H βιτρίνα της γκαλερί Wildenstein όπου έγινε η έκθεση Four Painters of 20th Century Greece με έργο του Γκίκα
Ο Ελληνικός Μήνας στο Λονδίνο, "μια καθοριστική στιγμή για τη σύγχρονη ελληνική τέχνη και τη διεθνή της προβολή", όπως μας τον σύστησε το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης μέσα από την πρόσφατη έκθεση "Ελληνικός μήνας στο Λονδίνο 1975, 50 χρόνια μετά", σε επιμέλεια της Πολύνας Κοσμαδάκη, "άνοιξε μια μεγάλη πόρτα που μετά μετατράπηκε σε πολλές μικρές πόρτες” είπε, με μια χροιά παραπόνου, ο ιστορικός τέχνης Ντένης Ζαχαρόπουλος (που είχε συμμετάσχει ενεργά στον Μήνα στο πλευρό των επιμελητών Χρήστου Ιωακειμίδη και Norman Rosenthal) ανοίγοντας την ημερίδα του ΕΜΣΤ για την αποτίμηση της διοργάνωσης την Κυριακή 8 Φεβρουαρίου στο γεμάτο αμφιθέατρο του μουσείου. Η αίσθηση της "χαμένης ευκαιρίας” να συμμετάσχει η Ελλάδα πιο ενεργά στο διεθνές στερέωμα της σύγχρονης τέχνης και να μην αποτελέσει η συγκεκριμένη άνευ προηγουμένου προβολή του πολιτιστικού δυναμικού της χώρας ένα πυροτέχνημα, πλανόταν πάνω από διαφορετικές τοποθετήσεις. Με αποκορύφωμα την άποψη του ίδιου του Χρήστου Ιωακειμίδη (1932–2017), όπως ακούστηκε σε συνέντευξή του στην Κατερίνα Ζαχαροπούλου για την εκπομπή "Εποχή των Εικόνων" (2012), όπου υποστήριζε ότι καλλιτέχνες όπως ο Βλάσης Κανιάρης και ο Νίκος Κεσσανλής που συμμετείχαν στον μήνα και τότε δραστηριοποιούνταν στο εξωτερικό δεν έπρεπε να επιστρέψουν στην Αθήνα και να ασχοληθούν, μεταξύ άλλων, με την εκπαίδευση (ας μην ξεχνάμε την καθοριστική για την ΑΣΚΤ θητεία του Κεσσανλή ως πρύτανη, τη μεταφορά της στο Εργοστάσιο και το ότι αυτό σήμαινε για το πεδίο) γιατί αυτό ζημίωσε την καλλιτεχνική τους πορεία.

Αυτό που κυρίως ανέδειξε η ημερίδα του ΕΜΣΤ είναι τα δομικά ελλείμματα που εξακολουθούν να ταλανίζουν το πεδίο και την ανάγκη "εγγραμματισμού" του. Ειδικότερα, τον προβληματικό τρόπο με τον οποίο συζητιέται και ιστοριογραφείται η σύγχρονη τέχνη και ειδικά τη δυσκολία να αναπτυχθεί ένας πιο ώριμος, θεωρητικός και πολιτικά συνειδητοποιημένος λόγος γύρω από αυτή. Και το πώς συνεχίζουμε να εσωτερικεύουμε τις θεσμικές λογικές της επιτυχίας και της "εξωστρέφειας" με όρους αγορά.
Ο ιστορικός τέχνης και επιμελητής Χριστόφορος Μαρίνος υποστήριξε ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά αυτά τα 50 χρόνια ως προς τη θέση των Ελλήνων καλλιτεχνών στο εξωτερικό, ίσως μάλιστα στο παρελθόν αυτή να ήταν σημαντικότερη, θέτοντας ως κριτήριο επιτυχίας για έναν/μια καλλιτέχνη/ιδα την ατομική έκθεση σε διεθνές μουσείο, Kunsthalle ή γκαλερί. Τοποθέτηση που προκάλεσε την αντίδραση της διευθύντριας του ΕΜΣΤ Κατερίνας Γρέγου, η οποία ένιωσε την ανάγκη να απαριθμήσει πρόχειρα κάποιους/ες καλλιτέχνες/ιδες που εκθέτουν αυτή τη στιγμή σε ενδιαφέρουσες θεσμικές και μη εκθέσεις εκτός Ελλάδας προς υποστήριξη του αντίθετου.
