Ήδη από το προηγούμενο βιβλίο της, την "Κλίμακα Μπόγκαρτ” (εκδόσεις Αντίποδες), η Μαρία Φακίνου μας είχε πάρει μαζί της με τον προσεκτικά κεντημένο, ιδιοσυγκρασιακό ρυθμό της γραφής της, αποστασιοποιημένη και συν-κινητική ταυτόχρονα, καθώς ένα ασήμαντο περιστατικό σε ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό είχε σταθεί αφορμή για έναν αποκαλυπτικό, πολυφωνικό εσωτερικό μονόλογο, εντούτοις γεωγραφικά και ιστορικά τοποθετημένο, με άξονα τη μνήμη, την οικογένεια, το τραύμα.
Και ήρθε το "Όλα τα δέντρα” (επίσης από τις εκδόσεις Αντίποδες), σαν φρέσκο αεράκι ανάμεσα στις πιο ξεχωριστές νέες εκδόσεις, αλλά χωρίς να λείπει και η βαριά ατμόσφαιρα που μπορεί να υπαινιχθεί ο κρυπτικός τίτλος, να ξετυλιχθεί ακόμη πιο μελωδικά με έναν ιδιότυπο, απροσδιόριστο, ρυθμό που δημιουργούν οι λέξεις και η δύναμη της γραφής, όπως η συχνότητα με την οποία ξεπηδάει κι ο ίδιος ο τίτλος, ανάμεσα στις γραμμές, σε διαφορετικά σημεία της αφήγησης.
Υπάρχει μια καθολικά κοινή ανάμνηση;
Όπως το αρχείο και η ιδιόλεκτός του θα απασχολήσει την κεντρική ηρωίδα ως μέρος της εργασίας της, και η ίδια η συγγραφέας μοιάζει να αρχειοθετεί με ζηλευτή οργανικότητα και χωρίς ίχνος επιτήδευσης μέσα στην ιστορία της μια σειρά στέκια, παραστάσεις, γεγονότα που μπορεί, ή και όχι, να αποτέλεσαν σημεία αναφοράς για μια γενιά και μια εποχή της πόλης. Αφηγούμενη, έτσι, μια απολύτως αθηναϊκή ερωτική ιστορία, γεωγραφικά και χρονικά τοποθετημένη, τόσο όσο, ώστε να έχει κάτι να πει και για μια συγκεκριμένη, κοντινή-μακρινή εποχή της Αθήνας και της Ελλάδας, σήμερα αλλά πιθανόν και μετά από χρόνια, χωρίς όμως αυτό να καταπιέζει την ίδια την πλοκή.
Αυτή η σημερινή ερωτική ιστορία, που είναι όλες οι σημερινές ερωτικές ιστορίες, όπως μας υπόσχεται το οπισθόφυλλο, ξεκινά από "μια γνωριμία σε ένα πάρτι που θα γίνει ένα φλερτ που θα γίνει μια πτώση που θα γίνει μια σχέση που θα γίνει μια εκδρομή που θα γίνει ένα αρχείο που θα γίνει ένα βιβλίο που θα γίνει ένας τρόπος να σκεφτούμε την επιθυμία, την προσέγγιση και την απόσταση, το χωρισμό, την ανάμνηση, την αφήγηση”.
Η Φακίνου αποτυπώνει με μαεστρία τις λεπτομέρειες εκείνες που συνιστούν τελικά μια σχέση, σαν εκείνο το τραγούδι που ακούει στην πρώτη του εκδρομή στο βουνό το ζευγάρι της ιστορίας "που από εκείνη τη μέρα κι έπειτα, όποτε τύχει να το ξανακούσουν, είτε μαζί είτε μόνος ο καθένας, θα τους φέρνει στο μυαλό αυτό το πρωινό στην τραπεζαρία του ξενώνα, μια κοινή ανάμνηση, κι έπειτα ό,τι μεμονωμένα συγκράτησε ο φλοιός του εγκεφάλου του ενός για τον άλλο μέσα σε αυτή τη στιγμή: πως ανέβασε τα μανίκια της πριν πιάσει το φλιτζάνι του καφέ, πώς έσκυβε πάνω από το πιάτο του σαν παιδί που θέλει να φτάσει το τραπέζι, επειδή δεν υπάρχει μια καθολικά κοινή ανάμνηση”.


