Η bijoux de kant εγκαινίασαν την νέα θεατρική τους στέγη, HOOD στο Θησείο, με ένα από τα πλέον πολυδιαβασμένα και αγαπημένα μυθιστορήματα της νεοελληνικής πεζογραφίας, την "Μητέρα του σκύλου". Η έντονα θεατρική γραφή του Παύλου Μάτεσι βρήκε πρόσφορο έδαφος στη σκηνοθεσία του Γιάννη Σκουρλέτη, ο οποίος επέτρεψε στο λόγο να ακουστεί και να ανθίσει σε έναν ενδιαφέροντα μονόλογο.
Η Ραραού αφηγείται τη ζωή της στην Ελλάδα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και μεταπολεμικά. Η αφήγησή της ξεκινάει από τότε που ζούσε στην επαρχία με τους γονείς και τους δύο αδελφούς της. Όλα αλλάζουν όταν ο πατέρας χάνεται στο Αλβανικό μέτωπο. Τα παιδιά πεινούν και η μητέρα αποφασίζει να συνάψει σχέση με Ιταλό. Ο ένας γιος, ο Σωτήρης, δε μπορεί να το δεχτεί και εξαφανίζεται, χωρίς να τον ξαναδούν ποτέ. Στο τέλος, απομένει μόνη η Ραραού δίπλα στη μάνα τους. Οι δυο γυναίκες, μόνες, με το κοινωνικό στίγμα να τις ακολουθεί, προσπαθούν να επιβιώσουν, αρχικά στην επαρχία και στη συνέχεια στην Αθήνα. Η διήγηση της Ραραού αποτυπώνει τις δυσκολίες και τις κακουχίες των ανθρώπων, και ειδικά δύο γυναικών, στην Ελλάδα του ’40, αλλά και μεταπολεμικά.
Ο Γιάννης Σκουρλέτης, με σκηνική απλότητα και ρεαλισμό, επικεντρώθηκε στην αφήγηση της ηρωίδας υπογραμμίζοντας τις συνέπειες και το βάρος ιστορικών αποφάσεων στη ζωή των λαών, ενώ φώτισε επίσης τις σιωπηρές θυσίες των ανθρώπων για ένα συλλογικό σκοπό. Με εμφανή διάθεση παραλληλισμού με το ‘τώρα’, η σκηνοθεσία εγείρει το ερώτημα αναφορικά με τις θυσίες που πρέπει να κάνουν οι άνθρωποι υπό το βάρος ‘ιστορικών αποφάσεων’, για τις οποίες όμως δεν ζητήθηκε ποτέ η γνώμη τους. Η μοναξιά της ηρωίδας μέσα στο χώρο, με μοναδική της συντροφιά ένα ξεχαρβαλωμένο μπαούλο με λιγοστές φωτογραφίες και γράμματα για αναμνήσεις και μια ελληνική σημαία, ανέδειξε τη ματαιότητα αποφάσεων οι οποίες, συχνά, λησμονούν τη φθαρτότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, υποχρεώνοντας τους ανθρώπους στη δυστυχία, τον πόνο και την απώλεια.

Η Ραραού της Σωτηρίας Χρυσικοπούλου ήταν εξαιρετική, με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αθωότητα. Με μοναδική απλότητα υπογράμμισε τη ματαιότητα της ανθρώπινης μισαλλοδοξίας. Κρατώντας στο τέλος μια χούφτα χώμα, η οποία γλιστρούσε αργά-αργά από το χέρι της, έμοιαζε να υπενθυμίζει τη διαδρομή της ανθρώπινης ύπαρξης. Η παρουσία της, η οποία παρέπεμπε σε καρικατούρα, ενίσχυε την αθωότητα της διήγησής της, καθώς ενδύθηκε τα ρούχα μιας κοινωνίας, της οποίας δεν έγινε ποτέ, ουσιαστικά, μέρος. Δίπλα της στάθηκε η Χαρούλα Τσαλπαρά, η οποία τη συνόδευσε σιωπηρά, επιστρατεύοντας μόνον τη μουσική της. Οι νότες που βγήκαν από το ακορντεόν θύμισαν παλιές εποχές, πλημμυρίζοντας νοσταλγία τους θεατές και θυμίζοντας ότι η μουσική πάντα συνοδεύει τον άνθρωπο, στη χαρά, στον πόνο, στη θλίψη, στο πένθος, δηλαδή στην ίδια τη ζωή.
Περισσότερες πληροφορίες
Χώμα
Η παράσταση, βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Παύλου Μάτεσι, εγκαινιάζει τον νέο θεατρικό χώρο της ομάδας bijoux de kant στο Θησείο για οκτώ συλλεκτικές παραστάσεις, μετά την πρώτη της παρουσίαση τον Αύγουστο του 2026 στη γενέτειρα του συγγραφέα, τη Λαμπεία Ηλείας. Κεντρικό πρόσωπο είναι η Ραραού, μια ασήμαντη, άοπλη και πτωχή τω πνεύματι γυναίκα, η οποία περιφέρεται ως τραγικός γελωτοποιός. Με αυτοθυσία, η Ραραού υπερασπίζεται την ταπεινωμένη μητέρα της, που στην Κατοχή σύναψε ερωτικό δεσμό με τον Ιταλό κατακτητή. Μέσα από τον αφοπλιστικό λόγο της, το έργο αγγίζει το μεγάλο ιστορικό τραύμα και σπάει ένα από τα ισχυρότερα συλλογικά ταμπού της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

