Παναγιώτης Παπαθεοδώρου
Η θεατρική μεταφορά της ταινίας του Μάρκο Φερέρι, σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Βασιλακόπουλου, επιχειρεί να μεταφέρει στη σκηνή τη νοσηρή γοητεία μιας ταινίας που, στην εποχή της, δίχασε κυρίως την κριτική, για να αποκτήσει αργότερα καλτ υπόσταση. Το έργο συνιστά ένα δηλητηριώδες σχόλιο πάνω στην ηθική αποσύνθεση του δυτικού πολιτισμού, του καπιταλισμού και της αστικής τάξης.
Τέσσερις άνδρες (ένας δικαστής, ένας πιλότος, ένας σεφ και ένας τηλεοπτικός παραγωγός) αποσύρονται σε μια βίλα αποφασισμένοι να φάνε μέχρι θανάτου, παραδομένοι στη λαιμαργία, τη φιληδονία και τον αχαλίνωτο καταναλωτισμό ως ύστατες μορφές διαφυγής από την υπαρξιακή τους πλήξη. Μάλιστα, στη συγκεκριμένη θεατρική διασκευή, οι τέσσερις άνδρες δεν καταφεύγουν απλώς σε ένα όργιο φαγητού και σεξ, αλλά οδηγούνται στον θάνατο από τα ίδια τους τα πάθη, σε ένα περαιτέρω σχόλιο για την κενότητα του ύστερου καπιταλισμού, που ωθεί τον άνθρωπο σε έναν υπερκαταναλωτισμό ικανό, τελικά, να τον αφανίσει.

Ο νεαρός σκηνοθέτης, στην τρίτη του δουλειά, δείχνει ότι διαθέτει ενδιαφέρουσα σκηνική αντίληψη και καλεί τους θεατές να λειτουργήσουν ως συνεπιβάτες σε αυτό το ταξίδι αυτοαποκάλυψης. Η εισαγωγή από μια αεροσυνοδό -σε ευθεία αναφορά στο επάγγελμα ενός εκ των ηρώων- δημιουργεί εξαρχής μια αίσθηση μετάβασης, αν και η χρήση των αγγλικών σε αυτό το σημείο αποδεικνύεται αδικαιολόγητη. Αισθητικά, η παράσταση δεν επιλέγει τον δρόμο του ρεαλισμού ή της εύκολης πρόκλησης. αντίθετα, η σκηνοθεσία προσεγγίζει τις θεματικές της πότε μέσω της αφαιρετικότητας και των υπαινιγμών και πότε μέσω της σωματικής γλώσσας, κατορθώνοντας να διατηρήσει ισορροπία και μέτρο, ώστε το αποτέλεσμα να μη διολισθήσει στην καρικατούρα.
Από την άλλη, μοιάζει να της λείπει η απαραίτητη "επικινδυνότητα" και η αίσθηση υπερβολής που απαιτεί το ίδιο το κειμενικό υλικό, ενώ οι συχνές απευθύνσεις προς το κοινό της προσδίδουν έναν κάπως διδακτικό τόνο. ΄Έτσι, ενώ η παράσταση αγγίζει τον πυρήνα των θεματικών της, δεν τοποθετείται πάντοτε με την απαιτούμενη τόλμη απέναντι στο μείζον ερώτημα: πώς ένας πολιτισμός κορεσμένος από την κατανάλωση οδηγείται τελικά στην αυτοκαταστροφή του.

Ιδιαίτερα σημαντική για το καλό αποτέλεσμα αποδεικνύεται η συμβολή των ηθοποιών. Ο Χάρης Χαραλάμπους Καζέπης, ο Γκαλ Ρομπίσα, ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος και ο Θανάσης Δήμου σκιαγραφούν πολύ χαρακτηριστικά τις διαφορετικές ανδρικές ιδιοσυγκρασίες, η Εύη Σαουλίδου, ως η δασκάλα που επισκέπτεται τη βίλα, λειτουργεί και ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στη σκηνή και την πλατεία, ενώ η Ιφιγένεια Βαρελά εναλλάσσεται σε διάφορους ρόλους/προσωπεία με αξιοθαύμαστη ευχέρεια.
Εικαστικά, η παράσταση διαθέτει ισχυρή ταυτότητα (σκηνογραφία: Geurt Holdijk, κοστούμια του σκηνοθέτη). Το σκηνικό, με τις λευκές, γυαλιστερές επιφάνειες, αποπνέει μια σχεδόν "χειρουργική" ψυχρότητα, που αντιδιαστέλλεται με τις γλαφυρές περιγραφές της αφθονίας των γευμάτων, των σωματικών εκκρίσεων και, γενικότερα, με τη ζωτικότητα του κειμένου, ενώ η περιστρεφόμενη σκηνή προσδίδει συνεχή κινητικότητα στην εικόνα, μολονότι η δραματουργία εμφανίζεται κατά στιγμές επίπεδη, χωρίς κορυφώσεις.
Περισσότερες πληροφορίες
Το μεγάλο φαγοπότι
Μία από τις πιο τολμηρές και αμφιλεγόμενες ταινίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, το «La Grande Bouffe» του Μάρκο Φερέρι, μεταφέρεται στη σκηνή μέσα από μια ελεύθερη, σύγχρονη θεατρική διασκευή. Μια κοινωνική σάτιρα που επιχειρεί να ανοίξει εκ νέου τη συζήτηση γύρω από τη λαιμαργία, την υπερκατανάλωση, τον μηδενισμό και τη βουβή κατάρρευση του δυτικού πολιτισμού· ζητήματα που σήμερα επιστρέφουν με νέα, επιτακτική ένταση. Τέσσερις άντρες και μία γυναίκα αποσύρονται σε μια βίλα με έναν και μόνο σκοπό:να φάνε μέχρι τελικής πτώσεως. Μέσα από ένα ξέφρενο γλέντι που δοκιμάζει τα όρια του σώματος, της ηθικής και της επιθυμίας, οι ήρωες οδηγούνται ολοένα πιο κοντά στην αυτοκαταστροφή — ή στη λύτρωση. Ένα συμπόσιο που ξεκινά ως παιχνίδι, αλλά αποκαλύπτει μια βαθύτερη, σκοτεινή πείνα: για νόημα, για επαφή, για υπέρβαση.