Η είδηση για τον ξαφνικό θάνατο της Άννας Καφέτση ήρθε λίγες μέρες αφότου χαιρετιόμασταν εγκάρδια στα Giardini της Βενετίας συζητώντας για τη Μπιενάλε. Μερικές εβδομάδες αφότου μας έκανε παρέα στη συν-αισθηματική συλλογική ανάγνωση που ενοχρήστρωσε ο Μάριος Χατζηπροκοπίου στην έκθεση της Τζένης Μαρκέτου στον Κήπο του Μεγάρου Μουσικής, στο πλαίσιο του εικαστικού προγράμματος του annexM, το οποίο διεύθυνε τα τελευταία χρόνια η Καφέτση έχοντας ενεργοποιήσει ανενεργούς χώρους του μέσω μιας σειράς εκθέσεων και δράσεων.
Την Άννα Καφέτση, όμως, οι άνθρωποι της γενιάς μου, θα τη θυμόμαστε πάντα ως διευθύντρια του ΕΜΣΤ. Δεν την προλάβαμε ουσιαστικά ως επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης, όπου παρήγαγε, με τη γνωστή της ενδελέχεια, έργο - αναφοράς με επίκεντρο εκθέσεις όπως η Συλλογή Κωστάκη και οι Μεταμορφώσεις του Μοντέρνου. Ήταν όμως μαζί μας από τις πρώτες εποχές του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης στο παγωμένο τότε κτίριο του Φιξ, όπου θα τη θυμάμαι πάντα, ανάμεσα στις σκαλωσιές και τα καλώδια, να μας λέει, προς υποστήριξη της τότε in progress εποχής του μουσείου, ότι όσοι έχουν ασχοληθεί με την τέχνη έχουν περάσει μερικές από τις πιο γενναιώδες στιγμές της σε παγωμένους χώρους. Και συχνά ήταν μόνη της, όπως μας είχε επισημάνει το 2010 κάνοντας τον απολογισμό των 10 χρόνων του ΕΜΣΤ, όπου είχε ζητήσει συγγνώμη από τους δημοσιογράφους που μιλούσε συχνά σε πρώτο πρόσωπο ("είναι όμως κυριολεξία, αφού το 2000 ήμουν πραγματικά μόνη μου").
Μόνη εναντίον...

Παρόλες τις επευφημίες που θα ακούσουμε σήμερα συχνά είχε να αντιμετωπίσει το άδειασμα της πολιτείας και τα εκάστοτε συμφέροντα, στα οποία προφανώς δεν συμπεριλαμβάνονταν, μέχρι πολύ πρόσφατα, το άνοιγμα του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης με τους όρους που απαιτεί ένα σύγχρονο μουσείο σήμερα.
Η Άννα Καφέτση υπήρξε η καθοριστική προσωπικότητα πίσω από τη δημιουργία του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Επί της Υπουργίας της Ελισάβετ Παπαζώη και μετέπειτα του Ευάγγελου Βενιζέλου ανέλαβε τη διεύθυνσή του το 2000 και το οργάνωσε από το μηδέν, χτίζοντας βήμα-βήμα τη συλλογή, τη φυσιογνωμία και τη θεσμική του ταυτότητα. Σε μια περίοδο που δεν υπήρχε ακόμη εθνικός θεσμός σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα, αφιερώθηκε, όπως μας θυμίζει η ανακοίνωση του ΕΜΣΤ, ολοκληρωτικά στη συγκρότησή του, με αδιάκοπη πίστη στην ανάγκη ύπαρξης ενός τέτοιου μουσείου. Κάτι διόλου εύκολο, αφού παρόλες τις επευφημίες που θα ακούσουμε σήμερα συχνά είχε να αντιμετωπίσει το άδειασμα της πολιτείας και τα εκάστοτε συμφέροντα, στα οποία προφανώς δεν συμπεριλαμβάνονταν, μέχρι πολύ πρόσφατα, το άνοιγμα του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης με τους όρους που απαιτεί ένα σύγχρονο μουσείο σήμερα.
