Η Υακίνθη Λάγιου είναι ένα ευγενικό, φωτεινό πλάσμα και μια γλυκιά αύρα που σε κερδίζει. Ο πατέρας της, ο αξέχαστος μουσικοσυνθέτης Δημήτρης Λάγιος, υπήρξε πάντα ένα πρόσωπο ανεξάντλητου θαυμασμού. Ένας δημιουργός με σπάνια ευαισθησία, που έφυγε πρόωρα και ανεπίτρεπτα νωρίς το 1991, αφήνοντας πίσω του μια ανεκτίμητη παρακαταθήκη. Η Υακίνθη, μόλις πέντε ετών τότε, μεγάλωσε μέσα στις νότες του πατέρα της, τις μουσικές της Λένας Πλάτωνος, τη φωνή της Σαββίνας Γιαννάτου αλλά και με ακούσματα ηλεκτρονικής μουσικής. Ακολούθησαν οι μουσικές της σπουδές στην Αγγλία και σπουδαίες συνεργασίες: από την Ορχήστρα "Μίκης Θεοδωράκης" και το φωνητικό σύνολο "Διάσταση", μέχρι τον Γιώργο Νταλάρα και πλειάδα νέων καλλιτεχνών.

Σήμερα, η Υακίνθη ανταμώνει ξανά με το σπουδαίο υλικό του πατέρα της στην πανελλαδική περιοδεία της παράστασης "Άη Λαός" —εκεί όπου το εμβληματικό έργο του Δημήτρη Λάγιου, του Μιχάλη Μπουρμπούλη και της Σωτηρίας Μπέλλου συναντά τις "Τρωάδες" του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Στέλιου Βραχνή.
Δίπλα στη Γιώτα Φέστα και την Ιωάννα Πηλιχού, μας ανοίγει την καρδιά της. Μιλάει για την τέχνη, τις δικές της αναζητήσεις και τον πατέρα της, ενώ μοιράζεται μαζί μας τρυφερές σκέψεις αλλά και σπάνιες οικογενειακές φωτογραφίες, σε ένα συγκινητικό ταξίδι μνήμης.

Σαράντα τρία χρόνια μετά τον "Άη Λαό", η μουσική του Δημήτρη Λάγιου συναντά τις "Τρωάδες" του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Στέλιου Βραχνή. Πώς βιώνετε εσείς αυτή τη συνύπαρξη επί σκηνής και ποιον ηχητικό/δραματουργικό τόπο δημιουργεί η συνάντηση του ευριπίδειου θρήνου με το έργο του πατέρα σας;
Ο πατέρας μου αγαπούσε βαθιά τους θρήνους. Τον συγκινούσε η εσωτερικότητα, η σιωπηλή δύναμη της μουσικής, δεν τον ενδιέφεραν ποτέ το εκκωφαντικό και το εντυπωσιακό. Γι' αυτό και δεν μπορώ παρά να συγκινούμαι βλέποντας το έργο του να φωτίζεται μέσα από αυτή τη μοναδική συνάντηση με τις "Τρωάδες" του Ευριπίδη, ένα έργο που αποτελεί για όλους μας μια ιερή μνήμη. Όταν άκουσα για αυτή τη σύμπραξη, τη βίωσα σχεδόν ως μια συμπαντική ευλογία. Ένιωσα πως η μουσική του πατέρα μου βρήκε έναν τόπο όπου ανήκει φυσικά. Είναι σαν να αγκαλιάζει τον ευριπίδειο θρήνο και, μαζί του, να υφαίνει ένα έργο βαθιά ελληνικό, όπου η Τέχνη και η Μνήμη συμπορεύονται και γίνονται μία κοινή εμπειρία.

