Κοιτάζω το πρώτο τεύχος του Τρίστραμ, του νέου περιοδικού ιδεών των εκδόσεων Αντίποδες, σαν παλιό βιβλίο που του έχεις ξεριζώσει το εξώφυλλο, ακουμπισμένο πάνω στη δερμάτινη τσάντα - ταχυδρόμου, σε ένα καφενείο στο Παγκράτι, απ’ αυτά που προϋπήρχαν του μεγάλου κύματος του Airbnb αλλά κάλλιστα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν φασέικα. Όπως και η τσάντα μου.
Πριν λίγα λεπτά είχα προσπαθήσει να το περιγράψω στη φίλη μου, έχοντας ξεχάσει ότι το είχα μαζί μου, ξεκινώντας από την επιτηδευμένη εμφάνιση (σχεδιασμός Γιάννης Καρλόπουλος) με βιβλιοδεσία που μας έκανε να ψάχνουμε μαχαίρι για να κόβουμε τις σελίδες στο γραφείο ακούγοντας τις εμπειρίες της genZ από αντίστοιχα βιβλία. Και φτάνοντας στο περιεχόμενο, με το οποίο τελικά οι εκδόσεις Αντίποδες κάνουν για άλλη μια φορά τη διαφορά. Γιατί μπορεί κάποια από τα κείμενα ως τίτλοι να σου δίνουν την εντύπωση ότι τα θέματά τους έχουν εξαντληθεί, ότι τα επιχειρήματα έχουν κατατεθεί κάπου στα σόσιαλ ή στις συζητήσεις με φίλους, κάτι έχει γραφτεί από δω κι από εκεί στις γνώμες που μας κατακλύζουν ή στην καλύτερη περίπτωση σε κάποιο άρθρο κριτικής ή σε κάποια ομιλία - γιατί να διαβάσεις άλλο ένα κείμενο, πόσο μάλλον δύο για το βιβλίο του Στάθη Καλύβα και της Νατάσας Τριανταφύλλη "Big Bang 1970-1973: Η άνθιση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας" ή για τη "Γραμμή του ορίζοντος" του Χρήστου Βακαλόπουλου;
Όταν όμως κάτσεις και τα διαβάσεις - και το Τρίστραμ είναι, τελικά, άπαξ και κόψεις τις σελίδες, ένα ελαφρύ, handy περιοδικό που ξεχνιέται εύκολα στην τσάντα και στο οποίο επιστρέφεις για να διαβάσεις - σου υπενθυμίζουν τη σημασία της πολιτισμικής κριτικής σήμερα. Και του να δημιουργούνται νέοι χώροι για να φιλοξενηθεί αυτή. Εκεί διαβάσαμε - δεν το έχουμε τελειώσει το Τρίστραμ ακόμη - ένα από τα πιο διαφωτιστικά κείμενα "Για κάποιες τελετές λήξης της "φιλελεύθερης δημοκρατίας”" του Νικόλα Σεβαστάκη με αφορμή ένα συνέδριο στο Schloss Elmau που θέτει το καινούργιο δεδομένο "το οποίο μέχρι πρότινος ήταν σκάνδαλο των άκρων” "ότι μπορούμε πια να μιλάμε για το τέλος της φιλελεύθερης δημοκρατίας και μάλιστα μια τέτοια διαβούλευση να οργανώνεται από το ίδιο πολιτικό και διανοούμενο προσωπικό που συνδέθηκε με το συμβατικό μοντέλο.”
Εκεί διαβάσαμε το πως η ιστορία απουσιάζει από την έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης για τη Ρωσική Πρωτοπορία και τι σημαίνει αυτό σε μια εποχή που οι πολιτιστικοί και εκπαιδευτικοί θεσμοί "μοιάζουν να επιλέγουν τον φαινομενικά ασφαλή δρόμο της υποχώρησης από το πεδίο της σύγκρουσης” απέναντι στην προσπάθεια του σύγχρονου πολιτικού αυταρχισμού να ελέγξει την επίσημη αφήγηση, τη διαμόρφωση του "εθνικού” παραδείγματος (Κωστής Καρπόζηλος, Η ιστορία ως μπελάς). Εκεί διαβάσαμε το πως το Big Bang 1970-1973: Η άνθιση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας των Καλύβα - Τριανταφύλλη αντικαθιστά, κατά τον Κώστα Σπαθαράκη, μια πολιτική της μνήμης με μια άλλη, μια πολιτική γενεαλογία από μια πολιτισμική, με νομιμοποιητικό θεμέλιο τη δημιουργική ατομικότητα.
Κρίση ιστορικότητας
"Περισσότερο από κριτική του ίδιου του μυθιστορήματος, το παρόν κείμενο στοχεύει περισσότερο να διαγνώσει την κρίση της ανάγνωσης ως κρίση της κριτικής – δηλαδή μια κρίση της θέσης του αναγνώστη ως ενεργητικού κριτικού υποκειμένου” γράφει ο Παπαγεωργίου στην κριτική του ανάγνωση της Γραμμής του ορίζοντος.
