Maurizio Cattelan, We, 2010 © ο καλλιτέχνης. Eυγενική παραχώρηση του Ιδρύματος ΔΕΣΤΕ
"Tomorrow Is Cancelled", το αύριο ακυρώθηκε, διαβάζουμε στην χειρόγραφη πινακίδα - έργο του Βρετανού David Shrigley που μας υποδέχεται στην έκθεση "Gen X: Tales from the Forgotten Generation" στον πρώην βιομηχανικό χώρο του Ιδρύματος ΔΕΣΤΕ στη Νέα Ιωνία.
"I'm Desperate”, είμαι απελπισμένος, "φωνάζει” με τον δικό του τρόπο ο κουστουμαρισμένος γιάπης στη φωτογραφία της Gillian Wearing, από τη σειρά "Signs That Say What You Want Them to Say and Not Signs That Say What Someone Else Wants You to Say”.
Στο βάθος της ίδιας αίθουσας, οι πιθηκόμορφοι "Masters of the Universe”, αυτοπορτρέτα του καλλιτεχνικού duo Tim Noble & Sue Webster σε φυσικό μέγεθος βγάζουν τη γλώσσα στο hype που είχε επενδυθεί γύρω από την προσωπικότητα του καλλιτέχνη - σταρ στη Βρετανική σκηνή της δεκαετίας του ‘90.



Καλωσήρθατε στα ‘90s. Όσοι ενηλικιωθήκαμε τη δεκαετία εκείνη, με τα βιβλία των εκδόσεων Οξύ, τη Britpop, το Trainspotting, το MTV και τα rave party, αισθανόμαστε σαν να μπαίνουμε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, καθώς περιηγούμαστε ανάμεσα στα δεκάδες έργα από τη Συλλογή Δάκη Ιωάννου, δηµιουργίες καλλιτεχνών γεννηµένων µεταξύ 1960 και 1980, τα οποία ο επιμελητής Massimiliano Gioni, Καλλιτεχνικός Διευθυντής του New
Museum και σταθερός συνεργάτης του Ιδρύματος ΔΕΣΤΕ, αντιπαραβάλλει με τσιτάτα από βιβλία, ταινίες και τραγούδια εκείνης της εποχής.
H ξεχασμένη γενιά

"Ζούμε μικρές ζωές στο περιθώριο· είμαστε περιθωριοποιημένοι και είναι πολλά εκείνα στα οποία επιλέγουμε να μη συμμετέχουμε. Θέλαμε σιωπή και τώρα την έχουμε... Τα συστήματά μας έχουν πάψει να λειτουργούν, φραγμένα από την οσμή των φωτοτυπικών, του μπλάνκο, και του ατελείωτου στρες των ανώφελων εργασιών, που εκτελούνται απρόθυμα με ελάχιστο χειροκρότημα". γράφει ο Douglas Coupland στο "Generation X - Ιστορίες για μια έκρυθμη κουλτούρα”, το βιβλίο που σκιαγράφησε πιο εμφατικά τη γενιά που εμπνέει την έκθεση "µια γενιά µετέωρη µεταξύ της φθίνουσας µεταπολεµικής αισιοδοξίας και ενός αβέβαιου µέλλοντος που χαρακτηρίζεται από την οικονοµική επισφάλεια και την αποµάκρυνση από έναν όλο και πιο εµπορευµατοποιηµένο κόσµο.” Την "Ξεχασµένη Γενιά,” που μεγάλωσε χωρίς στενή γονική εποπτεία καθώς και οι δύο γονείς εργάζονταν, έζησε από πρώτο χέρι τη μετάβαση από την αναλογική στην ψηφιακή κουλτούρα, μπούχτισε από τον καταναλωτισμό και το κυνήγι της καριέρας, είδε ζωντανά στις οθόνες της τον Πόλεμο στον Κόλπο, έχασε φίλους από AIDS.