Δε μπορώ να περιγράψω το βάθος της εμπειρίας με τη ματιά του πρωτοποριακού και καινοτόμου σκηνοθέτη Στέλιου Βραχνή, την παρουσία της σπουδαίας και εμβληματικής Γιώτας Φέστα, της υποβλητικής και δυναμικής Ιωάννας Πηλιχού, της συγκινητικής και αφοπλιστικής Άλκηστις Αγγελοπούλου, καθώς και τη πολύτιμη καθοδήγηση της μαέστρου Σοφίας Γιολδάση, μαζί με τις υπέροχους ηθοποιούς και ερμηνευτές την Πέλια Γιαννουλάτου, την Ελένη Δημοπούλου, την Μαρία Κατηρτζίδου, την Δήμητρα Ζαχαριάδου, την Ηρώ Σαλάκου, την Μαίρη Λιόλιου, την Μυρτώ Χαλέμη, τον Απόστολο Λινάρδο, τον Αλκιβιάδη Στασινό, τον Οδυσσέα Πετράκη, και τον Δημήτρη Μαρκόπουλο, με ιδιαίτερη εκφραστική δύναμη, νιώθω πως αυτή η συνάντηση θα μας χαρίσει στιγμές βαθιάς συγκίνησης και καλλιτεχνικής αποκάλυψης.
Ιδιαίτερη συμβολή έχουν οι ξεχωριστές ενορχηστρώσεις και η σύνθεση μιας ατμόσφαιρας ηλεκτρονικών ηχοχρωμάτων του συνθέτη Θωμά Λαζάρου, όπως και οι εκλεκτοί μουσικοί η Μαριαλένα Αντωνοπούλου στο φλάουτο, ο Παναγιώτης Ανδρέου στο κλαρινέτο, η Δήμητρα Βάκα στο βιολοντσέλο και ο Χρήστος Παπαδόπουλος στην ηλεκτρική κιθάρα και ηλεκτρικό μπάσο, καθώς και η αφοσίωση όλων ανεξαιρέτως των συντελεστών, που συμβάλλουν στη δημιουργία μιας παράστασης υψηλής αισθητικής και μεγάλων συναισθηματικών αντοχών.

Θερμή μνεία αξίζει επίσης στη Σύμβουλο Δραματουργίας Παναγιώτα Τατανάρη, στον Βοηθό Σκηνοθέτη Πάνο Αναγνωστόπουλο, στην Εκτέλεση Παραγωγής με την Ηρώ Γραμματικάκη και τον Ευγένιο Κοψαχείλη, στην ομάδα Φωτογραφίας, Βιντεοσκόπησης και Υπεύθυνων Media, Γιάννη Πορτοκαλίδη, Γιάννη Καραθανάση και Κριστιάν Τόσκα, στη Γραφιστική Επιμέλεια – Media Creation: Τόνια Καλόνικου και Ελευθερία Ζαϊροπούλου, στην Ενδυματολόγο Κρυσταλλία Κασσέρη, στον Σχεδιασμό Φωτισμών: Σωτήρη Ρουμελιώτη, στον Σχεδιασμό Ήχου: Άγγελο Αθανασιάδη, στην Επιμέλεια Κόμμωσης: Πέλα Ατματζίδου, στην Επιμέλεια Μακιγιάζ: Τζούλια Μιζαρίδου και Μαρία Ρηνώτα, στην Εικαστική Επιμέλεια: Νίκη Λαγιόκαπα, στην Επικοινωνία: Ρεβέκκα Ρουμελιώτη, στην Επικοινωνία (Αθήνα): Μαρίκα Αρβανιτοπούλου | Art Ensemble, και φυσικά σε όλους όσοι συνέβαλαν στη δημιουργία αυτής της παράστασης. Ευχαριστώ από καρδιάς την Δέσποινα Σαραντίδη, καθώς και στον Δημήτρη Τσίποτα για τη Διεύθυνση Παραγωγής (Politistica-CulturalScenes). Θερμές ευχαριστίες οφείλουμε επίσης στο Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς "Σταύρος Κουγιουμτζής", που μας φιλοξένησε με ιδιαίτερη φροντίδα και γενναιοδωρία καθ’ όλη τη διάρκεια των προβών μας. Όλοι ανεξαιρέτως οι συντελεστές συμβάλλουν στη δημιουργία μιας παράστασης υψηλής αισθητικής, βαθιάς συγκίνησης και ουσιαστικής καλλιτεχνικής εμπειρίας.