Αν, όπως σωστά υποστήριξε ο Μαρίνος, το σημαντικότερο στοιχείο της έκθεσης "Ελληνικός Μήνας στο Λονδίνο, 1975, 50 χρόνια μετά", είναι ότι μας δίνει την ευκαιρία να αναστοχαστούμε την ελληνική τέχνη και τη διεθνή της θέση σήμερα σε σχέση με το παρελθόν, αυτό που κυρίως ανέδειξε η ημερίδα του ΕΜΣΤ είναι τα δομικά ελλείμματα που εξακολουθούν να ταλανίζουν το πεδίο και την ανάγκη "εγγραμματισμού” του. Ειδικότερα, τον προβληματικό τρόπο με τον οποίο συζητιέται και ιστοριογραφείται η σύγχρονη τέχνη και ειδικά τη δυσκολία να αναπτυχθεί ένας πιο ώριμος, θεωρητικός και πολιτικά συνειδητοποιημένος λόγος γύρω από αυτή. Και το πώς συνεχίζουμε να εσωτερικεύουμε τις θεσμικές λογικές της επιτυχίας και της "εξωστρέφειας" με όρους αγοράς, ακόμη κι όταν δουλεύουμε σε ένα πλαίσιο όπως το ελληνικό όπου ένα τέτοιο κυνήγι επιτυχίας αποδεικνύεται αυτοαναιρούμενο.

Μεγάλο μέρος της ημερίδας εξαντλήθηκε σε ανεκδοτολογικές τοποθετήσεις που μας μετέφεραν γλαφυρά μεν στα στέκια του Βερολίνου πριν την πτώση του Τείχους και σκιαγράφησαν την προσωπικότητα του Ιωακειμίδη με το βλέμμα των οικείων του, δεν έθεσαν όμως δυστυχώς το πλαίσιο μες στο οποίο έδρασε με έναν πιο στιβαρό θεωρητικό τρόπο που θα μας βοηθούσε να σκεφτούμε πάνω σε αυτό και τις εξελίξεις ως σήμερα. Μετατρέποντας για μια ακόμη φορά την αποτίμηση ενός ιστορικού γεγονότος που έλαβε χώρα σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες (το τότε ενδιαφέρον για την Ελλάδα αποδίδονταν σε μεγάλο βαθμό στην πτώση της Χούντας, και ίσως η αμέσως επόμενη στιγμή που η χώρα μας συγκέντρωσε το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον ήταν την εποχή της οικονομικής κρίσης) σε ένα είδος μνημοσύνου, όπου μάλιστα ο "συγγενής” που τολμά να αναφέρει μια πτυχή του νεκρού που μπορεί να θεωρηθεί προσβλητική με τα σημερινά δεδομένα, εγκαλείται.

"Πόσο συναρπαστικό είναι το πεδίο της ιστορίας της τέχνης! Πόση δουλειά υπάρχει εδώ για έναν μαρξιστή!"
Το γεγονός ότι εξακολουθούμε να μιλάμε σήμερα για τον επιμελητή/καλλιτέχνη ως μοναδικότητα ξεκομμένη από το κοινωνικοπολιτικό συγκείμενο και την ένταξη στον Κανόνα ως δεδομένο, αυτοσκοπό και προσωπική υπόθεση επιτυχίας ή αποτυχίας, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη το πώς εγγράφονται στις πρακτικές μας ιδεολογίες, ταξικά, γεωγραφικά και άλλα χαρακτηριστικά ή το πώς συγκεκριμένες θεσμικές πολιτικές ορίζουν το τι θεωρείται διεθνώς σημαντικό και ενδιαφέρον είναι, αν μη τι άλλο, χαρακτηριστικό της αδυναμίας να επιστημονικοποιηθεί ο λόγος για την τέχνη στην Ελλάδα.