Μια γενιά οι ανησυχίες της οποίας για την ταυτότητα, την κατανάλωση, το σεξ, το ανθρώπινο και το μη ανθρώπινο, ενσαρκώθηκαν σε εμβληματικές εκθέσεις - σταθμός της συλλογής Δάκη Ιωάννου, όπως το Post Ηuman και το Everything That’s Interesting is New που εγκαινίασαν τη συμμετοχή του Ιδρύματος ΔΕΣΤΕ στα τοπικά πράγματα, η οποία έμελλε να συστήσει στο τοπικό κοινό μια σειρά σημαντικούς διεθνείς καλλιτέχνες του Αγγλοσαξωνικού κόσμου "εν τη γεννέσει τους” αλλά και να γαλουχήσει μια ολόκληρη γενιά σε έναν συγκεκριμένο τρόπο να βλέπεις σύγχρονη τέχνη, άμεσα συνδεδεμένο με τον κόσμο της αγοράς και συγκεκριμένα καλλιτεχνικά κέντρα της εποχής.



Ομορφιά φτιαγμένη από τα βαρετά
Ξαναδιαβάζοντας τα δελτία Τύπου εκείνων των εκθέσεων και τις αναφορές στην εποχή της κλωνοποίησης, των πλαστικών εγχειρήσεων και των πρώτων εμφυτευμάτων εγκεφάλου με μικροτσίπ, αντιλαμβάνεσαι πόσο απέχουμε αλλά και πόσο δεν απέχουμε από κάποιους από τους τότε προβληματισμούς που παρουσιάζονται σε ορισμένα από τα έργα της έκθεσης "Gen X: Tales from the Forgotten Generation". Καλωδιωμένα σώματα, διαμελισμένα ή παραμορφωμένα άτομα, σπίτια βγαλμένα από σενάρια καταστροφής, νοσταλγία για τον "φυσικό” κόσμο, ιστορικά γεγονότα που ανακυκλώνονται και καθίστανται μπανάλ μέσω της τηλεοπτικής τους μετάδοσης, αλλά και "ομορφιά” φτιαγμένη από βαρετά, καθημερινά, τεχνητά υλικά όπως strobe lights και found footage από την τηλεόραση που παίζει σε λούπα.

Έργα όπως η εγκατάσταση "Your strange certainty still kept” του Olafur Eliasson, που δημιουργεί ένα μαγικό τοπίο από σταγόνες νερού και strobe lights, το "Head” της Cheryl Donegan, μια βιντεοσκοπημένη περφόρμανς στην οποία το στόμα της καλλιτέχνιδας φλερτάρει με ένα δοχείο γάλα σε μια ηδονοβλεπτική αυτοερωτική "άσκηση" υπό τους ήχους ποπ μουσικής, το βίντεο "Copyright” του Αμερικανού καλλιτέχνη Seth Price, το οποίο αποτελείται από οικειοποιημένο ειδησεογραφικό υλικό που καταγράφει την απόπειρα δολοφονίας του προέδρου των ΗΠΑ Ronald Reagan το 1981, ή το πολύωρο βίντεο Monument for X του Douglas Gordon, όπου προβάλλεται αδιάκοπα, σε αργό ρυθμό, ένα παθιασμένο φιλί, μοιάζουν με αειθαλή screenshots μιας εποχής που η τέχνη άλλαζε μαζί με την πραγματικότητα γύρω της.


Που εξαντλείται η αναβίωση της γενιάς Χ;
Παρόλα αυτά, όσο περιηγείσαι στους βιομηχανικούς χώρους του Ιδρύματος, η δυναμική της έκθεσης αδυνατίζει, η αλληλοδιαδοχή έργων με οπτική συνάφεια μπουκώνει (πόσο μάλλον όταν στην πλειοψηφία τους πρόκειται για έργα με έντονη οπτική παρουσία), το εύρημα της αντιπαραβολής έργων και λογοτεχνικών ή άλλων κειμένων κουράζει, τα εμβόλιμα έργα νεότερων καλλιτεχνών της συλλογής μοιάζουν μετέωρα και η σύνδεσή τους με τη θεματική βεβιασμένη και περιγραφική. Τι σχέση έχουν τα βίντεο - "κολάζ” του Matthew Barney με αυτά της Χάρις Επαμεινώνδα; Γιατί πρέπει να διαβάσουμε μια νέα καλλιτέχνιδα που κάνει close up στα κινητά μας με τον ίδιο τρόπο που βλέπουμε καλλιτέχνες των ‘00s που απεικόνιζαν μεν τους υπολογιστές την ίδια στιγμή όμως έφτιαχναν βίντεο παιχνίδια και περσόνες της πρώτης εποχής του διαδικτύου;