Πώς είναι για εσάς να ερμηνεύετε τα τραγούδια του πατέρα σας —που ταυτίστηκαν με τη φωνή της Μπέλλου— περιτριγυρισμένη από τα 2.000 ρούχα των απόντων, φέροντας ταυτόχρονα το βίωμα και το όνομα του δημιουργού τους;
Ανάμεσα και εγώ σε αυτά τα ρούχα των απόντων, αισθάνομαι πως στέκομαι ή βρίσκομαι ανάμεσα σε ζωές και μνήμες που ζητούν να ακουστούν. Υπάρχει ένα αίσθημα δέους. Η συγκίνησή μου δεν αφορά μόνο τον πατέρα μου και την προσωπική μου σχέση μαζί του, είναι πολύ μεγαλύτερη. Είναι η συγκίνηση του να βρίσκομαι μέσα σε ένα έργο που γεννήθηκε από την ποίηση του Μιχάλη Μπουρμπούλη, τη μουσική του Δημήτρη Λάγιου και σφραγίστηκε από τη μοναδική φωνή της Σωτηρίας Μπέλλου. Νιώθω πως δεν ερμηνεύω απλώς τραγούδια· συνομιλώ με μια ζωντανή μνήμη και με ανθρώπους που άφησαν το αποτύπωμά τους στην ψυχή μας.
Ο κόσμος γνώρισε τον Δημήτρη Λάγιο ως έναν σπουδαίο, πρόωρα χαμένο συνθέτη με σπάνια ευαισθησία. Πίσω όμως από τον μύθο του δημιουργού, ποιος ήταν ο Δημήτρης Λάγιος ως άνθρωπος μέσα στο σπίτι; Ποια είναι η πιο έντονη, "καθημερινή" εικόνα που κρατάτε από εκείνον;
Καθώς ήμουν μόλις πέντε ετών όταν τον έχασα, οι μνήμες μου από εκείνον είναι λίγες, αλλά έχουν χαραχτεί πολύ βαθιά μέσα μου. Η πιο έντονη καθημερινή εικόνα που κρατώ είναι η αγάπη του να με παίρνει κοντά του, να με βάζει πάνω στο πιάνο του και να τον ακούω να παίζει. Θυμάμαι πως ήμουν πάντα δίπλα του, σαν να συμμετείχα με τον δικό μου τρόπο στον κόσμο της μουσικής του. Τα βράδια, πριν κοιμηθώ, μου έβαζε να ακούω κλασική μουσική. Ίσως χωρίς να το γνωρίζει τότε, μου άνοιγε έναν δρόμο που θα ακολουθούσα αργότερα. Έναν δρόμο που με οδήγησε και στις εκπομπές μου "Και φευγαλέοι και αιώνιοι" στον Αθήνα 9.84, για τις οποίες αισθάνομαι μεγάλη ευγνωμοσύνη, όπως και για την εμπιστοσύνη και τη στήριξη της διευθύντριάς μου, κυρίας Έλενας Χατζηιωάννου. Πάνω απ’ όλα, όμως, αυτό που έχω κρατήσει από τον πατέρα μου δεν είναι μόνο η μουσική του, είναι η τρυφερότητα με την οποία με έβαλε, από τόσο μικρή ηλικία, μέσα στον κόσμο της.

Ο Δημήτρης Λάγιος είχε μια σχεδόν ερωτική σχέση με τον ποιητικό λόγο — από τον Μιχάλη Μπουρμπούλη μέχρι τους μεγάλους μας ποιητές. Τι ήταν αυτό που αναζητούσε στις λέξεις όταν αποφάσιζε να τις ντύσει με νότες; Σας εμφύσησε αυτή την αγάπη για τη λογοτεχνία;
Γνωρίζω πως διάβαζε πολύ και πως είχε βαθιά ανάγκη να ανιχνεύει την παράδοσή μας, την ποίηση και τις ρίζες του τόπου μας. Για εκείνον, ο ποιητικός λόγος δεν ήταν απλώς λέξεις· ήταν ένας ζωντανός κόσμος που μπορούσε να συνομιλήσει με τη μουσική και να αποκαλύψει βαθύτερες αλήθειες του ανθρώπου. Θυμάμαι πως στις περιοδείες του είχε πάντα μια σταθερή ερώτηση: "Υπάρχει ωδείο εδώ για τα παιδιά;". Θεωρούσε πως οι Τέχνες ήταν μια βασική πυξίδα παιδείας και κοινωνικής ανάπτυξης. Ήταν λοιπόν σχεδόν αναπόφευκτο να μυηθώ κι εγώ σε αυτόν τον κόσμο.
