Το είπε και το έκανε. Ο Γιώργος Βάλαρης, μετά από μια πολυετή και επιτυχημένη διαδρομή σε μεγάλες θεατρικές σκηνές της Αθήνας, αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα και να δημιουργήσει τον δικό του, προσωπικό χώρο. Μια μόνιμη καλλιτεχνική στέγη που στεγάζει πλέον το όραμά του.
Στα σύνορα Κολωνακίου, Εξαρχείων και Κέντρου, επί της Ζωοδόχου Πηγής, εκεί που χτυπά η καρδιά της αθηναϊκής θεατρικής πιατσάς, ένας ιστορικός χώρος διασκέδασης μεταμορφώνεται. Η διαδρομή του από το θρυλικό "Lido" και το μετέπειτα "Καζαμπλάνκα" παίρνει μια εντελώς νέα κατεύθυνση. Σε μια εποχή όπου ιστορικά σημεία της πόλης συχνά μετατρέπονται αλόγιστα σε σούπερ μάρκετ ή γκαράζ, είναι βαθιά παρηγορητικό να βλέπεις έναν χώρο να παραδίδεται με τόση αγάπη και φροντίδα στον πολιτισμό, το θέατρο, τη μουσική και τον χορό.

Η πρώτη αίσθηση μόλις διαβείς την είσοδο είναι η ατμόσφαιρα. Όλα δείχνουν εξαιρετικά προσεγμένα· κάθε λεπτομέρεια έχει μελετηθεί διεξοδικά.
"Τα τελευταία χρόνια ζυμωνόταν μέσα μου μια καλλιτεχνική μεταστροφή προς ένα διαφορετικό, πιο κλασικό ρεπερτόριο —χωρίς φυσικά να απαρνιέμαι τα μουσικοθεατρικά έργα και τις μεγάλες παραγωγές", εξομολογείται ο Γιώργος Βάλαρης. "Αυτός ο χώρος των 300 θέσεων, όπως διαμορφώθηκε, μου δίνει τη δυνατότητα να ενσαρκώσω το όνειρο μιας μόνιμης στέγης. Ένα θέατρο που θα ανταποκρίνεται στο κλασικό και το σύγχρονο ρεπερτόριο, στις υβριδικές μορφές, στο πειραματικό θέατρο, αλλά και στις μετακλήσεις δημιουργών από το εξωτερικό. Θέλω να γίνει ένας σύγχρονος οργανισμός που θα κοιτάζει με αγάπη το παρελθόν, αλλά θα οραματίζεται το μέλλον".

"Αρχικά με κέρδισε το σημείο", συμπληρώνει. "Ήταν επιχειρηματικά και καλλιτεχνικά μια καταπληκτική περιοχή για να στηθεί το νέο μου όραμα".
Κατεβαίνοντας τις σκάλες προς την αίθουσα, η οπτική ταυτότητα του χώρου σε προδιαθέτει αμέσως. Στους τοίχους, προβολές με ambient στοιχεία συνδέουν τον εσωτερικό κόσμο της σκηνής με τον εξωτερικό παλμό της πόλης, ενώ η μουσική που θα ακούγεται έχει την υπογραφή του Ιωσήφ Βάγγερ.


"Τα ταξίδια και οι παραστάσεις που βλέπω στο εξωτερικό είναι η μεγάλη μου σπουδή και το σχολείο μου", εξηγεί ο σκηνοθέτης. "Από όσα έχω δει, κυρίως στο πειραματικό θέατρο, ήθελα να δημιουργήσω έναν χώρο σύγχρονο, με έντονη οπτική ταυτότητα και αισθητική, παρά ένα κλασικό αστικό θέατρο με τη μορφή που έχουμε συνηθίσει. Έτσι, δημιουργήσαμε έναν χώρο στον οποίο το οπτικοακουστικό στοιχείο συνδέεται οργανικά με την αρχιτεκτονική".
Η αρχιτεκτονική μελέτη (από το γραφείο των Ντίνου Λέλου και Αναστασίας Κότσιου) παντρεύει αριστοτεχνικά την industrial minimal αισθητική με την ιστορικότητα του κτιρίου. Η κυριαρχία του μαύρου και ο μελετημένος, ατμοσφαιρικός φωτισμός συνδυάζονται απρόσμενα με στοιχεία ζεστασιάς.