Την ίδια στιγμή, δεν θα μας έκανε κακό λίγο context για να μυηθούμε στην εποχή, το γεωγραφικό πλαίσιο, τις υποκουλτούρες, τις ιδιαίτερες συνθήκες που γέννησαν μερικά από τα παλιότερα έργα, ειδικά σε μια εποχή που όλο και περισσότερο νέοι καλλιτέχνες και επιμελητές αναζητούν να συνδεθούν με "προγόνους” τους, να έρθουν σε επαφή με τις καλλιτεχνικές σκηνές και τα "σόγια” άλλων, πρόσφατων, εποχών.
Μπορείς να μπεις στο σύμπαν του Kai Althoff μέσα από ένα χαριτωμένο ύστερο γλυπτό κι ένα παστέλ αν δεν γνωρίζεις τίποτε για την εποχή, το σχεσιακό πλαίσιο, τις μουσικές, την κουλτούρα μέσα από την οποία γεννήθηκαν τα περιβάλλοντά του;


"Για να ξαναδούμε τη Gen X μέσω της συλλογής Δάκη Ιωάννου και να διερευνήσουμε σχέσεις ανάμεσα στην τότε "γενιά της παραίτησης” και την αντίστοιχη σημερινή, αλλά και για να ξαναδούμε μια εμβληματική συλλογή θα χρειαζόταν μια διαφορετική επιμελητική ματιά, κατά πάσα πιθανότητα από μια επιμελητική ομάδα που να μην έχει ξαναδουλέψει με τη συλλογή και να μπορεί να τη δει με φρέσκια ματιά."
Διεθνώς οι συλλογές επαναπροσδιορίζονται και επανεκτίθενται με νέα κριτήρια, εργαλεία και μεθοδολογίες (φεμινιστικές, από-αποικιακές κλπ.), ενώ η ιδέα ότι τα έργα τέχνης έχουν μια οικουμενική δύναμη που μπορούν να μας ξεκλειδώσουν με την πρώτη ματιά χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζουμε περισσότερα για τις δημιουργούς τους και το συγκείμενό τους προβληματικοποιείται.
Η έκθεση "Gen X: Tales from the Forgotten Generation” θα μπορούσε να είναι μια δυνατή, χρήσιμη έκθεση - επανεπίσκεψης μιας γενιάς και μιας δεκαετίας που επανεφευρέθηκε έκτοτε με διαφορετικούς τρόπους και ενέπνευσε νεότερους δημιουργούς σε διαφορετικά πεδία. Δεν είναι τυχαίο, ότι στην Tate Britain εγκαινιάζεται τον Οκτώβριο η έκθεση "The 90s: Art and Fashion”.
Για να ξαναδούμε όμως τη Gen X μέσω της συλλογής Δάκη Ιωάννου και να διερευνήσουμε σχέσεις ανάμεσα στην τότε "γενιά της παραίτησης” και την αντίστοιχη σημερινή, αλλά και για να ξαναδούμε μια εμβληματική συλλογή, έστω και στη λογική του "να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι”, θα χρειαζόταν μια διαφορετική επιμελητική ματιά, κατά πάσα πιθανότητα από μια επιμελητική ομάδα που να μην έχει ξαναδουλέψει με τη συλλογή και να μπορεί να τη δει με φρέσκια ματιά. Αντ’ αυτού η έκθεση "Gen X: Tales from the Forgotten Generation” αξίζει μεν τη βόλτα ως τη Νέα Ιωνία (στα εγκαίνια μάλιστα ακούσαμε ξένους επισκέπτες να απορούν που δεν έχει εξευγενιστεί ακόμη η περιοχή…), δεν καταφέρνει όμως παρόλα αυτά να παράξει μια νέα αφήγηση.