Ωστόσο, μετά τις σπουδές μου στο Πανεπιστήμιο του Coventry και του Brunel στην Αγγλία, η δική μου αναζήτηση στράφηκε ιδιαίτερα και προς την τέχνη της σκηνικής έκφρασης και του performing. Έχω συνεργαστεί με την καλλιτέχνη παραστατικών τεχνών και σκηνοθέτιδα Ελίζα Σόρογκα, αλλά και με τη Λαϊκή Ορχήστρα "Μίκης Θεοδωράκης", με την ιδιαίτερη αγάπη και στήριξη της Μαργαρίτας Θεοδωράκη. Νομίζω πως αυτό που μου άφησε ο πατέρας μου ήταν πάνω απ’ όλα η πεποίθηση ότι η τέχνη, είτε περνά μέσα από την ποίηση, τη μουσική ή τη θέατρο, μπορεί να καλλιεργήσει τον άνθρωπο.

Αν και φέρετε μια βαριά μουσική παρακαταθήκη, έχετε διαγράψει τη δική σας αυτόνομη πορεία, με σπουδές και αναζητήσεις στην τέχνη. Πότε συνειδητοποιήσατε ότι η μουσική και το θέατρο δεν ήταν απλώς μια οικογενειακή συνήθεια, αλλά ο δικός σας υπαρξιακός δρόμος;
Νομίζω πως ο υπαρξιακός μου δρόμος δεν είναι κάτι που ανακάλυψα σε μία μόνο στιγμή, είναι κάτι που συνεχίζω διαρκώς να ανιχνεύω. Και ίσως αυτό να είναι και η ομορφιά της τέχνης: πως δεν σου δίνει ποτέ μια τελική απάντηση, αλλά σε κρατά σε μια διαρκή συνομιλία με τον εαυτό σου και τον κόσμο. Η μουσική και το θέατρο δεν είναι απλώς μια οικογενειακή κληρονομιά. Είναι ένας τρόπος να υπάρχω, να αναζητώ και να επικοινωνώ. Αγαπώ πολύ τους αυτοσχεδιασμούς, γιατί μέσα τους συναντώ κάτι από την ίδια τη ζωή: τη στιγμή που γεννιέται, απρόβλεπτη και αληθινή. Όπως και η ζωή, έτσι και η τέχνη χρειάζεται να ακούς, να εμπιστεύεσαι και να αφήνεσαι στη ροή της.

Υπήρξαν στιγμές που το μέγεθος του έργου του πατέρα σας λειτούργησε ως προστατευτική ομπρέλα και άλλες ως ένα συγκριτικό βάρος; Πώς καταφέρατε να βρείτε τη δική σας καθαρή, καλλιτεχνική φωνή μέσα σε αυτό;
Δεν θα έλεγα πως λειτούργησε ούτε ως προστατευτική ομπρέλα ούτε ως συγκριτικό βάρος. Από πολύ νωρίς ένιωσα την ανάγκη να αναζητήσω μια φωνή που να ορίζει εμένα, τη δική μου ματιά και τη δική μου διαδρομή. Ίσως αυτή η αναζήτηση με οδήγησε και στις μουσικές εκπομπές που κάνω σήμερα, όπου αφηγούμαι τη ζωή και το έργο σπουδαίων δημιουργών. Τις αισθάνομαι όχι μόνο ως μια καλλιτεχνική επιλογή, αλλά και ως έναν τρόπο να συνομιλώ με τη μουσική, τη μνήμη και τους ανθρώπους που άφησαν το αποτύπωμά τους. Και βέβαια, μέσα σε αυτή τη διαδρομή υπάρχει και ένα βαθύ αίσθημα ευθύνης απέναντι στο δημιουργικό αποτύπωμα του πατέρα μου, το οποίο θαυμάζω και αισθάνομαι χρέος μου να το τιμώ, όχι μιμούμενη τη ‘δική’ του φωνή, αλλά αναζητώντας τη ‘δική’ μου.
