Karol Jarek©
Για τους θεατρόφιλους πάντα υπάρχουν παραστάσεις που μένουν μέσα μας σαν εικόνες, σαν φωνές, σαν μια αίσθηση που επιστρέφει στη μνήμη με κάθε ευκαιρία. Η "Φόνισσα" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, στη θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη, είναι για μένα ακριβώς μια τέτοια περίπτωση. Την είχα δει στο θέατρο Πολιτεία του Ψυρρή, σε μια εποχή που το θέατρο εκείνο ήταν από τα σημεία αναφοράς της αθηναϊκής θεατρικής ζωής, ένα πραγματικό hot spot για όσους αγαπούσαν τη σκηνή και αναζητούσαν παραστάσεις με μια ερευνητική προσέγγιση. Και από τότε, περίμενα να την ξαναδώ.
Θυμάμαι εκείνη τη σκοτεινή, σχεδόν τελετουργική ατμόσφαιρα που σε έβαζε σε έναν κόσμο αρχέγονο, πολύ γνώριμο, ελληνικό και ταυτόχρονα οικουμενικό. Έναν κόσμο όπου η φτώχεια, η καταπίεση, η θρησκευτική πίστη, η ενοχή, η γυναίκα, η μητρότητα και η βία δεν παρουσιάζονταν ως καθημερινές πραγματικότητες.

Τώρα, είκοσι οκτώ χρόνια μετά την πρώτη της παρουσίαση το 1998, η εμβληματική παράσταση επιστρέφει στην Αθήνα. Και έχει κάτι ιδιαίτερα συμβολικό το γεγονός ότι η νέα της ζωή ξεκινά σε έναν ολοκαίνουργιο χώρο, το Θέατρο Έργον, στη Ζωοδόχου Πηγής, στην καρδιά της πόλης. Με αφορμή την πρεμιέρα της παράστασης, από τη 1η Οκτωβρίου επισκέφτηκα το νέο θέατρο και έφυγα με τη σκέψη πως αυτή η "Φόνισσα", σήμερα, βρίσκει ένα σκηνικό σπίτι, που μοιάζει να έχει φτιάχτηκε για να υποδεχθεί ακριβώς μια τέτοια παράσταση.
Από τη Φραγκογιαννού στη Φόνισσα
Τι αισθάνεται κανείς απέναντι στη Φραγκογιαννού; Αυτό είναι ίσως το πρώτο ερώτημα που σου γεννά η "Φόνισσα" του Παπαδιαμάντη και, παράξενα, δεν έχει εύκολη απάντηση. Τη φοβάσαι για όσα κάνει,τη λυπάσαι για όσα έχει ζήσει, θυμώνεις μαζί της και την ίδια στιγμή πιάνεις τον εαυτό σου να προσπαθεί να καταλάβει πώς έφτασε ως εκεί. Είναι φόνισσα, δεν υπάρχει τρόπος να το παρακάμψεις. Κι όμως, ο Παπαδιαμάντης δεν την αφήνει ποτέ να γίνει απλώς ένα τέρας. Την κρατά μέσα στην ανθρώπινη περιοχή, εκεί όπου το θύμα και ο θύτης, η ενοχή και η απελπισία, η αγάπη και η βία μπορούν να συνυπάρξουν με έναν τρόπο σχεδόν αβάσταχτο. Κι αυτό είναι που κάνει τη Φραγκογιαννού τόσο συγκλονιστική.

Μας αναγκάζει να την κοιτάξουμε. Να ακολουθήσουμε τη διαδρομή μιας γυναίκας που έχει συνθλιβεί από τη ζωή που της επιφυλάχθηκε, από τη φτώχεια, την κοινωνική καταπίεση, την υποταγή, την αδιάκοπη επιβάρυνση της γυναικείας μοίρας. Και μέσα στη διαστρεβλωμένη λογική που έχει γεννήσει όλη αυτή η ασφυξία, η ίδια καταλήγει να πιστεύει πως αφαιρώντας ζωές προστατεύει ζωές.
Ίσως γι’ αυτό η Φραγκογιαννού δεν σε αφήνει ήσυχο όταν τελειώνει η ιστορία της. Γιατί το ερώτημα δεν είναι μόνο "πώς μπόρεσε να το κάνει;". Είναι και το πιο άβολο: "τι κόσμο χρειάζεται να έχεις ζήσει για να πιστέψεις ότι αυτό που κάνεις είναι μια πράξη σωτηρίας;". Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη δύναμη του Παπαδιαμάντη. Δεν δικάζει τη ηρωίδα του· την αποκαλύπτει. Και μέσα από εκείνη αποκαλύπτει μια ολόκληρη κοινωνία.

