Το "Δεν θυμάμαι" του Κωστή Μαλούτα είναι το αποτέλεσμα μιας διαφωτιστικής και απελευθερωτικής διαδικασίας

Το "α" συζήτησε με τον συγγραφέα για τα "δεν θυμάμαι" του νέου βιβλίο του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γεννήτρια, αλλά και το δίπολο μνήμης-λήθης.

εκδόσεις Γεννήτρια

Δεν θυμάμαι τίποτα μετά το δεύτερο δεκαδικό του π.

Δεν θυμάμαι να έχω πλύνει ποτέ τα χέρια μου καθιστός.

Δεν θυμάμαι ποιος μου είπε ότι με κάτι φίλους του είχε πετάξει χαρταετό Κυριακή του Πάσχα.

Δεν θυμάμαι πότε αρχίσαμε να ελέγχουμε κάθε λίγο και λιγάκι την ορθότητα των λεγομένων μας στο ίντερνετ.

Δεν θυμάμαι τη μίζερη ευτυχία του να ζεις νύχτα.

Δεν θυμάμαι το τέλος των περισσότερων βιβλίων που έχω διαβάσει, σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και αν τα έχω διαβάσει παραπάνω από μία φορά, και το ίδιο μου συμβαίνει και με τις ταινίες.

Μ' αυτές τις προτάσεις, ξεκινά το νέο βιβλίο του Κώστα Μαλούτα Δεν θυμάμαι, το οποίο αποτελεί μια ενδιαφέρουσα συγγραφική άσκηση στη μνήμη και στη λήθη. Στο δοκιμιακής γραφής βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γεννήτρια, διαβάζουμε για περιστάσεις του παρελθόντος, ξεθωριασμένες αναμνήσεις, παρελθοντικά προσωπικά και συλλογικά βιώματα, που όλα εκκινούν από τη φράση – παραδοχή "δεν θυμάμαι".

Ο συγγραφέας, όπως διαβάζουμε και στο οπισθόφυλλο του Δεν θυμάμαι, αντιστρέφει το εγχείρημα του Ζορζ Περέκ στο Je me souviens και του Τζο Μπρέιναρντ στο I Remember, και παραθέτει, αντί για αναμνήσεις, σκέψεις για συνθήκες και γεγονότα που συνειδητοποιεί ότι η μνήμη του τα έχει απολέσει.

Το ιδιαίτερο, κατ' εμέ, στοιχείο του βιβλίου έγκειται στο γεγονός ότι η προσωπική (μη) ανάμνηση αποκτά συλλογικές διαστάσεις. Ούσα σχετικά κοντά ηλικιακά με τον συγγραφέα (γεννημένος το 1984) διέκρινα στις σελίδες του ψήγματα και προβολές του δικού μου εαυτού, αλλά και της γενιάς μας, αυτής των σαραντάρηδων, κάτι για τον οποίο τον ρώτησα, όπως και πολλά ακόμη, στη συνέντευξη που έδωσε στο "α".

Κωστής Μαλούτας
©Σοφία Μπούση

Η συγγραφική διαδικασία

Πόσο εύκολο είναι να χωρέσεις τόσα "δεν θυμάμαι" σε 150 σελίδες, όσο είναι και το βιβλίο; Ρώτησα τον Κωστή Μαλούτα, σχετικά με τη συγγραφική διαδικασία, το πώς προέκυψε το βιβλίο.

"Έγραφα κυρίως τα βράδια, από τις εννιά μέχρι όσο άντεχα, στο μπαλκόνι με το τετράδιό μου. Περιστασιακά σημείωνα κάτι κατά τη διάρκεια της ημέρας ή ξυπνούσα έχοντας στο μυαλό μου ένα ωραίο 'δεν θυμάμαι', αλλά το βιβλίο ουσιαστικά γράφτηκε κατά τις βραδινές ώρες, αφού έπεφτε για ύπνο ο γιος μου και μπορούσα να αναπολήσω με την ησυχία μου. Η διαδικασία της καθημερινής αναπόλησης ήταν διασκεδαστική, συγκινητική, διαφωτιστική, απελευθερωτική και εξαιρετικά εθιστική. Προσπάθησα να θυμηθώ κάθε περίοδο της ζωής μου, ανθρώπους αγαπημένους ή περαστικούς, ιστορίες που μου έκαναν εντύπωση κάποτε ή που δεν είχα πει ποτέ, πράγματα σημαντικά και πράγματα ασήμαντα. Η ευκολία που μου προσέφερε η δομή ήταν ασύγκριτα σημαντικότερη από τις δυσκολίες που μου έθεσε", απαντά ο συγγραφέας.