Εκεί ήρθαμε αντιμέτωπες ξανά με τα φοιτητικά μας διαβάσματα - είδωλα διαβάζοντας την αναχώρηση της Ρέας Φραντζή μέσα από την κριτική του χιπστερισμού και τον λαϊκό μοντερνισμό του Μαρκ Φίσερ από τον μεταφραστή του τελευταίου Αλέξανδρο Παπαγεωργίου (Ρέα Φραντζή, η πρώτη φασαία), αλλά και κάνοντας διαφορετικές συνδέσεις από κείμενο σε κείμενο υπό του πρίσματος αυτού που, όπως επισημαίνει ο Παπαγεωργίου, ο Φρέντρικ Τζέιμσον αποκαλεί κρίση ιστορικότητας, προϊόν της οποίας "είναι η απώλεια του ιστορικού βάθους, δηλαδή της αναζήτησης ενός συνεκτικού ιστορικού νοήματος, για χάρη μιας "νέας ρηχότητας", δηλαδή μιας επιφανειακής αισθητικοποίησης που αναζητά την αμεσότητα και την αποσπασματικότητα των κατακερματισμένων εντυπώσεων. "Περισσότερο από κριτική του ίδιου του μυθιστορήματος, το παρόν κείμενο στοχεύει περισσότερο να διαγνώσει την κρίση της ανάγνωσης ως κρίση της κριτικής – δηλαδή μια κρίση της θέσης του αναγνώστη ως ενεργητικού κριτικού υποκειμένου” γράφει ο Παπαγεωργίου στην κριτική του ανάγνωση της Γραμμής του ορίζοντος.
Και όσο κι αν συμφωνείς ή διαφωνείς με τα κείμενα του Τρίστραμ, αυτό που το κάνει πολύτιμο είναι ο τρόπος με τον οποίο δίνει χώρο στη θεωρία και την πολιτισμική κριτική, παρέχοντας εργαλεία κατανόησης και καταφατικής απόκρισης στη δυσφορία και τη "μυστική θλίψη του 21ου αιώνα” υπενθυμίζοντάς μας πόσο ανάγκη τα έχουμε σήμερα. Κριτική που μπορεί να βρίσκουμε σποραδικά σε περιοδικά όπως τα feministiqa, το yusra ή η Βλάβη, σε συλλογικούς τόμους και συνέδρια, σε κείμενα θεωρητικών που επιμένουν να αναλύουν τη σημειολογία της καθημερινής ζωής όπως ο Άκης Γαβριηλίδης, στην πολιτιστική ανάλυση του Δημήτρη Παπαδημητρίου, για να αναφέρουμε μερικά παραδείγματα, και βέβαια, σε τίτλους που επιμένουν στη σημασία της κριτικής ταινιών, παραστάσεων, εκθέσεων, βιβλίων.
Η έξοδος της κριτικής
Όσο κι αν συμφωνείς ή διαφωνείς με τα κείμενα του Τρίστραμ, αυτό που το κάνει πολύτιμο είναι ο τρόπος με τον οποίο δίνει χώρο στη θεωρία και την πολιτισμική κριτική, παρέχοντας εργαλεία κατανόησης και καταφατικής απόκρισης στη δυσφορία και τη "μυστική θλίψη του 21ου αιώνα” υπενθυμίζοντάς μας πόσο ανάγκη τα έχουμε σήμερα.
Άλλωστε για κάποιες από μας ο Χρήστος Βακαλόπουλος δεν ήταν μόνο ένας συγγραφέας - ταξιδιωτικός οδηγός για να αυτο-μυθοποιήσουμε και να επιτελέσουμε τις εαυτές μας στα φοιτητικά Εξάρχεια των '90s, ανταλλάσσοντας αντίτυπα των "Πτυχιούχων” του με αφιερώσεις όπως "οι επί πτυχίο δεν κλαίνε” αλλά και ένας κριτικός κινηματογράφου και τηλεόρασης που επέμενε να αναζητά τους ιδεολογικούς μηχανισμούς πίσω από τα πολιτιστικά προϊόντα, να τσιτάρει Λένιν για να μας πείσει για τη σημασία της θεωρίας ακόμη και στο πιο περιστασιακό σημείωμα, για κείμενα που "βοηθούν τον αναγνώστη να ξεπεράσει τον εμπειρισμό με τον οποίο τον τρέφει η αστική ιδεολογία” και να αντιμετωπίσει πραγματικά υπεύθυνα και κριτικά τα πολιτιστικά προϊόντα, αλλά και την κριτικό να διαμορφώσει "μια κριτική της κριτικής, ένα λόγο πάνω στην πράξη του κριτικού, που περιλαμβάνει κιόλας μια αυτοκριτική διάσταση" (Κώστας Λιβιεράτος, Οι περιπέτειες της κριτικής στην αυτοκρατορία των μέσων, Χρήστος Βακαλόπουλος, Κείμενα 1975-93, επίμετρο στο Χρήστος Βακαλόπουλος, Η ονειρική υφή της πραγματικότητας, Κείμενα για την επικοινωνία και τον πολιτισμό, εκδ. βιβλιοπωλείον της Εστίας.)