Το έργο μιλάει για έναν λαό που βιώνει την ήττα, την απώλεια, αλλά και την επιμονή της μνήμης. Σε μια εποχή γεμάτη σύγχρονες συρράξεις και κοινωνικά αδιέξοδα, ποια πιστεύετε ότι είναι η "μεγάλη αλήθεια" που ψιθυρίζει ο "Άη Λαός" στο κοινό του 2026;
Ίσως η μεγάλη αλήθεια που ψιθυρίζει ο "Άη Λαός" είναι πως η μνήμη δεν είναι μόνο μια επιστροφή στο παρελθόν, είναι μια πράξη αντίστασης απέναντι στη λήθη και στην απανθρωπιά. Ένας στίχος του Μιχάλη Μπουρμπούλη από το έργο λέει: "…ή ο Θεός θα ’ν’ άδικος ή θα ’ν’ ο κόσμος σκάρτος". Μέσα σε αυτούς τους στίχους υπάρχει όλη η αγωνία του ανθρώπου που κοιτάζει γύρω του και αναρωτιέται για την αδικία, για τις απώλειες, για το γιατί επαναλαμβάνονται οι ίδιες πληγές στην ιστορία. Ο "Άη Λαός" δεν μιλά μόνο για έναν λαό που ηττήθηκε, μιλά για κάθε άνθρωπο και κάθε κοινωνία που δοκιμάζεται, αλλά συνεχίζει να αναζητά αξιοπρέπεια, φως και ελπίδα. Ίσως αυτή να είναι η μεγάλη αλήθεια του έργου: πως όσο υπάρχει μνήμη, ποίηση και τέχνη, ο άνθρωπος δεν έχει χάσει ολοκληρωτικά τη φωνή του. Η τέχνη δεν μπορεί να σταματήσει τις πληγές του κόσμου, μπορεί όμως να μας εμποδίσει να συμβιβαστούμε με τη βία, το άδικο, τον πόνο.

Τι σημαίνει για εσάς η τέχνη στην καθημερινότητά σας; Είναι ένας τρόπος να συνομιλείτε με το παρελθόν ή ένα εργαλείο για να κατανοήσετε τον σημερινό, συχνά βίαιο κόσμο;
Όταν σκέφτομαι, ακούω και αφουγκράζομαι, νιώθω πως ακροβατώ ανάμεσα στο αυθόρμητο συναίσθημα και στην πιο βαθιά πνευματική αναπνοή. Για μένα η τέχνη δεν είναι μόνο ένας τρόπος να συνομιλώ με το παρελθόν, είναι ένας τρόπος να κατανοώ και το παρόν, τον άνθρωπο, τις σιωπές του, τις πληγές του, τις απώλειές του, τις αντιφάσεις του αλλά και τη δύναμή του να συνεχίζει. Ίσως αυτό είναι που αναζητώ μέσα στη μουσική και στο θέατρο: τη στιγμή όπου η προσωπική συγκίνηση συναντά κάτι συλλογικό, κάτι που μας ξεπερνά. Η τέχνη γίνεται ένας χώρος μνήμης, αλλά και ένας χώρος ελπίδας, γίνεται ευαισθησία και αντίσταση.
Αφήνοντας για λίγο στην άκρη τις μνήμες και τις μεγάλες παρακαταθήκες: Ποια είναι τα δικά σας προσωπικά όνειρα; Τι είδους καλλιτεχνικά "ρίσκα" θα θέλατε να πάρετε στα επόμενα βήματά σας;
Δεν σκέφτομαι τόσο τα επόμενα βήματα ως ένα αυστηρά σχεδιασμένο μονοπάτι, γιατί αισθάνομαι πως η ζωή είναι μια διαρκής έκπληξη και πως πολλές φορές τα πιο σημαντικά πράγματα έρχονται εκεί που δεν τα περιμένεις. Γι’ αυτό πιστεύω βαθιά στον αυτοσχεδιασμό, τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχω όνειρα· σημαίνει πως θέλω να παραμένω ανοιχτή σε όσα μπορεί να γεννηθούν μέσα από τη συνάντηση, την αναζήτηση και τη στιγμή. Η συμμετοχή μου στο έργο του Στέλιου Βραχνή δεν προϋπήρχε ως όνειρο, ως σχέδιο. Ήταν η ροή της τύχης στη ζωή. Το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό ρίσκο που θα ήθελα είναι να συνεχίσω να αναζητώ την αλήθεια μου, να δοκιμάζω διαφορετικές μορφές έκφρασης και να μην εγκλωβιστώ ποτέ σε μια βεβαιότητα. Γιατί η τέχνη, όπως και η ζωή, χρειάζεται ελευθερία, τόλμη και εμπιστοσύνη και αισιοδοξία.