Δύσκολα ξεχνιέται ο πόλεμος που είχε να αντιμετωπίσει από διαφορετικές μεριές, με αποκορύφωμα εκείνον με το τότε ΔΣ του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης την περίοδο πριν την αποπομπή της με ΦΕΚ το 2014 "για λόγους δημοσίου συμφέροντος" (επί θητείας του Κωνσταντίνου Τασούλα στο ΥΠΠΟ). Όταν σημαντικό κομμάτι του Τύπου σιγόνταρε την άποψη του ΔΣ και τις αποφάσεις της πολιτείας και ακόμη και το Εικαστικό Επιμελητήριο να έχει διαλέξει την κατάλληλη στιγμή να την κατηγορήσει ότι προωθεί πολιτικές εμπορευματοποίησης! Την ίδια στιγμή που κορυφαίοι διεθνείς καλλιτέχνες και μεγάλη μερίδα του εγχώριου καλλιτεχνικού πεδίου υπέγραφε επιστολή συμπαράστασης της.
Η Άννα Καφέτση δεν ήταν σίγουρα ένας "εύκολος άνθρωπος” ούτε προφανώς αλάνθαστη, και όσες έχουμε παρακολουθήσει το έργο της έχουμε καταθέσει την κριτική μας για συγκεκριμένες πτυχές του, δύσκολα όμως μπορεί καμια να αντιληφθεί τη θέληση, το πείσμα, την ακεραιότητα που απαιτεί ένα έργο όπως αυτό που κληροδότησε στη (δημόσια) Ελλάδα, όπως τη γνωρίζουμε.
Βλέποντας τέχνη με τον τρόπο του ΕΜΣΤ
Δεν είναι διόλου αμελητέο το ότι χάρη στην Καφέτση εκπαιδευτήκαμε σε ένα είδος τέχνης που τότε μπορούσαμε να δούμε μόνο σε διεθνείς εκθέσεις εκτός συνόρων όπως η Documenta και οι μπιενάλε, όπου το γούστο και οι επιλογές της εγχώριας αγοράς και των κραταιών τότε συλλεκτών δεν αποτελούσαν τα μοναδικά αξιολογικά κριτήρια.
Γιατί πέρα από τη θεσμική δυσκολία του εγχειρήματος, δεν είναι διόλου αμελητέο το ότι χάρη στην Καφέτση εκπαιδευτήκαμε σε ένα είδος τέχνης που τότε μπορούσαμε να δούμε μόνο σε διεθνείς εκθέσεις εκτός συνόρων όπως η Documenta και οι μπιενάλε, όπου το γούστο και οι επιλογές της εγχώριας αγοράς και των κραταιών τότε συλλεκτών δεν αποτελούσαν τα μοναδικά αξιολογικά κριτήρια. Όπου έργα που είχαν ερευνητική και πολιτική παρέμβαση, που έβλεπαν τον δημόσιο χώρο και τη συμμετοχή σε αυτόν διαφορετικά από τη διακόσμηση είχαν τη θέση που τους αναλογούσε, πράγμα καθόλου δεδομένο αν οποιοσδήποτε άλλος είχε αναλάβει να στήσει ένα Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης μέσα σε αυτές τις συνθήκες. Για να μην μιλήσουμε για την "αθόρυβη" δουλειά που είχε τελεστεί σε επίπεδο καταγραφής, αρχειοθέτησης, βιβλιοθήκης, ψηφιοποίησης αρχείου, δημιουργία ιστοσελίδας κ.λπ.