Η ειλικρινής μου απορία ήταν, αν κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια μνημόνευσης των μη μνημονηθέντων, στέρεψε από (μη) αναμνήσεις. "Μπορεί να βασανίστηκα με τη σύνταξη κάποιων προτάσεων, όμως κάθε φορά που καθόμουν να γράψω δεν ήμουν αναγκασμένος να ξαναμπώ σε κάποια ατμόσφαιρα ή να ξανασυνδεθώ με κάποια συνέχεια, όπως μου συμβαίνει με τη μυθοπλασία. Απλώς άρχιζα να αναπολώ και να σημειώνω ό,τι μου φαινόταν ενδιαφέρον. Σίγουρα υπήρξαν στιγμές που δυσκολεύτηκα να βρω την επόμενη σημείωση, και η αλήθεια είναι ότι κάποιες μέρες αυτού του ημερολογίου είναι πιο σύντομες, απ’ ό,τι θυμάμαι όμως αυτό είχε να κάνει περισσότερο με τον διαθέσιμο χρόνο και διάφορους άλλους παράγοντες. Για παράδειγμα, όσο το έγραφα πέρασα πρώτη φορά COVID, και παρόλο που δεν θυμάμαι ποια ήταν εκείνη η μέρα, η πιο εξοντωτική από όλες, θυμάμαι ότι περιείχε μόνο πέντε σημειώσεις. Πάντως νομίζω ότι με την τριβή το μυαλό μου άρχισε να εκπαιδεύεται, γι’ αυτό και μετά τη μέση του βιβλίου πυκνώνουν οι μακροσκελείς μέρες" εξηγεί φωτίζοντας τη διαδικασία συγγραφής του Δεν θυμάμαι.

Περαιτέρω, στην εύλογη απορία, αν κατέφυγε σε φίλους, παλιές παρέες και δικούς του ανθρώπους εξηγεί ο ίδιος: "Όσον αφορά τις εξωτερικές βοήθειες, δεν πήρα ούτε μία φορά τηλέφωνο κάποιον για να με βοηθήσει, όπως επίσης δεν μπήκα στο ίντερνετ παρά μόνο για λεπτομέρειες άσχετες με τη λύση κάποιου 'δεν θυμάμαι', γιατί αλλιώς τι νόημα θα είχε;"

Διαβάστε Επίσης

Το (απρόσμενο;) αναγνωστικό κοινό

Όπως επισημάνθηκε παραπάνω, διαβάζοντας το βιβλίο ένιωσα ότι είναι ένα μωσαϊκό αναμνήσεων της γενιάς των σημερινών σαραντάρηδων. Σ' αυτή τη διαπίστωση συνηγόρησαν και άλλοι γνωστοί μου, που έτυχε να έχουν διαβάσει το Δεν θυμάμαι, ενώ αυτή την αίσθηση δίνουν και διάφορες παρουσιάσεις - κριτικές που διάβασα μετέπειτα από χρήστες στο Goodreads. 

Άραγε, πώς πιστεύει ο Κώστας Μαλούτας ότι εκλαμβάνει τις ιστορίες του ένας νεότερος αναγνώστης; "Πέρα από αυτές που δεν θέτουν κάποιο χάσμα, και πέρα από αναφορές που
μοιραία δεν θα γίνουν κατανοητές ή αντιληπτές, πιστεύω ότι μπορεί να τις διαβάσουν με τη νοσταλγία που νιώθουμε για τα χρόνια της νεότητας των γονιών μας και για τα πράγματα που ζούσαν οι μεγάλοι όταν ήμασταν ακόμη παιδιά. Αλλά φυσικά δεν μπορώ να ξέρω. Όμως μιας και μου κάνετε αυτή την ερώτηση, θέλω να πω ότι πριν από λίγο καιρό έμαθα ότι ένα κορίτσι δέκα χρονών, αδερφή ενός καλού φίλου του γιου μου, διάβασε το βιβλίο μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο και της άρεσε πολύ, ενώ πιο πρόσφατα, ένας αδερφικός μου φίλος διάβασε με τον επίσης δεκάχρονο γιο του ένα μέρος του βιβλίου και πέρασαν ωραία, με παιδικές απορίες, πατρικές εξηγήσεις και απρόσμενες συζητήσεις. Δεν θυμάμαι να μου έχει συμβεί κάτι πιο συγκινητικό μέσω της γραφής", εξηγεί.