Eight Artists, Eight Attitudes, Eight Greeks (Οκτώ καλλιτέχνες, οκτώ αντιλήψεις, οκτώ Έλληνες), στο ICA, Λονδίνο 1975
Κάτι το οποίο μας προβληματίζει ακόμη περισσότερο δεδομένου του ότι τόσο ο Ζαχαρόπουλος όσο και, φυσικά, ο Νίκος Χατζηνικολάου, Ομότιμος Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης, έχουν συμβάλλει σημαντικά στην κατανόηση της τέχνης σε ένα πολιτικό, φιλοσοφικό πλαίσιο, όπου οι καλλιτέχνες δεν είναι εκκεντρικές μοναδικότητες αλλά αποτελούν μέρος ευρύτερων κοινωνικοπολιτικών, ταξικών και έμφυλων αγώνων. Της πάλης των τάξεων, για να θυμηθούμε και το δοκίμιο αναφοράς του Χατζηνικολάου "Ιστορία της τέχνης και πάλη των τάξεων" (1973). "Οι συνθήκες" δεν ήταν ένα σκηνικό κρεμασμένο στον τοίχο στο βάθος της σκηνής αλλά παράγοντας που συμμετείχε ενεργά στη λογική του βιβλίου, τόσο γιατί η δικτατορία στην Ελλάδα καθόριζε τη σκέψη μας όσο και γιατί η εκκαθάριση λογαριασμών με την αστική ιστορία της τέχνης αποτελούσε μέρος των ευρύτερων προβληματισμών μου.", γράφει σχετικά ο ίδιος επανεπισκεπτόμενος το κείμενό του στο "Ιστορία της τέχνης και πάλη των τάξεων: Μια ανάγνωση” (περ. Κρίση, τ.10, Μαρξιστικές προσεγγίσεις στην ιστορία της τέχνης, 2021/2.)

"Πόσο συναρπαστικό είναι το πεδίο της ιστορίας της τέχνης! Πόση δουλειά υπάρχει εδώ για έναν μαρξιστή!". Η φράση του Λένιν που διάλεξε για μότο του βιβλίου ο Χατζηνικολάου παραμένει, βεβαίως, επίκαιρη, και όπου μαρξιστής μπορείς να προσθέσεις σήμερα φεμινίστρια, ανθρωπολόγος αλλά και άλλες σύγχρονες ριζοσπαστικές επιστημολογίες που έχουν προσθέσει πολύτιμα εργαλεία για να προσεγγίσουμε το πεδίο της τέχνης και την ιστορία του.
Θα περιμέναμε, λοιπόν, μια πιο κριτική ιστοριογραφική προσέγγιση τόσο στην ημερίδα του ΕΜΣΤ όσο και στην έκδοση "Ελληνικός Μήνας στο Λονδίνο 50 Χρόνια μετά” που εγκαινιάζει τη σειρά Τετράδια του ΕΜΣΤ, η οποία θα συνοδεύει αρχειακές και ιστορικές εκθέσεις, καταγράφοντας και ενισχύοντας, όπως προλογίζει η διευθύντρια του ΕΜΣΤ, "τις πρακτικές μνήμης του μουσείου, διασφαλίζοντας ότι η γνώση και η έρευνα που παράγονται μέσα από τις εκθέσεις συνεχίζουν να διαχέονται και πέρα από τον εκθεσιακό χώρο”.
"Το αρχείο δεν μιλά από μόνο του"

Είναι γεγονός ότι το ΕΜΣΤ επιτελεί συστηματικά και με συνέπεια τη "συνέχεια της έκθεσης πέρα από την έκθεση” μέσα από το δυναμικό δημόσιο πρόγραμμά του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, θεωρούμε ότι η πλαισίωση του Ελληνικού Μήνα, πέρα από την επιμελή σκιαγράφηση του γεγονότος και των διαφορετικών λόγων που αυτό υπήρξε σημαντικό από την επιμελήτρια ως έναυσμα για σκέψη, περιορίστηκε στην παρουσίαση του αρχειακού φωτογραφικού και δημοσιογραφικού υλικού της εποχής και στις προφορικές ιστορίες, ειπωμένες με έναν χαλαρό κουβεντιαστό τρόπο, χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση ή εννοιολόγηση. Σαν να ανοίγει, όπως και το Τετράδιο, ένα φωτογραφικό άλμπουμ της εποχής, αντί να παράγει νέα θεωρητική/ιστοριογραφική γνώση. Αφήνοντάς μας μετέωρες, χωρίς εργαλεία, όπως θα περιμέναμε από μια σειρά όπως τα Τετράδια, διότι το μουσείο και οι μελετητές του έχουν πρόσβαση σε πολύ υλικό προκειμένου να αξιολογήσουν,κατανοήσουν, αναλύσουν, διασυνδέσουν αυτά τα μετέωρα τεκμήρια, ενώ η αναγνώστρια δεν έχει.