Η ματιά του Σωτήρη Χατζάκη
Η παράσταση του Σωτήρη Χατζάκη έχει εξαρχής επιλέξει να μην αντιμετωπίσει τη "Φόνισσα" ως ένα απλό λογοτεχνικό κείμενο που πρέπει να "εικονογραφηθεί" στη σκηνή. Η διασκευή του στηρίζεται στο λαϊκό δρώμενο, στην τελετουργία και στη βαθύτερη σχέση τους με το αρχαίο δράμα. Ο ίδιος έχει μιλήσει στο παρελθόν για τέσσερις βασικούς άξονες που οργανώνουν τη σκηνική σύνθεση: τη Φόνισσα, τον γυναικείο χορό, τον αφηγητή και τα δρώμενα που δημιουργούν έναν ιδιαίτερο, αναγνωρίσιμο σκηνικό κώδικα. Και αυτό είναι κάτι που θυμάμαι έντονα από την πρώτη φορά που είδα την παράσταση: την αίσθηση ότι δεν προσπαθούσε να γίνει "ρεαλιστική".
Προτιμούσε να γίνει αληθινή. Ίσως εκεί να βρίσκεται και η μεγαλύτερη δυσκολία όταν επιχειρείς να μεταφέρεις τον Παπαδιαμάντη στη σκηνή. Αν τον φορτώσεις με ηθογραφικά στοιχεία, κινδυνεύεις να τον μετατρέψεις σε μουσειακό έκθεμα. Αν, από την άλλη, επιχειρήσεις να τον "εκσυγχρονίσεις" υπερβολικά, υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί ο πυρήνας του έργου.
Ο Χατζάκης επιλέγει έναν τρίτο δρόμο. Κρατά τη γλώσσα, τις ατμόσφαιρες και τη βαθύτερη ουσία του παπαδιαμαντικού κόσμου, αλλά τα μεταφέρει σε ένα σκηνικό σύμπαν που λειτουργεί περισσότερο ως τελετουργία παρά ως απλή αφήγηση. Οι μορφές, οι φωνές, η μουσική και η κίνηση συνθέτουν έναν κόσμο όπου η ιστορία της Φραγκογιαννούς δεν παρουσιάζεται απλώς, αλλά αναδύεται μπροστά στον θεατή σαν μνήμη, σαν λαϊκό δρώμενο, σαν αρχέγονος θρήνος.
Στον πρωταγωνιστικό ρόλο η Λυδία Κονιόρδου, πλαισιωμένη από τις Ανδριανή Τουντοπούλου, Μίνα Λουίζου, Αμαλία Τσεκούρα και Φανή Λύκου. Τη μουσική σύνθεση του σκηνικού κόσμου συνέθεσε ο Τάκης Φαραζής. Συμμετέχουν ως Μουσικός Α΄ – ψάλτης ο Χρήστος Σύγγελος και ο Σίμος Παπασπύρου, ενώ ως Μουσικός Β΄ ο Φάνης Μανούσης και ο Γιώργος Τούμπλαρης. Τον ρόλο του αφηγητή κρατά ο ίδιος ο Σωτήρης Χατζάκης, λειτουργώντας ως συνδετικός κρίκος της αφήγησης, αλλά και ως ένας ακόμη φορέας αυτού του τελετουργικού σκηνικού κώδικα.
Κι έτσι, η "Φόνισσα" δεν μένει απλώς η ιστορία μιας γυναίκας που εγκλωβίστηκε στις σκληρές συνθήκες της εποχής της. Γίνεται μια σκηνική τελετουργία πάνω στη μοίρα, τη μητρότητα, τη βία, την ενοχή και τη θέση της γυναίκας μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει να την έχει καταδικάσει πριν ακόμη μιλήσει.