εκδόσεις Γεννήτρια

Το δίπολο μνήμης - λήθης και η έμπνευση του βιβλίου

Υπήρξαν στιγμές της ανάγνωσης που γέλασα, σε άλλες ένιωσα μια μελαγχολία για καταστάσεις και μέρη, που τέμνονται με στιγμές του νεότερου εαυτού μου. Διερωτήθηκα, αν ο ίδιος ο συγγραφέας αισθάνθηκε γράφοντας τις σελίδες του να συμφιλιώνεται ακόμη περισσότερο με τον χρόνο που περνάει; "Όχι τόσο με αυτόν που περνάει όσο με αυτόν που έχει περάσει", απάντησε.

Καθώς, όμως, το βιβλίο εξετάζει με τον ξεχωριστό τρόπο του τη λήθη, η φράση "δεν θυμάμαι" γίνεται το όχημα για να ανασυρθεί τελικά μια ανάμνηση. Άραγε πιστεύει ο συγγραφέας ότι η λήθη είναι πιο δημιουργική από την ίδια τη μνήμη;

"Πιστεύω ότι η μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τη μνήμη στη λήθη οδηγεί σε μια ελαφρώς, αλλά σημαντικά διαφορετική δημιουργικότητα. Εμφανίζει, προκαλεί, νομιμοποιεί άλλου είδους σημειώσεις, χρωματίζει αλλιώς τις αναμνήσεις που πλαισιώνουν τα κενά της μνήμης. Επιπλέον, αν δεν υπήρχε ο παράγοντας της λήθης, δεν θα υπήρχε το βιβλίο, δεν θα υπήρχε καμία σημείωση. Ήταν αυτό που ενεργοποίησε τη δημιουργικότητα", απαντά στο "α".

Καθώς μίλησε για δημιουργικότητα, η επόμενη ερώτηση εισέρχεται στα μονοπάτια της έμπνευσης. Πέρσι, τέτοια περίοδο, ένα από τα βιβλία που ξεχώρισε ήταν η Τελειότητα του Βινστένζο Λατρόνικο, το οποίο έχει βασιστεί στα Πράγματα του Ζορζ Πέρεκ. Το Δεν θυμάμαι αντλεί αντιστοίχως έμπνευση από τον Πέρεκ (και τον Μπρέιναρντ). Μετατοπίζοντας ελαφρώς τη συζήτηση, ρώτησα τον συγγραφέα τι πιστεύει ότι είναι αυτό που καθιστά το έργο του Πέρεκ τόσο ελκυστικό για τέτοιου είδους ασκήσεις στις μέρες;

Διαβάστε Επίσης

"Θα έλεγα ότι είναι η στάση του απέναντι στη γραφή, η ευρηματικότητα των μεθόδων του, η απίστευτη ποικιλία του έργου του, η πίκρα που πέθανε τόσο νωρίς, η βάσιμη υποψία ότι θα του άρεσε να ξέρει ότι κάποιος παίζει με τα παιχνίδια του. Ωστόσο, στο Θυμάμαι, ο Περέκ δεν είναι αυτός που επινοεί αλλά αυτός που μιμείται. Το συγκεκριμένο παιχνίδι ανήκει στον Μπρέιναρντ, και το βιβλίο μου αντλεί έμπνευση από την αντιστροφή αυτού του παιχνιδιού που έπαιξαν και οι δύο", απαντά.

Αντί επιλόγου

Γίνεται, όμως, να κάνεις συνέντευξη με έναν συγγραφέα, και να μην ρωτήσεις ή να μην ζητήσεις τη γνώμη του για βιβλία; Απαντώ "όχι", οπότε (προφανώς και) ρώτησα τον Κώστα Μαλούτα για τους αγαπημένους του συγγραφείς ή για βιβλία που ξεχώρισε αυτή την περίοδο.