Η παλιά σιδερένια κουπαστή και τα εμφανή, άβαφα σημεία στους καθαιρεμένους τοίχους υπενθυμίζουν διακριτικά το παρελθόν του χώρου.

"Χαίρομαι ιδιαίτερα όταν ένας ιστορικός ψυχαγωγικός χώρος μετατρέπεται σε θεατρικό", σημειώνει ο Γιώργος Βάλαρης. "Κρατήσαμε την παλιά σιδερένια κουπαστή, που δίνει μια industrial αισθητική, καθώς και ορισμένα εμφανή σημεία στους τοίχους που συνδέουν το παρελθόν με το παρόν".

Τα ζεστά χαλιά στο πρώτο φουαγιέ θα προσφέρουν μια αίσθηση οικογενειακής θαλπωρής, συμπληρώνοντας την υποδοχή. "Τα χαλιά με συνδέουν με αυτή την οικογενειακή θαλπωρή, τη ζεστασιά. Μπαίνεις και νιώθεις μια οικειότητα —είναι μια αντίθεση με το industrial, το minimal και την επιβολή του μαύρου", αναφέρει ο δημιουργός.

Λίγο πιο κάτω, η μεγάλη τραπεζαρία και το παλιό πιάνο που υπήρχε το χώρο στο κεντρικό φουαγιέ μετατρέπουν τον χώρο αναμονής σε έναν φιλόξενο τόπο ουσιαστικής συνάντησης.
Η αμφιθεατρική διάταξη της αίθουσας και οι δύο εξώστες "αγκαλιάζουν" τη σκηνή, προσφέροντας αδιάκοπη, εξαιρετική οπτική επαφή από κάθε σημείο. Η σκηνή είναι ευέλικτη και μεταβαλλόμενη σε δύο επίπεδα.


"Ο χώρος είναι πολύπλευρος", επισημαίνει ο Γιώργος Βάλαρης. "Γι' αυτόν τον λόγο δεν τοποθετήσαμε σταθερές καρέκλες, ώστε η σκηνή και ο χώρος να μετασχηματίζονται. Η σκηνή έχει τη δυνατότητα αυξομείωσης ύψους σε δύο επίπεδα, ενώ στον τομέα του ήχου και του φωτισμού έχουμε επενδύσει σημαντικά με εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας, ώστε να φιλοξενούμε από θέατρο μέχρι ιδιαίτερα μουσικά σύνολα".


Ακόμα και το όνομα του χώρου φέρει τη δική του συμβολική βαρύτητα
"Η λέξη "Έργον" έχει αρχαιοελληνική προέλευση και συνδέεται άμεσα με την "πράξη"", εξηγεί. "Το θέατρο είναι πράξη, είναι δημιουργία. Παράλληλα, είναι μια λέξη ευανάγνωστη διεθνώς. Εκφράζει απόλυτα τη διάθεσή μας να παράγουμε έργο".
Ο χώρος αποπνέει μια σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια, απόλυτα συντονισμένη με την πρώτη μεγάλη παραγωγή του θεάτρου, τη "Φόνισσα" του Παπαδιαμάντη με τη Λυδία Κονιόρδου, αλλά και τη γενικότερη θεματική της σεζόν: "Η γυναίκα στο χθες και στο σήμερα".

Παράλληλα, το "Έργον" φιλοδοξεί να γίνει ένας ζωντανός πυρήνας διαλόγου μέσω της σειράς παράλληλων εκδηλώσεων (με πρώτο καλεσμένο τον Σωτήρη Τσαφούλια), αλλά και τακτικών μηνιαίων Q&A με το κοινό μετά τις παραστάσεις.
Το Θέατρο Εργον είναι μια νέα θεατρική σκηνή του αγαπημένου μας κέντρου, είναι ένα χειροπιαστό παράδειγμα του πώς το προσωπικό μεράκι και το όραμα ενός δημιουργού μπορούν να αναγεννήσουν έναν χώρο, προσφέροντας στην Αθήνα ένα καταφύγιο υψηλής αισθητικής και ουσιαστικής καλλιτεχνικής πράξης.