Η σπουδαία Λυδία Κονιόρδου
Ο ρόλος της Φραγκογιαννούς μοιάζει να την περιμένει για χρόνια, τη Λυδία Κονιόρδου. Η σπουδαία ηθοποιός επιστρέφει στον ρόλο που έχει σημαδέψει την καλλιτεχνική της διαδρομή. Έναν ρόλο για τον οποίο έχει πει ότι επί τρία χρόνια "δεν έζησα για να παίξω αυτόν τον ρόλο". Και μόνο αυτή η φράση λέει πολλά για το βάρος μιας τέτοιας συνάντησης. Η δική της Φόνισσα δεν είναι ένα μονοδιάστατο σκοτεινό πλάσμα. Είναι η γυναίκα που έχει μέσα της δύο κόσμους. Η Φραγκογιαννού και η Χαδούλα. Το σκοτάδι και το φως. Η μητέρα, η σύζυγος, η γιαγιά, αλλά και η γυναίκα που σταδιακά απογυμνώνεται από όλες αυτές τις κοινωνικές ιδιότητες και μένει αντιμέτωπη με τον ίδιο της τον εαυτό. Η Κονιόρδου είχε συνδέσει τη μορφή της Φόνισσας με τις μεγάλες αρχετυπικές γυναικείες μορφές του ελληνικού πολιτισμού, τη Μήδεια, την Αγαύη.
Και πράγματι, η Φραγκογιαννού μοιάζει να έρχεται από πολύ μακριά για να συναντήσει τη γυναίκα της διπλανής πόρτας. Είναι αρχαία και σύγχρονη ταυτόχρονα. Ίσως γι’ αυτό και η "Φόνισσα" εξακολουθεί να μας αφορά. Γιατί πίσω από τη συγκεκριμένη ιστορία βρίσκεται η ιστορία αμέτρητων γυναικών που έζησαν σε έναν κόσμο όπου η μοίρα τους ήταν προδιαγεγραμμένη, η φτώχεια σχεδόν κληρονομική και η κοινωνική τους θέση ασφυκτικά περιορισμένη. Ο Παπαδιαμάντης δεν χρειάζεται να υψώσει το δάχτυλο για να καταδείξει αυτή την πραγματικότητα. Την αφήνει να μιλήσει μέσα από τη ζωή της ηρωίδας του. Και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, οι λέξεις κοινωνική πίεση, βία κατά των γυναικών, ενοχή, οικονομική και κοινωνική ανισότητα δεν ανήκουν σε ένα μακρινό παρελθόν. Έχουν αλλάξει μορφή, όχι όμως εξαφανιστεί.

Το ολοκαίνουργιο Έργον
Η "Φόνισσα" ξανασυναντά το αθηναϊκό κοινό σε έναν χώρο που βρίσκεται κι ο ίδιος στην αρχή της δικής του ιστορίας. Το νέο Θέατρο Έργον, στη συμβολή της Ζωοδόχου Πηγής με την Ακαδημίας, με 300 θέσεις, δημιουργήθηκε ως μόνιμη καλλιτεχνική στέγη του Γιώργου Βάλαρη, με φιλοδοξία να κινηθεί ανάμεσα στο κλασικό και το σύγχρονο ρεπερτόριο, τις υβριδικές σκηνικές φόρμες, το πειραματικό θέατρο και τις διεθνείς συνεργασίες. Το τι θα γίνει τελικά το "Έργον" δεν μπορεί ακόμη να το γνωρίζει κανείς. Αυτό δεν σχεδιάζεται εκ των προτέρων. Το δημιουργεί ο χρόνος, οι παραστάσεις, το κοινό, οι συναντήσεις και, κυρίως, εκείνες οι στιγμές που αφήνουν το αποτύπωμά τους σε έναν χώρο. Ωστόσο, από την πρώτη του εικόνα μοιάζει να διαθέτει τις προϋποθέσεις για να αποκτήσει τη δική του θέση στον θεατρικό χάρτη της Αθήνας. Υπάρχει, άλλωστε, κάτι πολύ ταιριαστό στην αισθητική του.

Η industrial minimal γραμμή, το μαύρο, ο ατμοσφαιρικός φωτισμός συνυπάρχουν με ζεστές, σχεδόν οικείες λεπτομέρειες: τα χαλιά στο φουαγιέ, η παλιά σιδερένια κουπαστή, το παλιό πιάνο. Το παρελθόν του κτιρίου δεν έχει διαγραφεί για να δημιουργηθεί κάτι καινούργιο. Έχει παραμείνει ορατό και έχει ενσωματωθεί στη νέα ταυτότητα του χώρου.
Περισσότερες πληροφορίες
Φόνισσα
Είκοσι οκτώ χρόνια μετά την πρώτη της παρουσίαση που καθήλωσε κοινό και κριτικούς σε Ελλάδα και εξωτερικό, η εμβληματική «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη επιστρέφει στη θεατρική Αθήνα. Ο Σωτήρης Χατζάκης υπογράφει τη διασκευή, τη σκηνοθεσία αλλά και την αφήγηση, στήνοντας ένα σκοτεινό, ατμοσφαιρικό σύμπαν με οκταμελή θίασο και ζωντανή μουσική που πλαισιώνεται από βυζαντινούς ψαλμούς. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο, η Λυδία Κονιόρδου ενσαρκώνει εκ νέου τη Φραγκογιαννού, σε μια από τις πιο απαιτητικές και οριακές ερμηνείες της πορείας της. Η παράσταση προσεγγίζει τη «Φόνισσα» ως μια τραγική φιγούρα που συνθλίβεται από την κοινωνική πίεση, την πατριαρχία και τη φτώχεια. Ένα διαχρονικό θεατρικό μυστήριο για τα αδιέξοδα της ανθρώπινης ψυχής, που παραμένει επίκαιρο.


