκους μιας πόλης ορυχείων, οι οποίοι δεν έχουν χρήματα να αγοράσουν εισιτήριο για το σινεμά. Η «αφηγήτρια» προσφέρει διαφυγή στο όνειρο, τη στιγμή που η χώρα μεταμορφώνεται ριζικά, στη γλυκόπικρη ιστορία - ύμνος στη δύναμη της αφήγησης, όπου παρελαύνουν η Μέριλιν Μονρόε, ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, ο Τσάρλι Τσάπλιν, με φόντο την έρημο.