Όταν σβήνουν τα φώτα της σκηνής και η μουσική σιγάζει, πώς μοιάζει μια δική σας, ιδανική μέρα; Ποιες είναι οι απλές συνήθειες που σας αποφορτίζουν και ποια είναι τα δικά σας "στέκια" στην πόλη — εκείνοι οι χώροι που νιώθετε πραγματικά ο εαυτός σας;
Η ιδανική στιγμή μέσα στη μέρα για μένα είναι ίσως η στιγμή που βγάζω τη σκυλίτσα μου, τη Λιλίκα μου, για περίπατο. Είναι μια απλή καθημερινή στιγμή, αλλά μέσα σε αυτήν βρίσκω μια μεγάλη αίσθηση ηρεμίας και επαφής με το παρόν. Μακριά από την σκηνή και τις απαιτήσεις της δημιουργίας, αυτός ο περίπατος είναι ένας μικρός τρόπος να επιστρέφω στον εαυτό μου. Να παρατηρώ, να αναπνέω, να αφήνω τη σκέψη μου να ησυχάζει. Ίσως τελικά οι πιο πολύτιμες στιγμές να κρύβονται σε αυτά τα μικρά, καθημερινά πράγματα: σε μια βόλτα, σε μια σιωπή, σε μια συντροφιά που δεν χρειάζεται λέξεις.

Αν είχατε τη δυνατότητα να καθίσετε για έναν καφέ με οποιοδήποτε πρόσωπο —είτε από τον χώρο της τέχνης, είτε από την ιστορία, είτε από το σήμερα— ποιον ή ποια θα θέλατε να συναντήσετε, που θα πηγαίνατε και τι θα θέλατε να τον/την ρωτήσετε;
Θα ήθελα πολύ να καθίσω για έναν καφέ με τον καθηγητή Δημήτρη Λιαντίνη. Θα ήθελα περισσότερο να τον ακούσω παρά να τον ρωτήσω. Θα ήθελα να τον ακούσω να μιλά για τη ζωή, την παιδεία, την ομορφιά και την ευθύνη του ανθρώπου απέναντι στον εαυτό του και στον κόσμο. Ίσως να τον ρωτούσα πώς μπορούμε να παραμένουμε άνθρωποι και να διατηρούμε την ευαισθησία μας μέσα σε έναν κόσμο που συχνά σκληραίνει.
Πού αναζητάτε την ομορφιά όταν η καθημερινότητα γίνεται γκρίζα;
Σε ένα μικρό εκκλησάκι, θα έλεγα. Για λίγο, πολύ λίγο. Σαν να έχω ανάγκη από μια απλή, ειρηνική αυτοσυγκέντρωση, μια μικρή παύση από τον θόρυβο της καθημερινότητας. Εκεί βρίσκω μια αίσθηση γαλήνης και μια μικρή ψυχική ανάπαυση, που με βοηθά να ξανασυναντώ τον κόσμο με μια καρδιά πιο ήρεμη και ευγνώμονα.
"'Άη Λαός" - Το πρόγραμμα της περιοδείας
2 Αυγούστου | Δημοτικό Κηποθέατρο Αλκαζάρ, Λάρισα
4 Αυγούστου | Υπαίθριο Θέατρο ΕΗΜ - Φρόντζου, Γιάννενα
5 Αυγούστου | Υπαίθριο Θέατρο "Καστράκι", Γρεβενά
7 Αυγούστου | Θέατρο Αλτιναλμάζη, Αλεξανδρούπολη
8 Αυγούστου | Φρούριο, Καβάλα
9 Αυγούστου | Ανοιχτό Θέατρο Ποντοκώμης "Μίκης Θεοδωράκης", Κοζάνη
12 Σεπτεμβρίου | Ανοιχτό Αμφιθέατρο ΔΙΠΑΕ, Σέρρες
14 Σεπτεμβρίου | Θέατρο "Μελίνα Μερκούρη", Βόλος
17 Σεπτεμβρίου | Θερινό Δημοτικό Θέατρο, Παμπελοποννησιακό Στάδιο, Πάτρα
18 Σεπτεμβρίου | Υπαίθριο Θέατρο Φρύνιχος, Δελφοί
25 Σεπτεμβρίου | Κατράκειο Θέατρο Νίκαιας, Αττική