"Διάλεξε ζωή. Διάλεξε δουλειά. Διάλεξε καριέρα Διάλεξε οικογένεια. Διάλεξε μια μεγάλη γαμημένη τηλεόραση, διάλεξε πλυντήρια, αυτοκίνητα, στερεοφωνικά και ηλεκτρικά ανοιχτήρια κονσέρβας." Irvine Welsh Trainspotting, 1993.
Πίσω στην Ολυμπιακή Αθήνα η μεγάλη έκθεση του ΔΕΣΤΕ Monument to Now που είχε εγκαινιάσει τον χώρο της Νέας Ιωνίας δημιουργούσε ένα εντυπωσιακό σκηνικό αξιοποιώντας την κληρονομιά της πρώτης περιόδου της Συλλογής που εστίαζε στις πολιτικές και την αισθητική της τεχνητότητας για να αναδείξει αυτή τη φορά τις (οπτικές τους κυρίως) συγγένειες με τους νέους art darlings όπως ο Mauricio Cattelan και οι Noble & Webster. Η συλλογή και οι δεσμοί του συλλέκτη με κορυφαία διεθνή μουσεία, φουάρ, επιμελητές κλπ. ήταν ήδη αρκούντως δυνατοί και η ανάγκη για θεωρητική πλαισίωση της συλλογής έμπαινε πλέον σε δεύτερη μοίρα απ’ ότι την εποχή της πρώτης επαφής του Ιωάννου με τη Νεοϋορκέζικη σκηνή του neo geo και της "ποπ μετά την ποπ”. Πέρα από μια θεωρητική συζήτηση γύρω από τη μεταμοντέρνα ταυτότητα, τα επιμελητικά εγχειρήματα του Deitch στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές του ’90 μπορούν να ιδωθούν ως ένας σημαντικός κρίκος στην αλυσίδα ενός νέου κόσμου της τέχνης, ο οποίος αναδύθηκε στη Νέα Υόρκη της εποχής των γιάπις, παράλληλα με τη μετακίνηση των καλλιτεχνών του East Village προς το blue-chip SoHo, και θα προσδιοριζόταν, κατά τον Hal Foster, από "τη συμβατική αισθητική" ή "την τέχνη του κυνικού λόγου". Συγκεκριμένα ο Foster στο "The Return of the Real” έγραφε για τη διαμόρφωση ενός κόσμου της τέχνης στον οποίο, χωρίς ιδιαίτερη ειρωνεία, μια έμπορος τέχνης (Mary Boone) μπορούσε να παρουσιαστεί ως μετρ της αποδόμησης, ένας χρηματιστής (Jeff Koons) να αναλάβει τον ρόλο του Duchamp και ένας επενδυτικός τραπεζίτης (Jeffrey Deitch) να επικαλεστεί τη θεσμική κριτική ως καθοριστική επιρροή.


Καθώς το καλωδιωμένο σώμα - αυτόματο του Andro Wekua "Wait to Wait” μας κοιτάζει χωρίς να κοιτάζει, χωρίς παντελόνι, μες στο γυάλινο "κλουβί” του, ο Maurizio Cattelan εις διπλούν στέκει παγωμένος στο νεκροκρέβατό του (We) και τα γυναικεία γυμνά του Urs Fischer σιγοκαίνε και λιώνουν γεμίζοντας stories το Instagram, στεκόμαστε με αμηχανία μπροστά σε ένα ακόμη επιμελητικό assemblage εντυπωσιακών στο μάτι έργων που παρουσιασμένα εκτός πειστικού εννοιολογικού πλαισίου τονίζουν περισσότερο τα περιγραφικά στοιχεία της Συλλογής Δάκης Ιωάννου μες στο χρόνο. Μπορεί ως γενιά Χ να τελειοποιήσαμε την τέχνη του ζάπινγκ ως οι πρώτοι αποδεδειγμένα μαζικοί καταναλωτές εικόνων και ειδήσεων, σε μια εποχή όμως που όσα δοκιμάστηκαν στα ‘90s έχουν βρει την πλέον δυστοπική τους εξέλιξη γύρω μας, πηγαίνοντας σε μια έκθεση αναζητάμε περισσότερο από ποτέ ένα χώρο όπου μπορούμε να κάτσουμε να σκεφτούμε, να έρθουμε σε επαφή με μια άλλη γλώσσα. Οι "μεγάλες εκθέσεις” ως όρος, φορμάτ, εργαλείο δεν σημαίνουν πια το ίδιο για μας. Και αυτή η νοσταλγική παρέλαση - αναμάσημα παλαιότερων εκθέσεων της συλλογής, πέρα από την ευκαιρία να ξαναδούμε μεμονωμένα σημαντικά έργα και να προσπαθούμε να θυμόμαστε που τα πρωτοείδαμε και πώς ήταν η Αθήνα και ο κόσμος τότε, δεν έχει να μας προσφέρει και πολλά.

