Μαίρη Λεονάρδου©
Ο Γιάννης Σκουρλέτης, πιστός μελετητής και λάτρης της ελληνικής λογοτεχνίας –ιδίως της παραγνωρισμένης– στρέφεται αυτή τη φορά στο έργο του Επαμεινώνδα Χ. Γονατά και στο διήγημα "Ο φιλόξενος καρδινάλιος", διασκευάζοντάς το σε θεατρικό έργο για δύο πρόσωπα. Ο Γονατάς, συγγραφέας της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και επηρεασμένος από τον υπερρεαλισμό του Εμπειρίκου και του Εγγονόπουλου, υφαίνει έναν κόσμο όπου τα όρια μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας παραμένουν ρευστά.
Στο έργο συναντιούνται, μέσα σε ένα πανδοχείο, ο Αγάθης και ο πανδοχέας Θεοφάνης. Ο Αγάθης, τακτικός επισκέπτης, αυτή τη νύχτα δεν μπορεί να βρει ησυχία: τα συνεχή και ενοχλητικά τιτιβίσματα ενός αόρατου πουλιού διαταράσσουν τον ύπνο του, ενώ προς μεγάλη του δυσαρέσκεια αυτή τη φορά δεν του έχει δοθεί το "καλό" δωμάτιο· αυτό έχει κρατηθεί για έναν άλλον πελάτη, ο οποίος –όπως θ’ αποκαλυφθεί– συνδέεται με τον Αγάθη από το μακρινό, παιδικό του παρελθόν.

Ωστόσο, δεν είναι η πλοκή που καθορίζει τη δυναμική του έργου, αλλά η γλαφυρή γλώσσα, η ατμόσφαιρα και η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο ονειρικό και το πραγματικό, το φυσικό και το μεταφυσικό, το ρεαλιστικό και το υπερρεαλιστικό. Σε αυτό το πεδίο, ο Σκουρλέτης κινείται με αξιοσημείωτη συνέπεια, αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά την ικανότητά του να μεταφέρει στη σκηνή λογοτεχνικούς κόσμους με αξιοθαύμαστη αισθητική και πολλή ευαισθησία. Σύμμαχοί του, η σκηνογραφία και τα κοστούμια του Νίκου Παπαδόπουλου, που ισορροπούν άψογα ανάμεσα στη μοναστηριακή λιτότητα και το στοιχείο του παράδοξου.
΄Ετσι, η σκηνογραφία λειτουργεί ως ενεργός φορέας νοήματος, προτείνοντας έναν σκηνικό κώδικα, για να αναπτυχθεί η σκηνοθεσία του Σκουρλέτη, ο οποίος επιμένει και πάλι στη λεπτομέρεια: στην ανάδειξη του γλωσσικού πλούτου του συγγραφέα, καθώς και στην ανάδειξη της ιδιαιτερότητας του ύφους του, το οποίο συνδυάζει το λεπτό χιούμορ, την παιδικότητα και τα υπερρεαλιστικά στοιχεία. Μάλιστα, αυτή η συνύπαρξη παιδικής "αφέλειας" και υπερρεαλισμού δημιουργεί μια ιδιότυπη σκηνική ποιητικότητα: σαν να παρακολουθούμε ένα κωμικό δίδυμο του βωβού κινηματογράφου εγκλωβισμένο σε έναν κόσμο σκοτεινής φαντασίας, συγγενή με εκείνον του Πόε.

Οι ερμηνείες, από την πλευρά τους, ενισχύουν τη συνολική σύλληψη. Ο Θανάσης Δήμου, στον ρόλο του Αγάθη, υιοθετεί έναν σπουδαιοφανή τόνο που αντιπαρατίθεται απολαυστικά με την ασήμαντη ή και τραγελαφική φύση των αφηγήσεών του, ενώ ο Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης συγκροτεί μια άυλη, σχεδόν ονειρική φιγούρα πανδοχέα, ενισχύοντας την αίσθηση αβεβαιότητας που διατρέχει το έργο.
Παρ’ όλα αυτά, κάτι αποδυναμώνει την εμπειρία θέασης: καθώς η παράσταση επιμένει σε έναν ενιαίο, χαμηλόφωνο τόνο, στερεί από τους θεατές τις αναγκαίες ρυθμικές και συναισθηματικές διακυμάνσεις και κορυφώσεις· παράλληλα, η γλώσσα του Γονατά, αν και γοητευτική, διατηρεί μια απόσταση που δεν γεφυρώνεται πλήρως σκηνικά, μια που το θέατρο δεν προσφέρει τον χρόνο αναστοχασμού που διαθέτει η ανάγνωση.
Περισσότερες πληροφορίες
Πανδοχείον η Φιλόξενη Ερημία
Η παράσταση της ομάδας bijoux de kant βασίζεται στο έργο του ανατρεπτικού συγγραφέα της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς E. Χ. Γονατά, για μια παράξενη νύχτα ενός επισκέπτη σ’ ένα απομονωμένο πανδοχείο, ο οποίος ταράζεται από τους παράξενους ήχους που ακούει από το διπλανό δωμάτιο μέσα στη νύχτα. Φτερουγίσματα και κελαηδίσματα δημιουργούν ένα μυστήριο που αρχίζει να τον στοιχειώνει. Οι εκκωφαντικοί ήχοι των πουλιών πυροδοτούν τις αναμνήσεις και σταδιακά αναδύονται μουσικά μοτίβα που οδηγούν σε ένα συναισθηματικό κρεσέντο. Προσπαθώντας να εξηγήσει την προέλευσή τους, εμπλέκεται σε μια σειρά παρανοήσεων και κωμικών συμβάντων μέχρι που ανακαλύπτει κάτι τελείως απροσδόκητο: στο διπλανό δωμάτιο διαμένει ένα σημαντικό πρόσωπο από το παρελθόν του.