Το αρχείο, άλλωστε, "δεν μας μιλά από μόνο του, εμείς του απευθύνουμε ερωτήματα” όπως σωστά επεσήμανε η Ελπίδα Καραμπά, Θεωρητικός τέχνης, επιμελήτρια, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, σημειώνοντας ότι σήμερα η επίκληση του αρχείου είναι επιτακτική, το ίδιο όμως και ο αρχειακός εγγραματισμός. Είναι πολύ σημαντικό και απολύτως απαραίτητο ότι το ΕΜΣΤ κάνει αυτό το άνοιγμα στο παρελθόν, η δουλειά με την ιστορία και τα αρχεία είναι κρίσιμη για ένα μουσείο και αναμένουμε με πολύ ενδιαφέρον τη συνέχεια.
Η φαντασίωση της ένταξης στον Κανόνα

Η συζήτηση για τον Ελληνικό Μήνα αν μη τι άλλο αποκαλύπτει τις εμμένειες του πεδίου και αναδεικνύει το επαναλαμβανόμενο αίτημα για τον διεθνή ορίζοντα της "ελληνικής τέχνης” με όρους απολιτίκ διεθνοποίησης που θεωρεί τις ιεραρχίες αυταπόδεκτες και δεν αμφισβητεί ή έστω δεν λαμβάνει υπόψη τα ηγεμονικά και κρυπτοαποικιακά αφηγήματα που έχουμε εσωτερικεύσει, όπως μας θύμισε η τοποθέτηση της Καραμπά. Η οποία μίλησε για όσες δουλεύουν συνειδητά με επίκεντρο την εντοπιότητα, όχι εθνικιστικά, μετατρέπουν τη δυσφορία για τους όρους πεδίου σε απολαυστική μαχητικότητα και αγκαλιάζει την αποτυχία ως θέση πολιτική (με την έννοια της "low theory” που εισάγει στο Queer art of failure ο Jack Halberstam).
Πώς σκεφτόμαστε σήμερα την εύστοχη σκιαγράφηση της επιμελητικής πρακτικής του Χρήστου Ιωακειμίδη από τον αρχιτέκτονα-επιμελητή Γιώργο Τζιρτζιλάκη με επίκεντρο στην έλξη του για την δύναμη, την ενόρμηση προς την ένταση της μορφής, το ότι δεν έδινε χώρο στη ρωγμή, την αδυναμία - το θηλυκό, όπως πρόσθεσε η επιμελήτρια Ελένη Κούκου; Την αντίληψή του για τον καλλιτέχνη ως ατομικότητα - κολοσσιαία προσωπικότητα σε μια εποχή που αναδύονταν το συλλογικό στην τέχνη; Τη φαντασίωσή του για τον Κανόνα και την ένταξη του Έλληνα καλλιτέχνη σε αυτόν; Την απόλυτη πίστη του στο ότι η τέχνη δεν υπάρχει χωρίς την αγορά; Πώς φτιάχνουμε τους προγόνους μας (όπως είπε ο επιμελητής εκδόσεων του ΕΜΣΤ Θεόφιλος Τραμπούλης με αναφορά στον Μπόρχες);
"Πού είναι η ιστορία της τέχνης, όταν εκείνα που ενδιαφέρουν τον/την ειδήμονα είναι α) ο έλεγχος και η απόδειξη της αυθεντικότητας του έργου, β) η ταυτοποίηση του δημιουργού του και γ) η ελκυστική περιγραφή του;" για να θυμηθούμε τον Χατζηνικολάου και τον τρόπο που "άνοιξε" την "εικόνα" στον χώρο της ιδεολογίας γιατί "διαφορετικά, ο χώρος της "καλλιτεχνικής", λεγόμενης, παραγωγής θα παρέμενε υπεράνω της κοινωνίας, αδιαπέραστος και ακατανόητος στις συγκεκριμένες μορφές που παίρνει μέσα στον χρόνο”. "Η εκλαϊκευμένη προσωπολατρία αποτελεί μύηση στον αυταρχισμό. Το περιβάλλον που είχαν δημιουργήσει οι πότε μελοδραματικές, πότε ηρωοποιημένες αλλά πάντοτε εξιδανικευμένες ερμηνείες της τέχνης και των καλλιτεχνών ήταν αποπνικτικό.”