Οι παραστάσεις που θα δούμε στο Εργον
Η εμβληματική "Φόνισσα", η παράσταση-φαινόμενο που πρωτοανέβηκε το 1998 στο Θέατρο Πολιτεία καθηλώνοντας κοινό και κριτικούς σε Ελλάδα και εξωτερικό, επιστρέφει από την 1η Οκτωβρίου. Σημείο συνάντησης είναι το νέο Θέατρο Εργον στην καρδιά της Αθήνας, σε μια μυσταγωγική επιστροφή στο παπαδιαμαντικό σύμπαν.
Η Λυδία Κονιόρδου συναντά ξανά τον ρόλο-ορόσημο της καριέρας της, για τον οποίο είχε δηλώσει πως "επί τρία χρόνια δεν έζησα για να τον παίξω". Ως μια "Μήδεια της διπλανής πόρτας", η Φραγκογιαννού της βαδίζει ξανά προς την κάθαρση, υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Σωτήρη Χατζάκη, ο οποίος εμφανίζεται παράλληλα επί σκηνής ως αφηγητής.

Φωτίζοντας το ασφυκτικό περιβάλλον που διαμόρφωσε την ηρωίδα, η παράσταση αναδεικνύει τις διαχρονικές παθογένειες της κοινωνίας, αποδεικνύοντας πως το αληθινό θέατρο "λύει, δεν λύεται".
Στην παράσταση συμμετέχουν οι Ανδριανή Τουντοπούλου, Μίνα Λουίζου, Αμαλία Τσεκούρα και Φανή Λύκου. Τη ζωντανή μουσική υπογράφει και διδάσκει ο Τάκης Φαραζής (με τους Χρήστο Σύγγελο, Σίμο Παπασπύρου και Φάνη Μανούση), τα σκηνικά και κοστούμια η Έρση Δρίνη (αναβίωση: Χάρης Σουλιώτης) και τους φωτισμούς ο Αντώνης Παναγιωτόπουλος.

Ο Σωτήρης Τσαφούλιας σκηνοθετεί την Ευαγγελία Μουμούρη στο βραβευμένο έργο της Κατερίνας Γιαννάκου "Μια κανονική μέρα", που κάνει πρεμιέρα στις 11 Οκτωβρίου στο Θέατρο Εργον. Είναι ένας σύγχρονος, συγκινητικός γυναικείος μονόλογος που φωτίζει τη θέση της γυναίκας στη σημερινή κοινωνία. Η ηρωίδα, αντιμέτωπη με ένα καθοριστικό γεγονός, προσπαθεί να συνεχίσει την καθημερινότητά της, παλεύοντας με αναμνήσεις, ενοχές και το αμείλικτο ερώτημα: πώς ξαναχτίζεις τη ζωή σου όταν τίποτα δεν είναι όπως πριν;
Μέσα από μια βαθιά ανθρώπινη και αισιόδοξη σκηνική ανάγνωση, η παράσταση μιλά για την απώλεια, την αντοχή και τη δύναμη να προχωράς όταν όλα σε καλούν να παραιτηθείς. Τα σκηνικά υπογράφει ο Γιώργος Γαβαλάς, τους φωτισμούς ο Σάκης Μπιρμπίλης, τη μουσική ο Ted Regklis και τα κοστούμια ο Άγης Παναγιώτου.
Περισσότερες πληροφορίες
Φόνισσα
Είκοσι οκτώ χρόνια μετά την πρώτη της παρουσίαση που καθήλωσε κοινό και κριτικούς σε Ελλάδα και εξωτερικό, η εμβληματική «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη επιστρέφει στη θεατρική Αθήνα. Ο Σωτήρης Χατζάκης υπογράφει τη διασκευή, τη σκηνοθεσία αλλά και την αφήγηση, στήνοντας ένα σκοτεινό, ατμοσφαιρικό σύμπαν με οκταμελή θίασο και ζωντανή μουσική που πλαισιώνεται από βυζαντινούς ψαλμούς. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο, η Λυδία Κονιόρδου ενσαρκώνει εκ νέου τη Φραγκογιαννού, σε μια από τις πιο απαιτητικές και οριακές ερμηνείες της πορείας της. Η παράσταση προσεγγίζει τη «Φόνισσα» ως μια τραγική φιγούρα που συνθλίβεται από την κοινωνική πίεση, την πατριαρχία και τη φτώχεια. Ένα διαχρονικό θεατρικό μυστήριο για τα αδιέξοδα της ανθρώπινης ψυχής, που παραμένει επίκαιρο.