Χάρη στην Καφέτση το μουσείο κατάφερε να παρουσιάσει ένα σημαντικό έργο και να εδραιωθεί στη συνείδηση μας βάζοντας τις βάσεις για ένα κοινό για τη σύγχρονη τέχνη, δίνοντας βήμα σε καλλιτέχνες που δεν εκπροσωπούνταν αλλού, ανοίγοντας το μουσείο σε μια νεότερη γενιά, φέρνοντας στην Ελλάδα σημαντικά ονόματα της σύγχρονης τέχνης, προτείνοντας ένα διαφορετικό μοντέλο τέχνης στο δημόσιο χώρο. Δεν θα επιλέξουμε να τη θυμόμαστε σε κάποια από τις μακροσκελείς τεχνικές συνεντεύξεις Τύπου όπου ανέλυε την εκάστοτε πορεία του έργου αφήνοντας ανοιχτά ερωτηματικά για το γιατί δεν προχωρούσαν συγκεκριμένες διαδικασίες κάθε φορά. Ούτε να απαντά σε ζωγράφους - προέδρους ΔΣ του Μουσείου που την εγκαλούσαν ότι δεν προωθούσε "καθαρά ελληνικές δυνάμεις".
Στα χρόνια που μας χωρίζουν από τη θητεία της Άννας Καφέτση στο ΕΜΣΤ πολλά έχουν αλλάξει για τι σημαίνει δημόσιο μουσείο (ακόμη και ο ίδιος ο διεθνής ορισμός του μουσείου), τι σημαίνει δίκαιες πρακτικές διοίκησης και πολιτισμικής πρακτικής ή θεσμική κριτική. Για να μπορούμε όμως να κάνουμε τη θεσμική κριτική που κάνουμε σήμερα έπρεπε πρώτα να φτιαχθούν οι θεσμοί. Και η Καφέτση έφτιαξε με τον δικό της τρόπο και με κάθε κόστος ένα θεσμό που έχει μεγάλη σημασία για μας.
Θα τη θυμόμαστε εκεί έξω, με το αμαξίδιό της, στον "Μεγάλο Περίπατο", τη μεγάλη έκθεση του 2006 σε αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία, όχι πικραμένη που ο Δήμος Αθηναίων είχε αρνηθεί να της δώσει άδεια για το έργο που είχε προτείνει ο Ιλία Καμπακόφ ειδικά για την Κορεατική Αγορά, το οποίο μάλιστα θα παραχωρούνταν στην πόλη, αλλά στοχαστική, χαμηλόφωνη, όπως γινόταν πάντα όταν μιλούσε για την τέχνη, να μας εξηγεί τα έργα που είχε καταφέρει να γίνουν. Για το νομαδικό Παλαιστινιακό Μουσείο της Ιστορίας και Ανθρωπότητας του Χαλίλ Ραμπά στην αρχή της Διονυσίου Αρεοπαγίτου ή τις ηχητικές εγκαταστάσεις της Σούζαν Φίλιπς στο Ιερό της Νύμφης και του Στιβ Ρόντεν, πάνω στο πεύκο μπροστά από τον Άγιο Δημήτριο τον Λουμπαρδιάρη. Πριν η δημόσια τέχνη γίνει ευθύνη σχεδόν αποκλειστικά των ιδιωτικών ιδρυμάτων και η επίσημη δημόσια γλυπτική παραμείνει αυτή που βλέπουμε κάθε φορά που κόβεται μια νέα κορδέλα αγνοώντας τους δημιουργούς και ένα ολόκληρο επαγγελματικό πεδίο που λέγεται σύγχρονη τέχνη.
Στα χρόνια που μας χωρίζουν από τη θητεία της Άννας Καφέτση στο ΕΜΣΤ πολλά έχουν αλλάξει για τι σημαίνει δημόσιο μουσείο (ακόμη και ο ίδιος ο διεθνής ορισμός του μουσείου), τι σημαίνει δίκαιες πρακτικές διοίκησης και πολιτισμικής πρακτικής ή θεσμική κριτική. Για να μπορούμε όμως να κάνουμε τη θεσμική κριτική που κάνουμε σήμερα έπρεπε πρώτα να φτιαχθούν οι θεσμοί. Και η Καφέτση έφτιαξε με τον δικό της τρόπο και με κάθε κόστος ένα θεσμό που έχει μεγάλη σημασία για μας.

