Πάτροκλος Σκαφίδας©
Μία από τις σημαντικότερες μορφές του αμερικανικού θεάτρου και κινηματογράφου των αρχών του 20ού αιώνα εμπνέει το έργο του Αμερικανού Γουίλιαμ Λους, που θα δούμε σε πανελλήνια πρεμιέρα, χάρη στην παράσταση που σκηνοθετεί ο Φοίβος Σαμαρτζής (΄Άνεσις, από 30/4).
Πρόκειται για ένα δυνατό δράμα εμπνευσμένο από τη ζωή του Τζον Μπάριμορ, που έχει αφήσει έντονο αποτύπωμα διεθνώς και έκανε αίσθηση από τα πρώτα του ανεβάσματα, χάρη και στην ερμηνεία του Κρίστοφερ Πλάμερ, ο οποίος τιμήθηκε για το ρόλο του Μπάριμορ με το βραβείο Τόνυ (1997). ο ίδιος, μάλιστα, πρωταγωνίστησε και στην ομώνυμη κινηματογραφική μεταφορά του έργου, που σκηνοθέτησε ο Ερίκ Κανουέλ (2011). Όπως έχει επισημάνει η κριτική, το έργο του Λους δεν συνιστά απλώς μια βιογραφική αναδρομή, αλλά επιχειρεί μια στοχαστική κατάδυση στη φύση της υποκριτικής, της φήμης και της φθοράς.

Ο Τζον Μπάριμορ (1882-1942) ανήκε σε μια ολόκληρη θεατρική δυναστεία, καθώς οι γονείς του αλλά και τα δύο αδέλφια του (Λάιονελ και Έθελ), ήταν επίσης ηθοποιοί, παράδοση που συνεχίστηκε στις επόμενες γενιές και φτάνει μέχρι τη σύγχρονη παρουσία της Ντρου Μπάριμορ. Ο ίδιος δεν αποσπάστηκε από αυτή την πορεία. παρότι αρχικά σπούδασε εικαστικές τέχνες, τελικά στράφηκε στην υποκριτική. Αν και ξεκίνησε με κωμικούς ρόλους καθιερώθηκε τελικά μέσα από τις δραματικές ερμηνείες και κυρίως στο σαιξπηρικές ρεπερτόριο - με κορυφαία στιγμή τον "Ριχάρδο" Γ΄", που σημάδεψε την καριέρα του.
Από αυτό το ρόλο εκκινεί το έργο του Λους, το οποίο εκτυλίσσεται σε ένα άδειο θέατρο της Νέας Υόρκης. εκεί ο Μπάριμορ προβάρει τις ατάκες του, επιχειρώντας να επιστρέψει σε ένα έργο και ένα ρόλο που τον σημάδεψε. Η συνθήκη αυτή -που αποτελεί ένα από τα πιο γοητευτικά θεατρικά ευρήματα, όπου το θέατρο "κρυφοκοιτά" τον εαυτό του- γίνεται η αφορμή για μια βαθιά προσωπική αναμέτρηση.

Ο ήρωας ανακαλεί στιγμές δόξας και επιτυχίας, αλλά και αποτυχίας, καθώς έρχεται αντιμέτωπος με τη σωματική του κατάρρευση και την εξάρτησή του από το αλκοόλ, παράγοντες που συνέβαλαν στην πρόωρη πτώση του. ΄Έτσι, το έργο φωτίζει την αντίφαση ανάμεσα στην εικόνα του θρύλου και την πραγματικότητα ενός ανθρώπου που φθίνει, και δεν λειτουργεί μόνο ως πορτρέτο του Μπάριμορ, αλλά και ως σχόλιο πάνω στην ίδια την τέχνη της υποκριτικής και το τίμημα της μεγάλης φήμης.
Παρά την παρουσία δύο προσώπων, το έργο συνιστά στην πραγματικότητα έναν μονόλογο και η δύναμή του βρίσκεται στο ότι βασίζεται στην ερμηνεία ενός ηθοποιού, ο οποίος καλείται να αποδώσει μια ολόκληρη ζωή. Στην ελληνική εκδοχή, το ρόλο θα ερμηνεύσει ο Δημήτρης Καταλειφός, προσθέτοντας έναν ακόμη αξιοσημείωτο σταθμό στη μακρά και σημαντική πορεία του. Ηθοποιός που διακρίνεται για την εσωτερική ένταση, το στοχαστικό παίξιμο και το βάθος των ερμηνειών του, θα αναμετρηθεί με ένα κείμενο που φέρνει αντιμέτωπα το "σκηνικό" και το "πραγματικό" προσωπείο ενός ηθοποιού - αν και συχνά τα όρια μεταξύ τους είναι δυσδιάκριτα.

Το δεύτερο πρόσωπο του έργου, που λειτουργεί ως συνομιλητής και καθρέφτης του πρωταγωνιστή, είναι ο υποβολέας Φρανκ, τον οποίον θα ερμηνεύσει ο ταλαντούχος νέος ηθοποιός Δημήτρης Τσιγκριμάνης, στη δεύτερη συνεργασία του με τον Δημήτρη Καταλειφό. Μέσα από τη σχέση και την αλληλεπίδραση αλληλεπίδραση των δύο ανδρών, αναδεικνύεται η μοναξιά του ηθοποιού αλλά και η ανάγκη του για επιβεβαίωση, ακόμη και στο τέλος της διαδρομής του.
Το έργο ανεβαίνει σε μετάφραση και σκηνοθεσία του Φοίβου Σαμαρτζή, η μουσική είναι του Νείλου Καραγιάννη, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Ντέιβιντ Νέγκριν, η κίνηση και η χορογραφία της Μαρίζας Τσίγκα και οι φωτισμοί του Αργύρη Θέου.