Στις τοποθετήσεις των σύγχρονων επιμελητών/τριών έγινε αν μη τι άλλο αισθητός ο πλουραρισμός του πεδίου, όπου άλλοι επιμένουν να θέτουν αξιολογικά κριτήρια με όρους αγοράς, όπως αυτή ορίζεται στα κέντρα του παγκόσμιου καπιταλισμού, κι άλλες φέρνουν στο προσκήνιο τη μετατόπιση της επιμέλειας ως διαδικασία στον διάλογο με τον καλλιτέχνη/ιδα, στην προβληματικοποίηση του να σκεφτόμαστε με όρους εθνικής εκπροσώπησης, στην ανάγκη να ψάξουμε στη λαϊκή και τοπική παράδοση αφηγήματα που δεν έχουμε διδαχθεί και να ξανασκεφτούμε μέσα από αυτά την ταυτότητά μας πέρα από εθνικιστικούς όρους, αλλά και τους περιορισμούς που θέτουν τα σύγχρονα χρηματοδοτικά εργαλεία τα οποία εξαρτώνται από διεθνείς ατζέντες (πτυχές που ανέδειξε στην παρέμβασή της η επιμελήτρια Εύα Βασλαματζή).
Ποιόν ενδιαφέρουν οι Ελληνικοί Μήνες;

Με ποιούς όρους είναι σημαντικός ο Ελληνικός Μήνας και πόσο το συγκεκριμένο αφήγημα της καλλιτεχνικής "εξωστρέφειας" με το βλέμμα στην αγορά και την ένταξη σε έναν συγκεκριμένο "διεθνή” Κανόνα λειτουργεί αποπροσανατολιστικά για τους καλλιτέχνες και τις καλλιτέχνιδες σήμερα;
'Όπως κάνει σαφές και η απάντηση του συνεπιμελητή του Ελληνικού Μήνα Norman Rosenthal σε σημερινή ερώτηση της διευθύντριας του Hellenic Centre στο Λονδίνο Νάγιας Γιακουμάκη στο πλαίσιο κειμένου της για το περιοδικό Χταπόδι του ΕΜΣΤ για το τι σήμαινε για την Ελλάδα και το Ηνωμένο Βασίλειο ο Ελληνικός Μήνας και τι θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει ένα ανάλογο εγχείρημα σήμερα: "Στο Λονδίνο, οι εκθέσεις και οι άλλες εκδηλώσεις δεν είχαν ιδιαίτερο αντίκτυπο∙ στην Ελλάδα, αντίθετα, ο αντίκτυπος τους ήταν τεράστιος και εκείνη την εποχή στην Αθήνα υπήρξαν έντονες διαμάχες. Στο Λονδίνο όμως, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε και κανείς δεν γνώριζε περί τίνος πρόκειται!" Τον ρώτησα κατά πόσον ένα παρόμοιο εγχείρημα θα γνώριζε απήχηση, αν σχεδιαζόταν σήμερα. Απάντησε δίχως περιστροφές: "Δεν έχω την παραμικρή ιδέα! Δεν μπορώ να σας πω. Τότε ήταν αλλιώς. Γιορτάζαμε την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών, για το τώρα δεν είμαι σίγουρος".
Αν δεχθούμε, λοιπόν, ότι ο Ελληνικός Μήνας του Λονδίνου ήταν ένα τόσο σημαντικό γεγονός που θα διδάσκεται πλέον στα πανεπιστήμια, όπως ακούσαμε στην ημερίδα, ας αναλογιστούμε με ποιά εργαλεία θα διδάσκεται αυτός.
Τελικά δεν έχουμε απομακρυνθεί όσο νομίζουμε ή όσο θα φανταζόνταν κανείς από τη δεκαετία του '70, όχι μόνο ως προς τους μηχανισμούς και τις ιεραρχίες που ορίζουν το "διεθνές", αλλά και ως προς τη νοοτροπία με την οποία τις εσωτερικεύουμε.