"Διάλεξε ζωή. Διάλεξε δουλειά. Διάλεξε καριέρα Διάλεξε οικογένεια. Διάλεξε μια μεγάλη γαμημένη τηλεόραση, διάλεξε πλυντήρια, αυτοκίνητα, στερεοφωνικά και ηλεκτρικά ανοιχτήρια κονσέρβας. Διάλεξε καλή υγεία, χαμηλή χοληστερίνη και οδοντιατρική ασφάλιση. Διάλεξε στεγαστικό δάνειο σταθερού επιτοκίου. Διάλεξε το πρώτο σου σπίτι. Διάλεξε φίλους. Διάλεξε σπορ ρούχα και και ασορτί βαλίτσες. Διάλεξε σετ καναπέδων με δόσεις σε μεγάλη γκάμα υφασμάτων. Διάλεξε να ασχολείσαι με μαστορέματα και να αναρωτιέσαι ποιος στο διάολο είσαι κάθε Κυριακή πρωί. Διάλεξε να κάθεσαι στον καναπέ, να παρακολουθείς τηλεπαιχνίδια που σου σκοτώνουν το μυαλό και τη διάθεση ενώ μπουκώνεται με junk food. Διάλεξε στο τέλος να σαπίσεις σε ένα θλιβερό γηροκομείο όπου θα κάνεις το τελευταίο σου κατούρημα όταν δεν θα σαι παρά ένα δυσάρεστο πρόβλημα για τα προβληματικά, εγωκεντρικά βλαστάρια που έσπειρες για να σε αντικαταστήσουν. Διάλεξε το μέλλον σου. Διάλεξε ζωή… Αλλά γιατί να κάνω κάτι τέτοιο; Διάλεξα να μη διαλέξω ζωή. Διάλεξα κάτι άλλο. Και οι λόγοι; Δεν υπάρχουν λόγοι."
Irvine Welsh Trainspotting 1993

Τώρα τελευταία μου φαινόταν λίγο σαν ένα μαύρο θαύμα το ότι οι άνθρωποι μπορούν πράγματι να νοιάζονται με πάθος για ένα θέμα ή μια δραστηριότητα, και να εξακολουθούν να νοιάζονται επί χρόνια και χρόνια. Να αφιερώσουν σ' αυτό όλη τους τη ζωή. Έμοιαζε θαυμαστό και θλιβερό ταυτόχρονα. Όλοι μας λαχταράμε να διαθέσουμε τη ζωή μας σε κάτι – ίσως. Στον Θεό ή τον Διάβολο, στην πολιτική ή τη γραμματική, στην τοπολογία ή τον φιλοτελισμό... το θέμα έμοιαζε επουσιώδες σε αυτή την τάση να δοθεί κανείς απόλυτα. Σε παιχνίδια ή σε βελόνες, σε κάποιον άλλο άνθρωπο. Έχει κάτι το θλιβερό. Μια φυγή από κάτι με τη μορφή της βύθισης σε κάτι. Φυγή από τι ακριβώς; Από αυτά τα δωμάτια τα γεμάτα περιττώματα και κρέας, και για ποιο σκοπό. Γι' αυτό μας ξεκινούν από τόσο μικρή ηλικία εδώ για να παραδοθούμε πριν έρθει η στιγμή που οι ερωτήσεις "γιατί" και "πώς' θα βγάλουν αληθινά ράμφη και νύχια.
-David Foster Wallace, Infinite Jest, 1996