"Τα τελευταία βιβλία που διάβασα πραγματικά ήταν τα τρία του Λαμπατούτ που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, και μου άρεσαν, όμως εδώ και περίπου έναν μήνα η καθημερινότητα με έχει κάνει να χάσω τον αναγνωστικό μου ρυθμό. Χαζοδιαβάζω το Βίοι ελάσσονες του Μισόν και ξαναδιαβάζω, επίσης χαζο-, τη Θιβετιανή βίβλο των νεκρών, μέχρι να βρω ένα ξέφωτο και να τα πιάσω από την αρχή. Έχει πλάκα, τη Βίβλο την αναφέρω και στο βιβλίο. Οι αγαπημένοι μου συγγραφείς τώρα... Δικοί μου άνθρωποι είναι ο Κορτάσαρ, ο Περέκ και ο Βόννεγκατ, και πολύ κοντά είναι ο Μπόρχες, ο Μπέρνχαρντ και κάποιοι άλλοι. Από Έλληνες, ο Ροΐδης και ο Αρανίτσης, τον οποίο ευτυχώς δεν έχω τελειώσει ακόμα. Έχω ήδη αποφασίσει ότι η Αφρική του θα είναι ένα από τα βιβλία που θα διαβάσω στις διακοπές", καταλήγει στις δηλώσεις του και ελπίζουμε θα καταφέρει να διαβάσει το βιβλίο!

*Το Δεν θυμάμαι κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γεννήτρια.

Διαβάστε Επίσης

Διαβάστε Επίσης

Διαβάστε ακόμα

Τελευταία άρθρα Τέχνες

"Ocean’s Breath": Ο ωκεανός ως ανάσα ζωής σε μια έκθεση στην Κεφαλονιά

Η ομαδική έκθεση "Ocean’s Breath" στην Κεφαλονιά συνδέει τέχνη και επιστήμη, φωτίζοντας τη σχέση μας με τον ωκεανό ως ζωντανό, εύθραυστο οικοσύστημα ζωής.

ΓΡΑΦΕΙ: ATHINORAMA TEAM
02/07/2026

Οι νικητές του πρώτου ελληνικού Βραβείου Χειροτεχνίας

Ο νέος θεσμός Nóema Craft Prize φιλοδοξεί να αναδείξει το ταλέντο δημιουργών που εξελίσσουν ενεργά τη σύγχρονη ελληνική χειροτεχνία. Δείτε τους νικητές του Μεγάλου Βραβείου και των Ειδικών Μνειών.

Παράταση για την έκθεση "Bathroom and...Human Stories"

Πυρήνα της αποτελεί η πρωτότυπη γλυπτική εγκατάσταση Bathroom, όπου παρουσιάζεται, σε φυσικό μέγεθος, το δωμάτιο ενός σπιτιού, η τουαλέτα του.

Το νέο βιβλίο του Χρύσανθου Πανά παρουσιάζεται στον ιστορικό κινηματογράφο "Ζαΐρα"

Το νέο βιβλίο του Χρύσανθου Πανά παρουσιάζεται στις 13 Ιουλίου στο ιστορικό κινηματοθέατρο "Ζαΐρα" στο Γαλάτσι.

Μια έκθεση - φάντασμα "στοιχειώνει" τη Λέσβο

Η έκθεση Spectral φέρνει σε διάλογο εικαστικά, φωτογραφία, χορό και μόδα, εξερευνώντας τη μνήμη, τα ίχνη και όσα μένουν αόρατα αλλά παρόντα.

To Tsoula Festival επανέρχεται δριμύτερο στην Αστυπάλαια

Από τις 4 έως τις 12 Ιουλίου η διοργάνωση που πήρε το όνομά της από το παραδοσιακό φυλαχτό της Αστυπάλαιας, επιστρέφει για να ξανακάνει τον κόσμο μία παρέα.

Ποιες εκθέσεις αξίζει να δείτε στην Αθήνα τον Ιούλιο

Αν αναζητάτε μια εικαστική έξοδο αυτό το καλοκαίρι, ρίξτε μια ματιά στις εκθέσεις που ξεχωρίζουν στην Αθήνα.