Ποιά υποκείμενα προβάλλουμε και με ποιόν τρόπο; Πώς ξαναθέτουμε σήμερα τη συζήτηση περί επιτυχίας, διεθνούς καριέρας, τοποθέτησης της Ελλάδας στον "χάρτη” διαφορετικά από ότι το 1975, το 2004 ή το 2017; Τι μας λέει η "επιτυχία” καλλιτεχνών/ιδων από άλλες "περιφερειακές” γεωγραφίες διαφορετικές χρονικές στιγμές της τελευταίας 25ετίας αν διαβαστούν σε συνάρτηση με το γεωπολιτικό πλαίσιο πίσω από αυτές, τις εθνικές πολιτικές, τα οικονομικά συμφέροντα όσων επένδυσαν σε αυτές ή όσων τις "αγόρασαν”; Με ποιούς όρους είναι σημαντικός ο Ελληνικός Μήνας και πόσο το συγκεκριμένο αφήγημα της καλλιτεχνικής "εξωστρέφειας" με το βλέμμα στην αγορά και την ένταξη σε έναν συγκεκριμένο "διεθνή” Κανόνα λειτουργεί αποπροσανατολιστικά για τους καλλιτέχνες και τις καλλιτέχνιδες σήμερα; Τελικά δεν έχουμε απομακρυνθεί όσο νομίζουμε ή όσο θα φανταζόνταν κανείς από τη δεκαετία του '70, όχι μόνο ως προς τους μηχανισμούς και τις ιεραρχίες που ορίζουν το "διεθνές", αλλά και ως προς τη νοοτροπία με την οποία τις εσωτερικεύουμε.
"Ο κόσμος της τέχνης είναι χιλιάδες χωριά"

"Είναι δύσκολο να μιλήσεις για τον κόσμο της τέχνης γιατί ο κόσμος της τέχνης είναι χιλιάδες χωριά" μας είχε πει σε συνέντευξή μας η επί χρόνια κριτικός και αρχισυντάκτρια του εμβληματικού περιοδικού τέχνης Frieze Jennifer Higgie, μιλώντας για το πώς έχει αλλάξει η αντίληψη της τοπικότητας και της εντοπισμένης γνώσης, το πώς συζητάμε για το κέντρο την περιφέρεια σήμερα απ’ ότι πριν 25 χρόνια παράδειγμα. "Υπάρχει ένας μη ελκυστικός κόσμος της τέχνης για τον οποίο δεν ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα, ένας κόσμος δισεκατομμυριούχων με γιοτ που με κάνει να αρρωσταίνω όταν σκέφτομαι πόσα λεφτά σπαταλώνται για την τέχνη ανεξαρτήτως του πόσο σπουδαίοι είναι οι καλλιτέχνες, και δίπλα σε αυτόν υπάρχουν εκπληκτικοί καλλιτεχνές.ιδες, κολλεκτίβες, κριτικοί και άνθρωποι που προσπαθούν να καταλάβουν τον κόσμο μέσα από αυτή την τρελή, υπέροχη γλώσσα, τη γλώσσα της τέχνης, μια γλώσσα που είναι γεμάτη δυνατότητες. Υπάρχουν καλλιτέχνες ακτιβιστές που προσπαθούν να βοηθήσουν τον κόσμο αλλά και καλλιτέχνες που ονειρεύονται στο γραφείο τους και δημιουργούν υπέροχα πράγματα. Και φυσικά υπάρχουν οι μεγάλες πανάκριβες γκαλερί με παραρτήματα ανά τον κόσμο αλλά η πλειοψηφία των γκαλεριστών είναι πολύ σκληρά εργαζόμενοι και στέκονται δίπλα στους καλλιτέχνες τους που δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν χωρίς αυτούς. Τους βγάζω το καπέλο! Ο κόσμος της τέχνης λοιπόν είναι αυτό το διαρκώς μεταβαλλόμενο τέρας με τα πολλά κεφάλια. Εχω κι εγώ τον κόσμο της τέχνης μου και είναι πολύ ήσυχος και φιλόξενος".
Στην ίδια συνέντευξη η Higgie μας είχε μιλήσει με μια υπερβάλλουσα κατά την άποψη μου αισιοδοξία για τις δυνατότητες της τεχνοκριτικής και της διεθνούς ορατότητας σήμερα αλλά και το χρέος των διεθνών περιοδικών να απαντούν σε προτάσεις για κριτικές από πόλεις σαν την Αθήνα. Γράφοντας κριτικές και σε διεθνή περιοδικά την τελευταία 20ετία, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι οι προτάσεις μου γίνονται πιο εύκολα δεκτές σε συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συγκυρίες που η Αθήνα μοιάζει ελκυστική, ή να αναγνωρίσω τα μοτίβα σχέσεων και εξουσιών που προσδιορίζουν κάθε φορά το τι αφορά κατά τους αρχισυντάκτες/τριες το διεθνές κοινό. Επί του παρόντος 7 περίπου e-mail με προτάσεις για κριτική δυο εκθέσεων νέων ελληνίδων καλλιτέχνιδων/ επιμελητριών σε δημόσια μουσεία της πόλης μένουν προς το παρόν αναπάντητες.


